Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΣ

ΘΕΟΠΡΕΠΙΟΣ

22 Αυγούστου 2026

Βορύλλας: Απέναντι στους servicers ο πολίτης μένει μόνος και απροστάτευτος

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα μόνο των χαμηλών εισοδημάτων. Έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο βαριές κοινωνικές πιέσεις της εποχής, χτυπώντας εργαζόμενους, νέα ζευγάρια και οικογένειες που, ακόμη και με δύο μισθούς, δυσκολεύονται να βρουν αξιοπρεπή και προσιτή κατοικία.

Ο βουλευτής Δυτικής Αθήνας με τη ΝΙΚΗ, Ανδρέας Βορύλλας, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Political» και στον Νίκο Χιδίρογλου, περιγράφει μια αγορά κατοικίας που έχει ξεφύγει από τα όρια της κανονικότητας. Θέτει στο επίκεντρο την ανάγκη προστασίας της πρώτης κατοικίας, τον αυστηρό έλεγχο των servicers και την επιστροφή χιλιάδων κενών ακινήτων στην αγορά.

Κεντρική του θέση είναι ότι το Στεγαστικό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αλλεπάλληλα επιδόματα, όταν δεν αυξάνεται ουσιαστικά ο αριθμός των διαθέσιμων κατοικιών. Η ενίσχυση της ζήτησης, χωρίς αύξηση της προσφοράς, οδηγεί τελικά μέρος των κρατικών ενισχύσεων στις τιμές, τροφοδοτώντας ακόμη περισσότερο την ακρίβεια στα ενοίκια και στις αγορές ακινήτων.

Το Στεγαστικό απλώνεται στη μεσαία τάξη

Ο Ανδρέας Βορύλλας επισημαίνει ότι η δυσκολία εξεύρεσης κατοικίας δεν περιορίζεται πλέον σε όσους βρίσκονται στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Το πρόβλημα είναι οξύ στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε τουριστικές και νησιωτικές περιοχές, όπου τα ενοίκια απορροφούν δυσανάλογο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η κατοικία έχει μετατραπεί σε βασικό παράγοντα κοινωνικής ασφυξίας.

Για τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, η χώρα χρειάζεται αλλαγή φιλοσοφίας στη στεγαστική πολιτική. Η λύση δεν βρίσκεται σε προσωρινά μέτρα, αλλά στην πραγματική αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Αυτό σημαίνει επιστροφή κενών ακινήτων στην αγορά, φορολογικά κίνητρα για ανακαινίσεις και μακροχρόνιες μισθώσεις, κοινωνική κατοικία, αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων και ανανέωση του παλαιωμένου κτιριακού αποθέματος.

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίζεται και για τα κόκκινα δάνεια. Αναγνωρίζει ότι η μεταφορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός τραπεζικών ισολογισμών βοήθησε στη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τονίζει όμως ότι η εξυγίανση των τραπεζών δεν σημαίνει και επίλυση του ιδιωτικού χρέους.

Δάνεια άνω των 70 δισ. ευρώ έφυγαν από τις τράπεζες, συχνά μέσω πωλήσεων χαρτοφυλακίων σε τιμές πολύ χαμηλότερες από την ονομαστική τους αξία. Για τον δανειολήπτη, όμως, η απαίτηση δεν εξαφανίστηκε. Ο πολίτης παρέμεινε αντιμέτωπος με την οφειλή, πλέον απέναντι σε funds και εταιρείες διαχείρισης.

Η ΝΙΚΗ, όπως αναφέρει ο Ανδρέας Βορύλλας, προτείνει ουσιαστικό δικαίωμα προτεραιότητας για τον συνεργάσιμο δανειολήπτη, ώστε να μπορεί να ρυθμίσει ή να εξαγοράσει την οφειλή του πριν αυτή μεταβιβαστεί σε fund. Για ήδη μεταβιβασμένες απαιτήσεις, αντίστοιχη δυνατότητα πρέπει να δίνεται πριν από τον πλειστηριασμό ή την οριστική απώλεια του ακινήτου, με σαφή εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.

