2 Μαΐου 2026

CNN: Χωρίς καθαρό νικητή ο πόλεμος στο Ιράν – Ποιοι πληρώνουν και ποιοι κερδίζουν

Δύο μήνες μετά την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν, η υπόσχεση του Ντόναλντ Τραμπ για μια σύντομη, καθαρή και αποφασιστική νίκη μοιάζει όλο και πιο μακρινή. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε εμφανιστεί βέβαιος ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη επικρατήσει «από πολλές απόψεις» μόλις δέκα ημέρες μετά την πρώτη φάση των επιχειρήσεων. Η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Οι εχθροπραξίες έχουν περάσει σε μια φάση προσωρινής ακινησίας, χωρίς να υπάρχει καθαρό πολιτικό τέλος, σταθερή διπλωματική λύση ή σαφές στρατηγικό κέρδος για την Ουάσινγκτον. Η σύγκρουση που παρουσιάστηκε αρχικά ως περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση εξελίχθηκε σε ευρύτερη κρίση, με επιπτώσεις στη Μέση Ανατολή, στην παγκόσμια οικονομία, στις ενεργειακές αγορές και στις ισορροπίες ισχύος.

Κατά την ανάλυση του CNN, ο πόλεμος στο Ιράν έχει δημιουργήσει περισσότερους χαμένους παρά κερδισμένους. Η Μέλανι Σίσον, ανώτερη ερευνήτρια στο Brookings Institution, επισημαίνει ότι σε έναν πόλεμο δεν υπάρχουν πραγματικοί νικητές, παρά μόνο χώρες και δρώντες που βρίσκονται σε καλύτερη θέση για να απορροφήσουν τις συνέπειες.

Οι κοινωνίες που πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα

Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στον ιρανικό λαό. Οι πολίτες του Ιράν βρίσκονται ανάμεσα στις εξωτερικές επιθέσεις και στην εσωτερική καταστολή. Οι αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις έχουν πλήξει χιλιάδες στόχους στην ιρανική επικράτεια, ανάμεσά τους και πολιτικές υποδομές, με βαρύ ανθρώπινο απολογισμό.

Σύμφωνα με τη Human Rights Activists in Iran, περισσότεροι από 3.600 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί, ανάμεσά τους πάνω από 1.700 άμαχοι. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει ακραία ρητορική, φτάνοντας στο σημείο να απειλεί με καταστροφή «ολόκληρου του πολιτισμού» του Ιράν σε περίπτωση που η ηγεσία της χώρας αρνηθεί να αποδεχθεί τις απαιτήσεις της Ουάσινγκτον.

Την ίδια περίοδο, το καθεστώς της Τεχεράνης έχει ενισχύσει τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου. Η νέα ηγετική ομάδα, υπό τον Ανώτατο Ηγέτη Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, εμφανίζεται ακόμη πιο αδιάλλακτη απέναντι σε κάθε μορφή αμφισβήτησης. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναφέρουν πάνω από 600 εκτελέσεις από την αρχή του έτους, μετά τις αιματηρές διαδηλώσεις του Δεκεμβρίου και του Ιανουαρίου.

Η κοινωνία ζει επίσης σε καθεστώς παρατεταμένου ψηφιακού αποκλεισμού, καθώς η πρόσβαση στο διαδίκτυο παραμένει περιορισμένη για περισσότερες από οκτώ εβδομάδες. Η οικονομία έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα, με απώλειες θέσεων εργασίας, συρρίκνωση εισοδημάτων και αύξηση της φτώχειας.

Βαρύ είναι και το κόστος για τον Λίβανο. Η χώρα βρίσκεται ξανά εγκλωβισμένη στη σύγκρουση ανάμεσα στη Χεζμπολάχ και στο Ισραήλ. Η εύθραυστη εκεχειρία που ίσχυε μέχρι τον Φεβρουάριο κατέρρευσε μετά τη δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ από το Ισραήλ, γεγονός που οδήγησε τη Χεζμπολάχ σε νέες επιθέσεις κατά ισραηλινών στόχων.

Η ισραηλινή απάντηση υπήρξε εκτεταμένη. Αεροπορικά πλήγματα και χερσαίες επιχειρήσεις στον Λίβανο έχουν προκαλέσει, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της χώρας, πάνω από 2.500 θανάτους από τις 2 Μαρτίου. Ανάλυση δορυφορικών εικόνων που επικαλείται το CNN δείχνει εκτεταμένες καταστροφές σε χωριά του νότιου Λιβάνου, με πρακτικές που θυμίζουν τη στρατηγική που εφαρμόστηκε προηγουμένως στη Γάζα.

