Βρετανία: Η αστυνομία περνά στη «συμπερασματική επιτήρηση» με τεχνητή νοημοσύνη που διαβάζει συμπεριφορά και συναισθήματα
Οι βρετανικές αστυνομικές υπηρεσίες εξετάζουν μια νέα κατηγορία συστημάτων επιτήρησης, των λεγόμενων συμπερασματικών, τα οποία επιχειρούν να ερμηνεύουν τη συμπεριφορά, το στρες, ακόμη και ενδείξεις συναισθημάτων.
Στις 4 Δεκεμβρίου 2025, οι υπουργοί ξεκίνησαν δημόσια διαβούλευση για τη δημιουργία νομικού πλαισίου σχετικά με τις συμπερασματικές τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπου, αναφέροντας ότι θα μπορούσαν να βοηθούν την Αστυνομία να συλλαμβάνει εγκληματίες, να αποτρέπει αυτοκτονίες και να εντοπίζει αγνοουμένους.
Προς το παρόν δεν υπάρχει ειδικός νόμος που να διέπει τη χρήση της αναγνώρισης προσώπου από την Αστυνομία στην Αγγλία και την Ουαλία. Οι αστυνομικές δυνάμεις βασίζονται, αντ’ αυτού, σε εξουσίες του εθιμικού δικαίου σε συνδυασμό με τη νομοθεσία για την προστασία δεδομένων και τα ανθρώπινα δικαιώματα, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας πρέπει να εξυπηρετεί έναν θεμιτό σκοπό αστυνόμευσης και να είναι αναγκαία, αναλογική και δίκαιη.
Όσοι υποστηρίζουν την επέκταση επικαλούνται επιχειρησιακά αποτελέσματα. Η Μητροπολιτική Αστυνομία ανέφερε 962 συλλήψεις χάρη στη ζωντανή αναγνώριση προσώπου μεταξύ Σεπτεμβρίου 2024 και Σεπτεμβρίου 2025, αριθμοί που οι υπουργοί συχνά επικαλούνται ως δικαιολογία για ευρύτερη εφαρμογή.
Οι αστυνομικές υπηρεσίες στο Ηνωμένο Βασίλειο αναπτύσσουν ενεργά συστήματα που σαρώνουν ζωντανές ροές βίντεο σε δημόσιους χώρους και συγκρίνουν πρόσωπα με λίστες αναζήτησης καταζητούμενων ατόμων. Σύμφωνα με πρόσφατο ενημερωτικό δελτίο της κυβέρνησης, η αστυνομία χρησιμοποιεί πλέον τρεις μορφές αναγνώρισης προσώπου: την εκ των υστέρων αναγνώριση προσώπου, τη ζωντανή αναγνώριση προσώπου και την αναγνώριση προσώπου με πρωτοβουλία χειριστή.
Η εκ των υστέρων αναγνώριση προσώπου χρησιμοποιείται μετά από συμβάντα, στο πλαίσιο ποινικών ερευνών, αντλώντας εικόνες από κάμερες κλειστού κυκλώματος, κινητά τηλέφωνα, κάμερες σε οχήματα, κουδούνια με κάμερα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι εικόνες αυτές συγκρίνονται με φωτογραφίες κρατουμένων που τηρούνται στην Εθνική Βάση Δεδομένων της Αστυνομίας. Οι αστυνομικές δυνάμεις πραγματοποιούν περισσότερες από 25.000 αναζητήσεις εικόνων προσώπου κάθε μήνα, ενώ ορισμένες λειτουργούν και τοπικά συστήματα εκ των υστέρων αναγνώρισης προσώπου.
Το Εθνικό Συμβούλιο Αρχηγών Αστυνομίας ανέφερε ότι 127 ύποπτοι, οι οποίοι ενεπλάκησαν σε σοβαρές ταραχές σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο τον Αύγουστο 2024, ταυτοποιήθηκαν με εκ των υστέρων αναγνώριση προσώπου έπειτα από διαμαρτυρίες που πυροδοτήθηκαν από τη δολοφονία τριών κοριτσιών, τα οποία σκοτώθηκαν από επίθεση με μαχαίρι, σε κατασκήνωση με θέμα την Τέιλορ Σουίφτ, από τον Άξελ Μουγκάνουα Ρουντακούμπανα.
