Ακίνητα: Νέα επιβάρυνση μέσω των δήμων
Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει από τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης το Τέλος Περιφερειακής Ανάπτυξης, μετά το κύμα αντιδράσεων που προκάλεσε η πρόβλεψη για έναν νέο φόρο στην ακίνητη περιουσία. Η διάταξη είχε ήδη χαρακτηριστεί ως ένας ιδιότυπος «περιφερειακός ΕΝΦΙΑ», καθώς θα επέβαλλε πρόσθετη επιβάρυνση στους ιδιοκτήτες ακινήτων υπέρ των Περιφερειών.
Η κυβερνητική υποχώρηση, ωστόσο, έχει περιορισμένο εύρος. Από το τελικό κείμενο αφαιρέθηκε το περιφερειακό σκέλος, παραμένει όμως κανονικά το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης υπέρ των δήμων, το οποίο επίσης θα υπολογίζεται πάνω στην αξία της ακίνητης περιουσίας. Με άλλα λόγια, η πίεση των αντιδράσεων οδήγησε σε μερική αναδίπλωση, αφήνοντας ανοιχτό τον δρόμο για νέα επιβάρυνση των ιδιοκτητών μέσω της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Το τελικό κείμενο του Κώδικα παρουσιάζει σήμερα, στις 3 το μεσημέρι, ο υπουργός Εσωτερικών Θοδωρής Λιβάνιος. Πρόκειται για ένα εκτεταμένο νομοθέτημα που φέρνει αλλαγές στο εκλογικό σύστημα της Αυτοδιοίκησης, στη χρηματοδότηση των ΟΤΑ, στις αρμοδιότητες δήμων και περιφερειών, στο καθεστώς των συμβασιούχων και στη λειτουργία των δημοτικών παιδικών σταθμών.
Το μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, πάντως, πέφτει στις διατάξεις για την ακίνητη περιουσία. Η απόσυρση του Τέλους Περιφερειακής Ανάπτυξης δείχνει ότι η αρχική κυβερνητική πρόθεση για διπλή αυτοδιοικητική επιβάρυνση προσέκρουσε στην κοινωνική και θεσμική αντίδραση. Η διατήρηση του δημοτικού τέλους αποδεικνύει ότι η λογική μεταφοράς βαρών στους πολίτες παραμένει ενεργή.
Αποσύρθηκε ο «περιφερειακός ΕΝΦΙΑ»
Το Τέλος Περιφερειακής Ανάπτυξης έμεινε τελικά εκτός του νομοσχεδίου. Η επίμαχη ρύθμιση προέβλεπε ότι κάθε Περιφερειακό Συμβούλιο θα μπορούσε να επιβάλλει πρόσθετο τέλος στην ακίνητη περιουσία, με συντελεστή από 0,15‰ έως 0,35‰ επί της αξίας των ακινήτων.
Το ποσό θα βεβαιωνόταν και θα εισπραττόταν με διαδικασία αντίστοιχη εκείνης του Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης, προσθέτοντας ακόμη ένα επίπεδο φορολογικής επιβάρυνσης στους ιδιοκτήτες. Η ρύθμιση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη δημόσια διαβούλευση, καθώς θεωρήθηκε ότι δημιουργεί νέο αυτοδιοικητικό φόρο στην περιουσία.
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, η κυβέρνηση αποφάσισε να αποσύρει τη διάταξη, υιοθετώντας τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν κατά τη διαβούλευση. Στο ίδιο κείμενο αναγνωρίζεται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα οδηγούσε σε πρόσθετη επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας και σε απώλεια διαθέσιμου εισοδήματος για τους πολίτες.
Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ουσιαστικά ότι η διάταξη θα επιβάρυνε περαιτέρω τους ιδιοκτήτες, σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια, τα ενοίκια, η ενέργεια και η γενικότερη φορολογική πίεση έχουν ήδη περιορίσει δραματικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Εάν το Τέλος Περιφερειακής Ανάπτυξης παρέμενε στο νομοσχέδιο, η συνολική επιβάρυνση θα μπορούσε να φτάσει έως και το 1,05‰ της αξίας των ακινήτων. Στο ανώτατο όριο του Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης, δηλαδή 0,70‰, θα προστίθετο επιπλέον συντελεστής έως 0,35‰ υπέρ των Περιφερειών.
Έτσι, η συνολική επιβάρυνση θα ξεπερνούσε ακόμη και το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων της περιόδου 2008-2009, το οποίο επιβαλλόταν με συντελεστή 1‰. Παράλληλα, το βάρος για τους ιδιοκτήτες θα έφθανε σχεδόν στο τριπλάσιο του σημερινού Τέλους Ακίνητης Περιουσίας, που διαμορφώνεται έως 0,35‰.
Με τη διαγραφή του άρθρου 477 από το τελικό κείμενο του Κώδικα, η επιβολή πρόσθετης φορολογικής επιβάρυνσης σε περιφερειακό επίπεδο καθίσταται αδύνατη. Η απόσυρση, ωστόσο, δεν ακυρώνει τη βασική κατεύθυνση του νομοσχεδίου, καθώς οι δήμοι διατηρούν το νέο εργαλείο επιβολής τέλους στην ακίνητη περιουσία.