Περίπου 600.000 εκτοπισμένοι από τον νότιο Λίβανο παραμένουν μακριά από τα σπίτια τους. Το Ισραήλ δηλώνει ότι η επιστροφή τους θα επιτραπεί μόνο όταν η Χεζμπολάχ πάψει να αποτελεί απειλή για τις βόρειες περιοχές του.

Οι χώρες του Κόλπου βρέθηκαν επίσης στο επίκεντρο μιας πολεμικής κρίσης την οποία είχαν επιδιώξει να αποφύγουν. Για δεκαετίες, κράτη όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Ιράκ διατήρησαν ένα περιβάλλον σχετικής σταθερότητας, παρά την εγγύτητά τους με συγκρούσεις μεγάλης έντασης.

Η ιρανική απάντηση κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ άλλαξε τα δεδομένα. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν δεχθεί περισσότερες ιρανικές ρουκέτες και drones ακόμη και από το ίδιο το Ισραήλ. Οι περισσότερες επιθέσεις αναχαιτίστηκαν, η ζημιά όμως στην εικόνα των Εμιράτων ως ασφαλούς εμπορικού, χρηματοοικονομικού και τουριστικού κόμβου είναι ήδη εμφανής.

Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν επιβάρυνε σοβαρά το Ιράκ, το Κατάρ και το Κουβέιτ, καθώς οι χώρες αυτές εξαρτώνται από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα για τις εξαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων προϊόντων. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του και εκτιμά ότι οι οικονομίες τους θα συρρικνωθούν μέσα στο έτος.

Οι επιπτώσεις φτάνουν και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Αμερικανοί καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερη βενζίνη, υψηλότερα αεροπορικά εισιτήρια και αυξημένες χρεώσεις σε υπηρεσίες που επηρεάζονται από το κόστος καυσίμων. Ο ετήσιος πληθωρισμός αυξήθηκε στο 3,3% τον Μάρτιο, από 2,4% τον Φεβρουάριο, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί.

Η Μέλανι Σίσον σημειώνει ότι η κατάσταση για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι δυσμενής, καθώς η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο για τις μεταφορές ανθρώπων και εμπορευμάτων. Η περιορισμένη πρόοδος στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καθιστά την οικονομία πιο ευάλωτη σε τέτοιες κρίσεις.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι καταναλωτές αισθάνονται ήδη την πίεση. Η Ασία πλήττεται λόγω της μεγάλης εξάρτησής της από εισαγωγές πετρελαίου και πετροχημικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανική παραγωγή. Στη Λατινική Αμερική, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και τροφίμων πιέζουν τα νοικοκυριά. Στην Αφρική, οι ήδη εύθραυστες οικονομίες αντιμετωπίζουν νέο κύμα δυσκολιών.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει προειδοποιήσει για ισχυρό σοκ, ενώ το ΔΝΤ άλλαξε τις εκτιμήσεις του για τον παγκόσμιο πληθωρισμό. Πριν από τον πόλεμο, η πρόβλεψη έκανε λόγο για επιβράδυνση στο 3,8% φέτος, από 4,1% πέρυσι. Η νέα εκτίμηση ανεβάζει την αύξηση των τιμών στο 4,4%.

Το Ταμείο υποβάθμισε και την πρόβλεψη για την παγκόσμια ανάπτυξη στο 3,1%, από 3,3% που ανέμενε τον Ιανουάριο. Οι φτωχότερες χώρες εμφανίζονται πιο εκτεθειμένες, κυρίως λόγω της αύξησης στις τιμές των λιπασμάτων. Οι πληθυσμοί τους εξαρτώνται περισσότερο από τη γεωργία και δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικά τρόφιμα.

Οι αβέβαιοι χαμένοι της επόμενης ημέρας

Ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει ένας από τους πιο εκτεθειμένους πολιτικά παίκτες της κρίσης. Επέλεξε μια στρατιωτική κλιμάκωση με την υπόσχεση ενός σύντομου πολέμου που θα εξουδετέρωνε τις πυρηνικές και πυραυλικές δυνατότητες του Ιράν και θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε αλλαγή καθεστώτος.

Οι στόχοι αυτοί δεν έχουν εκπληρωθεί. Το τέλος της σύγκρουσης παραμένει ασαφές, ενώ ο πόλεμος υπήρξε εξαρχής αντιδημοφιλής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο αυξάνεται το πολιτικό κόστος για τον Αμερικανό πρόεδρο. Ο μέσος όρος δημοσκοπήσεων του CNN εμφανίζει την αποδοχή του στο 37%.