Η ζωντανή αναγνώριση προσώπου συγκρίνει σε πραγματικό χρόνο ζωντανό υλικό διερχόμενων πολιτών με λίστες αναζήτησης. Οι Αρχές ανέφεραν ότι χρήση αυτής της μεθόδου στο Λονδίνο μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Σεπτεμβρίου 2025 οδήγησε σε περισσότερες από 1.300 συλλήψεις για αδικήματα όπως βιασμός, ενδοοικογενειακή κακοποίηση, διακεκριμένη διάρρηξη, βαριά σωματική βλάβη, ληστεία, διακίνηση ναρκωτικών, κακοποίηση ζώων και αδικήματα κατά ανηλίκων. Η αστυνομία ανέφερε επίσης ότι η τεχνολογία βοήθησε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση καταγεγραμμένων δραστών σεξουαλικών αδικημάτων, οδηγώντας σε περισσότερες από 100 συλλήψεις.
Έως τον Νοέμβριο 2025, δεκατρείς αστυνομικές δυνάμεις έχουν χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποιούν τη ζωντανή αναγνώριση προσώπου, συμπεριλαμβανομένων της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, της Αστυνομίας της Νότιας Ουαλίας, της Αστυνομίας του ευρύτερου Μάντσεστερ, της Αστυνομίας του Δυτικού Γιόρκσιρ, καθώς και των δυνάμεων του Σάρρεϋ, του Σάσσεξ, του Έσσεξ, του Μπέντφορντσιρ, του Σάφφολκ, του Χάμσιρ και της Νήσου Ουάιτ, του Λέστερσιρ, του Νορθάμπτονσιρ και της Βόρειας Ουαλίας.
Η αναγνώριση προσώπου με πρωτοβουλία χειριστή επιτρέπει σε αστυνομικούς να φωτογραφίζουν, μέσω εφαρμογής σε κινητό, ένα άτομο ενδιαφέροντος ώστε να επιβεβαιώνουν την ταυτότητά του χωρίς να προχωρήσουν σε σύλληψη. Η Αστυνομία Νότιας Ουαλίας και η Αστυνομία Γκουέντ χρησιμοποιούν επί του παρόντος το σύστημα.
Επιτήρηση στις κοινωνίες
Η Έλενορ «Νελ» Ουώτσον (Eleanor ‘Nell’ Watson), κορυφαία ερευνήτρια και σύμβουλος σε ζητήματα δεοντολογίας και διαφάνειας της τεχνητής νοημοσύνης, έχει επικρίνει την ανάπτυξη της τεχνολογίας επιτήρησης. Όπως ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, το Ηνωμένο Βασίλειο κατασκευάζει υποδομές για μια κοινωνία επιτήρησης, ενώ πείθει τον εαυτό του ότι απλώς συλλαμβάνει εγκληματίες.
Η Ουώτσον κατέχει τη θέση της εκτελεστικής συμβούλου σε φιλοσοφικά ζητήματα στην Apple, καθώς και της προέδρου του EURAIO, του Ευρωπαϊκού Γραφείου Υπεύθυνης Τεχνητής Νοημοσύνης. Παράλληλα, είναι ανώτερη επιστημονική σύμβουλος στο The Future Society και ανώτερη υπότροφος στο The Atlantic Council.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, το Ηνωμένο Βασίλειο άρχισε να αναπτύσσει εκτεταμένα συστήματα κλειστού κυκλώματος τη δεκαετία του 1990, μετά τις βομβιστικές επιθέσεις του IRA, δημιουργώντας τόσο φυσικές υποδομές όσο και θεσμική εξοικείωση με τη δημόσια επιτήρηση, κάτι που, όπως είπε, η ηπειρωτική Ευρώπη δεν ανέπτυξε ποτέ στον ίδιο βαθμό. Το Λονδίνο διαθέτει σήμερα περίπου 68 κάμερες κλειστού κυκλώματος ανά 1.000 κατοίκους, σε περίπου εξαπλάσια πυκνότητα από το Βερολίνο, και αυτό το δίκτυο κάνει την προσθήκη τεχνολογίας συμπερασματικών δυνατοτήτων να μοιάζει με σταδιακή αναβάθμιση και όχι με ουσιαστική αλλαγή.