Παραμένει το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης
Το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης υπέρ των δήμων παραμένει στο νομοσχέδιο και ρυθμίζεται στα άρθρα 392 έως 396. Θα επιβάλλεται επί της συνολικής αξίας της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται εντός των ορίων κάθε δήμου και θα αντικαταστήσει υφιστάμενες διατάξεις για το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας και τον Φόρο Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων.
Ο συντελεστής θα καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και θα κυμαίνεται από 0,30‰ έως 0,70‰ επί της αξίας των ακινήτων. Προβλέπεται επίσης δυνατότητα διαφοροποίησης ανά δημοτική ενότητα, γεγονός που δίνει στους δήμους ευρύ περιθώριο προσαρμογής του τέλους ανά περιοχή.
Το νομοσχέδιο προβλέπει και δυνατότητα υπέρβασης του ανώτατου ορίου, εφόσον αποδεικνύεται ότι τα εκτιμώμενα έσοδα ενός δήμου υπολείπονται του 95% των εσόδων που εισπράχθηκαν από ΤΑΠ και ΦΗΧ κατά το οικονομικό έτος 2025. Η πρόβλεψη αυτή διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη μεγαλύτερης επιβάρυνσης σε δήμους που θα επικαλεστούν απώλεια εσόδων.
Το τέλος θα βαρύνει τον κύριο του ακινήτου κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. Σε περιπτώσεις επικαρπίας ή νομής, υπόχρεος θα είναι ο επικαρπωτής ή ο νομέας. Για τα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, η είσπραξη θα γίνεται μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος.
Όταν ο λογαριασμός ρεύματος εκδίδεται στο όνομα μισθωτή, το ποσό που θα καταβάλλεται θα αφαιρείται από το μίσθωμα, εκτός εάν η σύμβαση μίσθωσης προβλέπει διαφορετικά. Η διάταξη αυτή μεταφέρει μια νέα γραφειοκρατική και οικονομική σχέση ανάμεσα σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές, με πιθανές τριβές στην πράξη.
Πέρα από τα νέα τέλη, ο Κώδικας φέρνει αλλαγές και στο αυτοδιοικητικό εκλογικό σύστημα. Καταργείται ο δεύτερος γύρος των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών, με δημάρχους και περιφερειάρχες να εκλέγονται από την πρώτη Κυριακή εφόσον συγκεντρώσουν ποσοστό 42%+1 των ψήφων.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί το όριο, θα εφαρμόζεται σύστημα εναλλακτικής ψήφου, με τους πολίτες να μπορούν να δηλώνουν και δεύτερο συνδυασμό. Οι ψήφοι αυτές θα προσμετρώνται σε δεύτερη καταμέτρηση, διαμορφώνοντας νέο μοντέλο ανάδειξης αυτοδιοικητικών αρχών.
Το νομοσχέδιο προβλέπει ακόμη ηλεκτρονικές κάλπες, δημοψηφίσματα, πενταετή αυτοδιοικητική θητεία, σαφέστερο διαχωρισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ δήμων, περιφερειών και κράτους, αλλαγές στις προϋποθέσεις αργίας αιρετών και δυνατότητα χορήγησης επιδομάτων γέννησης από τους δήμους.
Παράλληλα, ενσωματώνεται το πάγιο αίτημα της ΚΕΔΕ για τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους, ενώ το άρθρο 540 προβλέπει παρακρατήσεις έως και 30% της μηνιαίας κρατικής επιχορήγησης σε δήμους και περιφέρειες που δεν εξυπηρετούν τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους.
Σημαντικές παρεμβάσεις περιλαμβάνονται και στη λεγόμενη «διάταξη Βορίδη», καθώς εισάγονται αλλαγές που διευκολύνουν σε ορισμένες περιπτώσεις τη μονιμοποίηση συμβασιούχων μέσω της δικαστικής οδού. Προβλέπεται επίσης η δημιουργία νέων θέσεων τακτικού προσωπικού σε δημοτικούς παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, με διαδικασίες στις οποίες θα συμμετέχει το ΑΣΕΠ.
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης παρουσιάζεται ως εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση. Στον πυρήνα του, όμως, παραμένει μια σαφής πολιτική επιλογή: η μεταφορά πρόσθετων βαρών στην ακίνητη περιουσία και η ενίσχυση των αυτοδιοικητικών μηχανισμών είσπραξης. Η απόσυρση του «περιφερειακού ΕΝΦΙΑ» περιορίζει το πολιτικό κόστος, αφήνει όμως ανέπαφη την ουσία της νέας επιβάρυνσης μέσω των δήμων.
Πιο Δημοφιλή
Πένθος για την Πόπη Τσαπανίδου
Πιο Πρόσφατα
Ανεργία ΟΟΣΑ: Σταθερή στο 5% τον Απρίλιο 2026
Ανδρουλάκης: Επίθεση σε Μητσοτάκη για αλαζονεία