Ο ίδιος θέτει και θέμα ευθύνης των τραπεζών. Υπενθυμίζει ότι η ελληνική κοινωνία πλήρωσε βαρύ τίμημα για να σταθεροποιηθεί το τραπεζικό σύστημα την περίοδο της κρίσης. Τώρα που οι τράπεζες εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία, θεωρεί ότι οφείλουν να συμμετάσχουν ενεργά στην αντιμετώπιση της στεγαστικής πίεσης.

Αυτό μπορεί να γίνει, όπως σημειώνει, με προσιτότερα στεγαστικά δάνεια για νέους και οικογένειες, χρηματοδότηση ανακαινίσεων και αξιοποίηση κατοικιών που μένουν εκτός αγοράς. Η θέση του αποτυπώνεται στη φράση: «Δεν μπορεί σε κάθε μεγάλη τραπεζική κρίση να κοινωνικοποιούνται οι ζημίες και όταν επιστρέφουν τα κέρδη να ιδιωτικοποιούνται πλήρως τα οφέλη».

Servicers, πρώτη κατοικία και κενά σπίτια

Μεγάλο μέρος της παρέμβασης Βορύλλα αφορά τους servicers. Ο βουλευτής θεωρεί ότι η σημερινή εποπτεία δεν αρκεί και ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο πολίτης μένει πρακτικά απροστάτευτος, όταν υπάρχουν διαφωνίες για τον υπολογισμό μιας οφειλής, αδιαφανείς χρεώσεις ή μη συμμόρφωση εταιρείας διαχείρισης με δικαστική απόφαση.

Κατά τον ίδιο, δεν μπορεί η απάντηση σε κάθε τέτοιο πρόβλημα να είναι «προσφύγετε ξανά στη Δικαιοσύνη». Απέναντι σε έναν μεγάλο servicer βρίσκεται συνήθως ένας απλός πολίτης, χωρίς την ίδια οικονομική δύναμη, χωρίς οργανωμένες νομικές υπηρεσίες και χωρίς δυνατότητα να αντέχει χρόνια δικαστικών διαδικασιών.

Για τον λόγο αυτό προτείνει ειδικό μηχανισμό ταχείας εξέτασης καταγγελιών, δεσμευτικές προθεσμίες απάντησης από τους servicers και προσωρινή αναστολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης όταν υπάρχει τεκμηριωμένη καταγγελία για εσφαλμένο υπολογισμό της οφειλής.

Ζητά επίσης ουσιαστικότερους ελέγχους από την Τράπεζα της Ελλάδος και τις αρμόδιες αρχές, καθώς και κυρώσεις που να λειτουργούν αποτρεπτικά. Όπως υπογραμμίζει, «κράτος δικαίου δεν σημαίνει μόνο ότι ο πολίτης μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Σημαίνει ότι όταν δικαιωθεί, η απόφαση εφαρμόζεται».

Αναφερόμενος στην απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων, ο Ανδρέας Βορύλλας ζητά ενιαία εφαρμογή για όλες τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο της απόφασης. Δεν θεωρεί λογικό κάθε δανειολήπτης να υποχρεώνεται να ξεκινά νέα δικαστική διαδικασία για ζήτημα στο οποίο έχει ήδη υπάρξει κρίση του ανώτατου δικαστηρίου.

Ζητά επανυπολογισμό των οφειλών, αναδρομική διόρθωση λανθασμένων ποσών και συμψηφισμό τυχόν επιπλέον καταβολών. Παράλληλα, θεωρεί αναγκαία την αναστολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν αυτές στηρίζονται σε εσφαλμένο υπολογισμό του χρέους.

Στο ζήτημα της πρώτης κατοικίας, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στον στρατηγικό κακοπληρωτή και στον πραγματικά ευάλωτο πολίτη. Άλλο είναι εκείνος που διαθέτει εισόδημα και περιουσία αλλά επιλέγει να μην πληρώνει, και άλλο ο άνθρωπος που δανείστηκε σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες και βρέθηκε αντιμέτωπος με ανεργία, απώλεια εισοδήματος ή σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα.

Οι δύο κατηγορίες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Για τους πραγματικά ευάλωτους, πριν από κάθε πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας πρέπει να έχει εξαντληθεί κάθε δυνατότητα βιώσιμης ρύθμισης. Όχι μια ρύθμιση που απλώς μεταθέτει το πρόβλημα για λίγους μήνες, αλλά μια λύση που μπορεί πράγματι να εξυπηρετήσει ο δανειολήπτης.