Η Ουώτσον εξήγησε ότι η αναγνώριση προσώπου λειτουργεί εξάγοντας γεωμετρικές μετρήσεις από εικόνες προσώπου, όπως η απόσταση μεταξύ των ματιών, το σχήμα της γνάθου και η σχετική θέση χαρακτηριστικών σημείων του προσώπου, τις οποίες μετατρέπει σε μαθηματικές αναπαραστάσεις που αποκαλούνται «αποτυπώματα προσώπου» ή «ενσωματώσεις». Αυτές συγκρίνονται με βάσεις δεδομένων γνωστών ατόμων με τη χρήση αλγορίθμων ομοιότητας, ενώ τα σύγχρονα συστήματα αξιοποιούν βαθιά νευρωνικά δίκτυα που έχουν εκπαιδευτεί σε εκατομμύρια εικόνες προσώπων ώστε να βελτιώνεται η ακρίβεια.
Για τυπικούς σκοπούς ταυτοποίησης, δηλαδή για την αντιστοίχιση ενός προσώπου μέσω λίστας αναζήτησης γνωστών υπόπτων, η τεχνολογία έχει καταστεί αρκετά αξιόπιστη υπό ελεγχόμενες συνθήκες, με τη Μητροπολιτική Αστυνομία να αναφέρει ποσοστό ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων περίπου 1 στα 1.000 για τις τρέχουσες αναπτύξεις ζωντανής αναγνώρισης προσώπου.
Κατά την Ουώτσον, αυτή η φαινομενική ακρίβεια αποκρύπτει σημαντικά προβλήματα, καθώς η ορθότητα των συμπερασμάτων μεταβάλλεται σημαντικά ανάλογα με τις συνθήκες φωτισμού, τη γωνία της κάμερας και, κρίσιμα, ανά δημογραφική ομάδα. Όπως πρόσθεσε, πολλές μελέτες έχουν τεκμηριώσει υψηλότερα ποσοστά σφάλματος για άτομα με πιο σκούρο χρώμα δέρματος και για γυναίκες.
Όπως σημείωσε, οι συμπερασματικές τεχνολογίες, δηλαδή τα συστήματα που επιχειρούν να ανιχνεύσουν συναισθήματα, στρες, εξαπάτηση ή «ύποπτη συμπεριφορά», στηρίζονται σε πολύ πιο ασταθή επιστημονικά θεμέλια. Η βασική παραδοχή που διέπει την αναγνώριση συναισθημάτων, εξήγησε, είναι ότι οι εσωτερικές συναισθηματικές καταστάσεις παράγουν αξιόπιστες, καθολικές εξωτερικές εκφράσεις, όμως αυτή η παραδοχή, σύμφωνα με την ίδια, είναι υπό αμφισβήτηση.
Η Ουώτσον παρέπεμψε σε μετα-ανάλυση ορόσημο του 2019, που δημοσιεύτηκε στο Psychological Science in the Public Interest και υπογράφηκε από πέντε ερευνητές, οι οποίοι ξεκίνησαν το έργο με διαφορετικές θεωρητικές δεσμεύσεις· η μελέτη κατέληξε ότι οι εκφράσεις του προσώπου δεν αποτελούν «δακτυλικά αποτυπώματα» ούτε «διαγνωστικές ενδείξεις που σηματοδοτούν αξιόπιστα και ειδικά συγκεκριμένες συναισθηματικές καταστάσεις ανεξαρτήτως πλαισίου, προσώπου και κουλτούρας». Με άλλα λόγια, ένα συνοφρύωμα δεν υποδηλώνει αξιόπιστα θυμό και ένα χαμόγελο δεν υποδηλώνει αξιόπιστα ευτυχία, καθώς οι συναισθηματικές εκφράσεις διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ πολιτισμών, πλαισίων και ατόμων.