Η Σίσον εκτιμά ότι οι υψηλές τιμές των καυσίμων δεν ευνοούν την κυβέρνηση Τραμπ, ενώ σε διπλωματικό επίπεδο ο πρόεδρος εμφανίζεται πιο αδύναμος. Η συνέχιση των εχθροπραξιών θα είχε μεγάλο κόστος για τις ΗΠΑ, χωρίς βεβαιότητα αποτελέσματος σε κρίσιμα ζητήματα όπως το πυρηνικό πρόγραμμα, το Στενό του Ορμούζ και η τύχη του ιρανικού καθεστώτος.

Ο Τραμπ θα μπορούσε να μετατρέψει την εικόνα υπέρ του μόνο σε περίπτωση που το Ιράν αποδεχθεί τις σκληρές απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένα τέτοιο σενάριο, με τα σημερινά δεδομένα, δεν εμφανίζεται πιθανό.

Αβέβαιη είναι και η θέση του Ισραήλ, καθώς και του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η άμεση αντιπαράθεση Ιράν - Ισραήλ θεωρούνταν για χρόνια σενάριο ακραίας κλιμάκωσης, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυνάμεις να προσπαθούν να την αποτρέψουν. Ο Νετανιάχου κατάφερε να πείσει τον Τραμπ ότι η κοινή επίθεση ήταν ο αναγκαίος δρόμος για την αντιμετώπιση της Τεχεράνης και του πυρηνικού της προγράμματος.

Αρχικά, αυτό καταγράφηκε ως στρατηγική επιτυχία του Ισραηλινού πρωθυπουργού. Ο ίδιος επανέλαβε την υπόσχεσή του ότι θα αλλάξει το πρόσωπο της Μέσης Ανατολής, τονίζοντας τη στενή συνεργασία του με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Η καταστροφή σημαντικού μέρους της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν μπορεί να προσφέρει στον Νετανιάχου πολιτική ώθηση ενόψει εκλογικής χρονιάς στο Ισραήλ. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των Ισραηλινών στηρίζει τον πόλεμο κατά του Ιράν, χωρίς να θεωρεί βέβαιη τη νίκη των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Η εικόνα του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει δεχθεί νέο πλήγμα, σε συνέχεια της φθοράς που είχε προκαλέσει ο πόλεμος στη Γάζα. Παράλληλα, αυξάνονται οι ανησυχίες για τους κατοίκους των βόρειων περιοχών του Ισραήλ, όπου οι απειλές από πυραύλους και drones της Χεζμπολάχ έχουν επανέλθει με μεγαλύτερη ένταση.

Το ιρανικό καθεστώς έχει επίσης υποστεί σοβαρές απώλειες. Πολλοί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι σκοτώθηκαν από αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα, ανάμεσά τους και ο επί χρόνια Ανώτατος Ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.

Παρά τις απώλειες, η δομή εξουσίας παραμένει όρθια. Οι νέοι ηγέτες εμφανίζονται πιο ριζοσπαστικοί και πιο πρόθυμοι για σύγκρουση. Το καθεστώς έχει αποκτήσει επιπλέον διαπραγματευτικό βάρος, καθώς απέδειξε ότι μπορεί να προκαλέσει παγκόσμια αναστάτωση μέσω του ελέγχου του Στενού του Ορμούζ.

Η Μόνα Γιακουμπιάν, διευθύντρια του Προγράμματος για τη Μέση Ανατολή στο CSIS, εκτιμά ότι η Τεχεράνη πήρε ένα επικίνδυνο ρίσκο και κατέδειξε στην πράξη τον de facto έλεγχο του Στενού. Η εξέλιξη αυτή έχει σοβαρές προεκτάσεις για την περιοχή και για την παγκόσμια οικονομία.

Η Ουκρανία συγκαταλέγεται στους πιθανώς χαμένους της κρίσης, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Παραδόσεις κρίσιμων οπλικών συστημάτων έχουν ανακατευθυνθεί, ενώ ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε στο CNN ότι οι προμήθειες αντιβαλλιστικών πυραύλων επηρεάστηκαν από τους περιορισμούς στην αμερικανική παραγωγική δυνατότητα.

Η Μέση Ανατολή έχει απορροφήσει μεγάλο μέρος της διεθνούς προσοχής που μέχρι πρόσφατα κατευθυνόταν προς τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα, υπό τον Στιβ Γουίτκοφ, επικεντρώνεται πλέον στο Ιράν.

