Ηρεμία στις δηλώσεις, εκκρεμότητες στην ουσία των ελληνοτουρκικών σχέσεων

Η συνάντηση των δύο ηγετών πραγματοποιήθηκε σε περιβάλλον ηρεμίας, με έμφαση στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και στη διαμόρφωση μιας θετικής ατζέντας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι δημόσιες δηλώσεις κινήθηκαν σε χαμηλούς τόνους, αποτυπώνοντας πρόθεση αποφυγής εντάσεων και επαναφοράς ενός πλαισίου προβλεψιμότητας. Κεντρικό σημείο αποτέλεσε η υπογραφή της «Διακήρυξης των Αθηνών περί Σχέσεων Φιλίας και Καλής Γειτονίας», η οποία καταγράφει πολιτική δέσμευση για αποχή από επιθετικές δηλώσεις και ενέργειες, καθώς και για σεβασμό βασικών αρχών συμπεριφοράς μεταξύ των δύο χωρών.

Στις τοποθετήσεις του, ο Έλληνας Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη σημασία του Διεθνούς Δικαίου και των αρχών καλής γειτονίας ως θεμέλιο για τη σταθεροποίηση των σχέσεων. Υπενθύμισε ότι η διαφορά σχετικά με την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ εξακολουθεί να υφίσταται, σημειώνοντας τη δυνατότητα συζήτησής της σε χρόνο που θα κριθεί κατάλληλος. Η αναφορά αυτή εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σταδιακής οικοδόμησης εμπιστοσύνης, χωρίς συγκεκριμένη διαδικαστική εξειδίκευση.

Στο πεδίο της οικονομίας και του εμπορίου τέθηκε στόχος για σημαντική αύξηση των διμερών συναλλαγών, με προοπτική τον διπλασιασμό τους και την προσέγγιση των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Υπογράφηκαν μνημόνια συνεργασίας σε τομείς όπως ο τουρισμός, η επιχειρηματικότητα, η ενέργεια και η πολιτική προστασία, αποτυπώνοντας πρόθεση ενίσχυσης πρακτικών συνεργειών και οικονομικής διασύνδεσης.

Στο μεταναστευτικό και την ασφάλεια καταγράφηκε πρόθεση ενίσχυσης της συνεργασίας για την αντιμετώπιση των δικτύων διακινητών και τον έλεγχο των ροών στο Αιγαίο. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην ενεργοποίηση της δυνατότητας χορήγησης visa express επτά ημερών για Τούρκους πολίτες σε δέκα ελληνικά νησιά, μέτρο που συνδέεται με την ενίσχυση του τουρισμού και των ανθρώπινων επαφών.

Στο ζήτημα των μειονοτήτων, ο Τούρκος Πρόεδρος αναφέρθηκε στη μειονότητα της Θράκης χρησιμοποιώντας τον όρο «τουρκική». Η ελληνική πλευρά επανέλαβε το θεσμικό πλαίσιο της Μουσουλμανικής μειονότητας, όπως αυτό ορίζεται από τη Συνθήκη της Λωζάνης, επισημαίνοντας ότι το ελληνικό κράτος διασφαλίζει ισονομία και ισοπολιτεία για όλους τους πολίτες του.

Στο Κυπριακό, οι τοποθετήσεις κατέγραψαν τη διατήρηση των γνωστών θέσεων. Η ελληνική πλευρά επανέλαβε τη στήριξη σε λύση σύμφωνα με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και το πλαίσιο της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, ενώ η τουρκική πλευρά αναφέρθηκε στην ανάγκη αποδοχής της υφιστάμενης κατάστασης στο έδαφος.

Πέρα από το κλίμα ηρεμίας και τις διατυπώσεις καλής θέλησης, το συνολικό αποτύπωμα της συνάντησης καταγράφει τη διατήρηση κρίσιμων ζητημάτων εκτός θεσμικής επίλυσης. Η «Διακήρυξη των Αθηνών» λειτουργεί ως πολιτικό κείμενο προθέσεων, χωρίς συγκεκριμένους μηχανισμούς εφαρμογής ή δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα. Η απουσία σαφούς διαδικασίας για τα βασικά θέματα περιορίζει την πρακτική της εμβέλεια.

Η αναφορά σε μελλοντική συζήτηση για την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα μεταθέτει τον πυρήνα της διαφοράς σε ακαθόριστο χρόνο, χωρίς παραπομπή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο ή κοινά αποδεκτό πλαίσιο επίλυσης. Το ζήτημα παραμένει σε καθεστώς πολιτικής διαχείρισης, χωρίς νομική κατοχύρωση και χωρίς ενίσχυση της προβλεψιμότητας στο πεδίο.

Στο μεταναστευτικό, οι δηλώσεις συνεργασίας δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τον έλεγχο των ροών. Η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι οι μεταναστευτικές πιέσεις στο Αιγαίο αποτελούν παράγοντα πολιτικής πίεσης. Η εφαρμογή της visa express ενισχύει τις μετακινήσεις, χωρίς να συνδέεται με θεσμικούς μηχανισμούς διαχείρισης ενδεχόμενων αυξημένων ροών προς τα νησιά.

Στο θέμα της Μουσουλμανικής μειονότητας, η δημόσια χρήση του όρου «τουρκική» επαναφέρει πάγια τουρκική θέση που δεν προβλέπεται από το διεθνές θεσμικό πλαίσιο. Η ελληνική απάντηση παρέμεινε εντός νομικών διατυπώσεων, χωρίς να μεταβάλει το επίπεδο διεθνούς εντύπωσης που δημιουργείται από τη διατύπωση αυτή.

Στο Κυπριακό, η επανάληψη των θέσεων αποτυπώνει στασιμότητα, χωρίς ένδειξη ουσιαστικής επανεκκίνησης της διαδικασίας. Οι περιφερειακές εξελίξεις, με αναφορά στον πόλεμο στη Γάζα και την ανάγκη προστασίας των αμάχων, εντάχθηκαν σε γενικό πλαίσιο τοποθετήσεων χωρίς συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.

Η συνολική εικόνα της συνάντησης αποτυπώνει επιλογή αποκλιμάκωσης μέσω διαχείρισης, με τα βασικά ζητήματα να παραμένουν ανοικτά και μετατεθειμένα στο μέλλον. Το πλαίσιο που διαμορφώνεται ευνοεί τη συντήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, με τις κρίσιμες αποφάσεις να εξαρτώνται από μεταγενέστερες συγκυρίες και ισορροπίες, χωρίς σαφές και δεσμευτικό θεσμικό περιβάλλον επίλυσης.