Το Ηνωμένο Βασίλειο κατασκευάζει κάτι που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε «υποδομή επιτήρησης με δημοκρατικά χαρακτηριστικά», επεσήμανε η Ουώτσον, οικοδομώντας δυνατότητες συγκρίσιμες με αυτές αυταρχικών συστημάτων, ενώ διατηρεί τις διαδικαστικές μορφές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο κίνδυνος είναι ότι οι υποδομές, όταν χτιστούν, διαμορφώνουν τις πολιτικές δυνατότητες που θα έχουν στη διάθεσή τους οι μελλοντικές κυβερνήσεις· ένα σύστημα ικανό για ολοκληρωμένη παρακολούθηση συμπεριφοράς δεν γίνεται λιγότερο ικανό επειδή βρίσκεται στην εξουσία μια φιλική κυβέρνηση.
Το υπουργείο Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου δεν απάντησε σε αίτημα της Epoch Times για σχόλιο.
Συμπερασματική επιτήρηση
Ο Δημήτριος Φλούδας, πρώην σύμβουλος πολιτικής και γεωπολιτικής για λήψεις αποφάσεων σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου, μεταξύ άλλων και στο βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών, ανέφερε ότι οι συμπερασματικές τεχνολογίες μπορεί να είναι μία σημαντική παρέμβαση, αντίστοιχη με την ανάγνωση των σκέψεων από αλγόριθμο.
Ανέφερε ότι μία πρώτη πιθανή πρόκληση στη χρήση της τεχνολογίας θα ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, μια δικαστική προσφυγή για έλεγχο νομιμότητας, με το επιχείρημα ότι η συμπερασματική επιτήρηση παραβιάζει το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο εγγυάται το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας, και ενδεχομένως το Άρθρο 6, που εγγυάται το δικαίωμα σε δίκαιη και δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός εύλογου χρόνου.
Ο Φλούδας ανέφερε στην Epoch Times, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, ότι, δεδομένου πως η Βρετανία διαθέτει ήδη πολύ πυκνό δίκτυο κλειστού κυκλώματος, η προσθήκη της συμπερασματικής επιτήρησης είναι απλώς το επόμενο λογικό βήμα στην παρακολούθηση των δημόσιων χώρων, και σημείωσε ότι αυτό συνδυάζεται με την πολιτική επιθυμία να είναι το Ηνωμένο Βασίλειο παγκόσμιος ηγέτης στην τεχνολογία ασφάλειας μετά το Brexit, που χαρακτηρίζεται από συνεχή αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας. Η αστυνομική δύναμη είναι τόσο βεβαρυμένη, ώστε αναγκάζεται να αγνοεί όλα τα μη σοβαρά αδικήματα εδώ και αρκετά χρόνια, επεσήμανε.
Η Νόρα Ντεμλάιτνερ (Nora Demleitner), διακεκριμένη Αμερικανίδα ακαδημαϊκός της ποινικής δικαιοσύνης, πρώην κοσμήτορας νομικής σχολής και εκλεγμένο μέλος μεγάλων νομικών δεξαμενών σκέψης, ανέφερε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται πιο μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της αστυνομικής επιτήρησης.