Υπάρχει και μια διαφορετική διάσταση για το Κίεβο. Η πολυετής άμυνα απέναντι στη Ρωσία έχει μετατρέψει την Ουκρανία σε ισχυρό παίκτη στην τεχνολογία drones. Η απειλή των ιρανικών μη επανδρωμένων συστημάτων ανέδειξε διεθνώς την αξία της ουκρανικής εμπειρίας.

Η Γιακουμπιάν σημειώνει ότι ο πόλεμος άνοιξε προοπτικές για την Ουκρανία στον Κόλπο. Η επίσκεψη Ζελένσκι στην περιοχή και η θερμή υποδοχή του δείχνουν πιθανή σύγκλιση συμφερόντων γύρω από την ανάπτυξη τεχνολογίας αντιμετώπισης drones.

Οι προσωρινοί κερδισμένοι της κρίσης

Η Κίνα εμφανίζεται ως ένας από τους δρώντες που μπορεί να βγουν ενισχυμένοι. Ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας στον κόσμο, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Παρ’ όλα αυτά, έχει διαχειριστεί την πετρελαϊκή αναταραχή με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.

Την τελευταία δεκαετία, το Πεκίνο δημιούργησε μεγάλα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, διαφοροποίησε τις πηγές προμήθειας και επιτάχυνε τη μετάβαση στην ηλεκτρική ενέργεια. Η παραγωγή από εγχώριες πηγές, όπως ο άνθρακας και οι ανανεώσιμες μορφές, μειώνει μέρος της πίεσης που προκαλούν οι υψηλές τιμές πετρελαίου.

Η κρίση μπορεί επίσης να ενισχύσει τη ζήτηση για κινεζικά φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες, καθώς περισσότερες χώρες αναζητούν τρόπους απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Η Κίνα επιχειρεί ταυτόχρονα να αξιοποιήσει το διπλωματικό πλήγμα που δέχθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Γιακουμπιάν επισημαίνει ότι η Ουάσινγκτον υπέστη σοβαρή φθορά στη διεθνή εικόνα της, καθώς ο πόλεμος παραμένει αντιδημοφιλής τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Η Κίνα εμφανίζεται ως υπερασπιστής της ειρήνης, της διεθνούς ασφάλειας και του διεθνούς δικαίου.

Η κρίση έχει και στρατηγική διάσταση στην Ασία. Η εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή οδήγησε σε μετακίνηση κρίσιμων στρατιωτικών μέσων από την ασιατική περιοχή, μειώνοντας την αποτρεπτική ισχύ της Ουάσινγκτον απέναντι σε μια Κίνα που προβάλλει όλο και πιο έντονα τη δύναμή της και διατηρεί βλέψεις στην Ταϊβάν.

Η κινεζική οικονομία εξακολουθεί να έχει αδύναμο σημείο την εξάρτηση από τις εξαγωγές. Αν η παγκόσμια οικονομία επιβραδυνθεί περισσότερο, η ζήτηση για κινεζικά προϊόντα θα μειωθεί. Ήδη οι εξαγωγές προς τη Μέση Ανατολή, μια κρίσιμη αγορά για το Πεκίνο, εμφανίζουν κάμψη.

Στους άμεσους οικονομικούς κερδισμένους συγκαταλέγονται οι μεγάλες εταιρείες ορυκτών καυσίμων. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και οι έντονες διακυμάνσεις στην αγορά αυξάνουν τα έσοδα των ενεργειακών κολοσσών.

Οι Chevron, Shell, BP, ConocoPhillips, Exxon και TotalEnergies καταγράφουν υψηλή κερδοφορία. Σύμφωνα με έκθεση της Oxfam, οι έξι αυτές εταιρείες αναμένεται να εμφανίσουν κέρδη 94 δισ. δολαρίων μέσα στο έτος.

Η έκρηξη κερδών έχει ήδη προκαλέσει πολιτικές πιέσεις σε πολλές χώρες για φορολόγηση των υπερκερδών. Ταυτόχρονα, η κρίση κάνει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πιο ελκυστικές, επιταχύνοντας πιθανώς τη μακροπρόθεσμη απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα.