Η θέση του είναι καθαρή: «Ο πλειστηριασμός της πρώτης κατοικίας ενός πραγματικά ευάλωτου ανθρώπου πρέπει να είναι η απολύτως έσχατη λύση, όχι η ευκολότερη επιλογή ενός fund».

Ιδιαίτερη σημασία δίνει και στο παράδοξο των κενών κατοικιών. Την ώρα που χιλιάδες πολίτες δεν μπορούν να βρουν σπίτι και τα ενοίκια κινούνται σε δυσθεώρητα επίπεδα, περίπου 2,28 εκατομμύρια κατοικίες καταγράφηκαν ως κενές στην Απογραφή του 2021.

Ο Ανδρέας Βορύλλας διευκρινίζει ότι δεν ανήκουν όλες σε τράπεζες ή funds και ότι δεν είναι όλες άμεσα αξιοποιήσιμες. Υπάρχουν παλιά και ακατάλληλα κτίρια, κληρονομικές εκκρεμότητες, πολεοδομικά προβλήματα και εμπλοκές συνιδιοκτησίας. Υπάρχει όμως και σημαντικός αριθμός κατοικιών στα χέρια μεγάλων θεσμικών ιδιοκτητών που παραμένει αναξιοποίητος.

Η πρόταση της ΝΙΚΗΣ είναι η επιβολή ειδικού ετήσιου τέλους 3% επί της αντικειμενικής αξίας για κατοικίες τραπεζών και funds που μένουν κενές για διάστημα άνω των 24 μηνών. Σκοπός, όπως τονίζει, δεν είναι ένας ακόμη φόρος, αλλά η αλλαγή του κινήτρου ώστε να γίνει ασύμφορη η μακροχρόνια διατήρηση κατοικιών εκτός αγοράς.

Παράλληλα, συνδέει το στεγαστικό πρόβλημα με το παλαιωμένο κτιριακό απόθεμα της χώρας και προτείνει ένα μεγάλο Εθνικό Πρόγραμμα Αστικής Αναγέννησης. Σε πολύ παλιές πολυκατοικίες, όπου είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, πρέπει να ανοίξει ο δρόμος για ριζικές ανακαινίσεις ή ακόμη και για κατεδάφιση και ανακατασκευή.

Ζητά φορολογικά κίνητρα, απλούστευση διαδικασιών και λύσεις στα προβλήματα συνιδιοκτησίας, που συχνά ακινητοποιούν κάθε σοβαρή παρέμβαση σε παλαιά κτίρια. Θέτει επίσης θέμα επανεξέτασης της Golden Visa, ξεκαθαρίζοντας ότι η ΝΙΚΗ δεν είναι αντίθετη στις ξένες επενδύσεις όταν δημιουργούν παραγωγή, θέσεις εργασίας και νέο πλούτο.

Θεωρεί, όμως, προβληματικό να δίνονται κρατικά κίνητρα που οδηγούν ξένα κεφάλαια να ανταγωνίζονται μια ελληνική οικογένεια για το ίδιο μικρό ή μεσαίο διαμέρισμα. Η στεγαστική πολιτική, κατά τον ίδιο, πρέπει πρώτα να υπηρετεί τον εργαζόμενο, τον νέο και την οικογένεια που ζει στη χώρα.

Στην τελική του τοποθέτηση, ο Ανδρέας Βορύλλας ζητά οργανωμένη πολιτική κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, με αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων και ειδική μέριμνα για νέες οικογένειες, εκπαιδευτικούς, γιατρούς, νοσηλευτές, στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας που υπηρετούν σε περιοχές με υπερβολικά υψηλό κόστος κατοικίας.

Η φράση με την οποία συνοψίζει τη θέση του είναι και η ουσία της παρέμβασης: «Το Στεγαστικό δεν θα λυθεί με ένα ακόμη επίδομα. Θα λυθεί όταν η Ελλάδα αυξήσει πραγματικά την προσφορά κατοικιών και ξανακάνει το σπίτι προσιτό στον εργαζόμενο, στον νέο και στην οικογένεια».