Ανέφερε ότι με τόσο μεγάλο όγκο διαθέσιμου υλικού, από την οπτική της επιβολής του νόμου έχει νόημα να επιδιώκεται η ένταξη περισσότερης τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπου. Αναμένεται η κυβερνητική ώθηση ώστε να καταγράφονται περισσότερα πρόσωπα, για τη διεύρυνση των βάσεων δεδομένων και για τη βελτίωση της ποιότητας και του αριθμού των δημόσιων καμερών, κάτι που θα μετακινήσει το σύστημα προς μια ευρύτερη αρχιτεκτονική επιτήρησης, είπε στην Epoch Times, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος.
Όπως εξήγησε, υπάρχει έντονη αλληλεπίδραση και ανταλλαγή πρακτικών στην αστυνόμευση μεταξύ ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου και θα πρέπει να αναμένεται ότι τα μοντέλα θα επηρεάσουν το ένα το άλλο, με το Ηνωμένο Βασίλειο να έχει εξελίξει περισσότερο το μοντέλο επιτήρησης.
Ο Κρίστοφερ Ζούκης, σύμβουλος ομοσπονδιακών φυλακών στις ΗΠΑ και υπέρμαχος της ποινικής δικαιοσύνης, ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ομοσπονδιακή απαγόρευση στην αστυνομική χρήση της αναγνώρισης προσώπου, με τη χρήση να ρυθμίζεται σε επίπεδο Πολιτειών και πόλεων, επιτρέποντας την ανάπτυξη σε πραγματικό χρόνο σε ορισμένες δικαιοδοσίες, ενώ άλλες έχουν επιβάλει πλήρη απαγόρευση σε τοπικό επίπεδο.
Όπως ανέφερε, η στροφή του Ηνωμένου Βασιλείου προς την ενισχυμένη αναγνώριση προσώπου και τη συμπερασματική επιτήρηση αποτελεί παράδειγμα ενός μοντέλου που επικεντρώνεται στην ασφάλεια των δημόσιων χώρων και στην ταχεία υιοθέτηση της τεχνολογίας. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου το συνταγματικό υπόβαθρο (η Δ΄ Τροπολογία) θέτει κριτήρια για τις έρευνες και τις κατασχέσεις και απαιτεί από τα δικαστήρια να εξετάζουν τα εύλογα όρια της ιδιωτικότητας, στο Ηνωμένο Βασίλειο το δίκαιο βασίζεται σε πολιτική εποπτείας και, επομένως, πιλοτικά προγράμματα και αναπτύξεις προχωρούν ταχύτερα.
Ο Ζούκης παρατήρησε ότι τα συμπερασματικά συστήματα είναι κάτι περισσότερο από ταυτοποίηση προσώπου. Αναλύουν τη γλώσσα του σώματος, ενδείξεις στρες και προφίλ συμπεριφοράς ώστε να εντοπίζουν ζητήματα όπως πιθανή εγκληματική δραστηριότητα ή ενδείξεις αυτοτραυματισμού. Τα συστήματα αυτά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από δεδομένα και ερμηνεία, γεγονός που σημαίνει ότι οποιαδήποτε παραγωγική χρήση τους πρέπει να περιλαμβάνει ανθρώπινο έλεγχο.
Η Ελίζαμπεθ Μέλτον (Elizabeth Melton), από την αμερικανική οργάνωση πολιτικών ελευθεριών Banish Big Brother, ανέφερε ότι ανησυχίες για επιτήρηση που επιχειρεί να διαβάσει συναισθήματα διατυπώνονται ήδη από το 2019μ και παρέπεμψε σε ισχυρισμούς της βρετανικής εταιρείας WeSee, η οποία έχει δηλώσει ότι το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης της μπορεί να ανιχνεύει ύποπτη συμπεριφορά διαβάζοντας ενδείξεις στο πρόσωπο που είναι ανεπαίσθητες στο μη εκπαιδευμένο μάτι, σύμφωνα με σχετική έρευνα του BBC.