Η Ρωσία εμφανίζεται επίσης ωφελημένη σε ενεργειακό επίπεδο. Οι υψηλές τιμές πετρελαίου και λιπασμάτων προσέφεραν πρόσθετα έσοδα στο Κρεμλίνο, ειδικά μετά την προσωρινή χαλάρωση αμερικανικών κυρώσεων για ρωσικό πετρέλαιο που βρισκόταν ήδη εν πλω, με στόχο την ενίσχυση της παγκόσμιας προσφοράς.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ανακοίνωσε ότι τα ρωσικά ενεργειακά έσοδα σχεδόν διπλασιάστηκαν τον Μάρτιο, φτάνοντας τα 19 δισ. δολάρια από 9,75 δισ. τον Φεβρουάριο. Οι συνεχιζόμενες ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, κυρίως λιμάνια και διυλιστήρια, περιορίζουν την ποσότητα πετρελαίου που μπορεί να διαθέσει η Μόσχα.

Η αυξανόμενη παρουσία της Ουκρανίας στον Κόλπο δημιουργεί έναν νέο παράγοντα ανησυχίας για τη Ρωσία. Η Μόσχα διαθέτει μακροχρόνιες σχέσεις στην περιοχή και η είσοδος του βασικού της αντιπάλου σε αυτό το πεδίο μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγική πρόκληση.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποκτούν νέα δυναμική μέσα στην κρίση. Η πετρελαϊκή αναταραχή ενισχύει την επιθυμία πολλών κρατών να στραφούν σε καθαρές μορφές ενέργειας και να μειώσουν την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις των ορυκτών καυσίμων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε νέα στρατηγική με στόχο την προστασία των πολιτών από τις απότομες αυξομειώσεις των τιμών στα ορυκτά καύσιμα και την επιτάχυνση της εγχώριας καθαρής ενέργειας. Η πρωτοβουλία αυτή συνδέεται άμεσα με τη διεθνή ενεργειακή κρίση.

Υπάρχουν και εμπόδια. Η σύγκρουση στο Ιράν αυξάνει το κόστος βασικών υλικών που χρησιμοποιούνται στις πράσινες τεχνολογίες, όπως το αλουμίνιο, και διαταράσσει κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες. Αυτό μπορεί να καταστήσει ακριβότερη την ανάπτυξη έργων ανανεώσιμης ενέργειας.

Κερδισμένοι της συγκυρίας εμφανίζονται και οι κατασκευαστές drones και οπλικών συστημάτων. Όπως σε κάθε μεγάλη σύγκρουση, η ζήτηση για εξοπλισμούς, πυραυλικά συστήματα, αντιαεροπορική άμυνα και τεχνολογίες μη επανδρωμένων μέσων αυξάνεται.

Το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης ανακοίνωσε ότι οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 2,9% πέρυσι, φτάνοντας τα 2,019 τρισ. δολάρια το 2025. Ο Σιάο Λιάνγκ, ερευνητής του Προγράμματος Στρατιωτικών Δαπανών και Παραγωγής Όπλων, ανέφερε ότι τα κράτη απαντούν σε πολέμους, αβεβαιότητα και γεωπολιτικές αναταράξεις με μεγάλης κλίμακας εξοπλιστικά προγράμματα.

Η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και μετά το 2026, καθώς οι κρίσεις παραμένουν ενεργές και πολλές κυβερνήσεις έχουν ήδη θέσει μακροπρόθεσμους στόχους αύξησης των στρατιωτικών δαπανών.

Ο αμυντικός τομέας, πάντως, δεν έχει εξασφαλισμένη μακροπρόθεσμη ανοδική πορεία. Οι μετοχές μεγάλων αμυντικών εταιρειών πιέστηκαν τους τελευταίους μήνες, μετά από μια παρατεταμένη περίοδο ανόδου. Αναλυτές αποδίδουν την πίεση στη χαμηλή δημοτικότητα του πολέμου στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην πιθανότητα μελλοντικής αλλαγής πολιτικής και στην αβεβαιότητα γύρω από την έγκριση του αμυντικού προϋπολογισμού της κυβέρνησης Τραμπ από το Κογκρέσο.

Ο συνολικός απολογισμός, δύο μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, δείχνει μια σύγκρουση χωρίς καθαρό νικητή. Οι λαοί της περιοχής πληρώνουν το άμεσο ανθρώπινο κόστος, οι οικονομίες πιέζονται, η ενεργειακή ασφάλεια δοκιμάζεται και οι μεγάλες δυνάμεις αναπροσαρμόζουν τις στρατηγικές τους. Η αρχική υπόσχεση για γρήγορη νίκη έχει δώσει τη θέση της σε έναν πόλεμο φθοράς με παγκόσμιες συνέπειες.