Η Μέλτον ανέφερε ότι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί να περπατά σε ένα αεροδρόμιο μετά από έναν οδυνηρό χωρισμό ή μετά τον θάνατο του σκύλου του, και η στενοχώρια του να εκλαμβάνεται ως επικίνδυνη. Εναλλακτικά, κάποιος θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτοκτονικός προκαλώντας παρέμβαση. Αυτή η προσέγγιση απειλεί να μας στερήσει την ελευθερία να εκφράζουμε τα συναισθήματα που μας κάνουν ανθρώπους.
Προειδοποίησε, επίσης, ότι τέτοια συστήματα θα μπορούσαν να επηρεάσουν δυσανάλογα ανθρώπους που εκφράζουν τα συναισθήματά τους διαφορετικά, συμπεριλαμβανομένων ατόμων με αυτισμό.
Ιστορικά, άνθρωποι που ζουν υπό αυταρχικά καθεστώτα έχουν μάθει να ρυθμίζουν αυστηρά τον τρόπο που μιλούν, που δρουν, ακόμη και που ντύνονται, ώστε να αποφεύγουν να τραβούν την προσοχή. Τόνισε ότι αυτό δεν είναι το είδος της ατμόσφαιρας που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει μια ελεύθερη και ανοιχτή κοινωνία.
Η νομοθεσία στην Ευρώπη
Στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κανονισμός της ΕΕ για την τεχνητή νοημοσύνη, που ισχύει από τον Αύγουστο 2024, θέτει αυστηρούς περιορισμούς στη χρήση βιομετρικής και συμπεριφορικής τεχνητής νοημοσύνης από τις Αρχές επιβολής του νόμου, συμπεριλαμβανομένων αυστηρών δοκιμών αναγκαιότητας και αναλογικότητας και της κατάταξης ως υψηλού κινδύνου για κάθε ανάπτυξη.
Στη Γαλλία, η χρήση αναγνώρισης προσώπου σε πραγματικό χρόνο σε δημόσιους χώρους είναι γενικά απαγορευμένη βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, αν και βρίσκεται σε εξέλιξη πολιτική συζήτηση για αλλαγή ή επικαιροποίηση της σχετικής νομοθεσίας.
Η Γερμανία διαθέτει ισχυρές συνταγματικές εγγυήσεις ιδιωτικότητας. Ωστόσο, η αστυνομία στη Γερμανία χρησιμοποιεί κάμερες υψηλής ευκρίνειας και ζωντανή αναγνώριση προσώπου για τη σύλληψη υπόπτων, γεγονός που εγείρει νομικά ερωτήματα στον απόηχο του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την τεχνητή νοημοσύνη.
Το σύστημα, που αναπτύσσεται από την αστυνομία στο ανατολικό γερμανικό κρατίδιο της Σαξονίας και στο Βερολίνο, μπορεί να επεξεργάζεται εικόνες προσώπων με χρονική καθυστέρηση λίγων δευτερολέπτων, όπως είχε δηλώσει πέρυσι στα γερμανικά μέσα ενημέρωσης, σύμφωνα με το γερμανικό μέσο Netzpolitik, το γραφείο του εισαγγελέα του Βερολίνου.
Στην Ισπανία, η αστυνομική χρήση αναγνώρισης προσώπου είναι σημαντικά περιορισμένη, καθώς κάθε έργο που περιλαμβάνει αυτή την τεχνολογία απαιτεί Εκτίμηση Αντικτύπου Προστασίας Δεδομένων, δηλαδή αξιολόγηση που εξετάζει πιθανούς κινδύνους για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των επηρεαζόμενων ατόμων.
Η Ιταλία συγκαταλέγεται στις χώρες της ΕΕ με τους πιο αυστηρούς περιορισμούς. Η ιταλική Αρχή Προστασίας Δεδομένων (Garante) έχει παρέμβει επανειλημμένα κατά αναπτύξεων αναγνώρισης προσώπου, μπλοκάροντας ή αναστέλλοντας ουσιαστικά τη χρήση σε πραγματικό χρόνο σε δημόσιους χώρους.
Πιο Δημοφιλή
Η Ευρώπη σε γνωστική ισλαμιστική πολιορκία