16 Ιουνίου 2026

Δημοσιονομικός κλοιός για την κυβέρνηση

Αντιμέτωπη με μια δύσκολη δημοσιονομική εξίσωση βρίσκεται η κυβέρνηση, καθώς καλείται να οριστικοποιήσει το πακέτο μέτρων που θα παρουσιάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ, την ίδια στιγμή που πρέπει να καταρτίσει το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2027.

Οι κατευθύνσεις που περιλαμβάνονται στην εγκύκλιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τον πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό της περιόδου 2027-2030 δείχνουν ότι τα περιθώρια για πρόσθετες παροχές θα είναι εξαιρετικά στενά.

Το οικονομικό επιτελείο κινείται μέσα σε πλαίσιο αυξημένων περιορισμών, με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες να επιβάλλουν ανώτατα όρια στις δαπάνες και την ψηφιακή παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού να περιορίζει κάθε δυνατότητα χαλαρότερης διαχείρισης.

Η εγκύκλιος του ΥΠΕΘΟΟ αποτυπώνει τη στρατηγική που θα εφαρμοστεί έως το 2030, με κεντρικό στόχο τον αυστηρό έλεγχο του ρυθμού αύξησης των δημόσιων δαπανών. Όλοι οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό καλούνται να υποβάλουν έως τις 31 Ιουλίου 2026 τα σχέδια δαπανών τους στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

Η οδηγία είναι σαφής: κάθε νέα ανάγκη θα πρέπει να καλύπτεται μέσω εσωτερικών ανακατανομών πόρων. Με άλλα λόγια, οι φορείς καλούνται να χρηματοδοτήσουν πρόσθετες δαπάνες μέσα από τα ήδη περιορισμένα όριά τους, χωρίς να διαμορφώνεται χώρος για ουσιαστική επέκταση κοινωνικών ή αναπτυξιακών παρεμβάσεων.

Στενά όρια για πρωτογενείς δαπάνες

Με βάση το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο και το νέο πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες θα κινούνται εντός αυστηρών ορίων. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για ετήσια αύξηση από 3% έως 3,6% την περίοδο 2026-2029.

Ο συγκεκριμένος ρυθμός, σε αρκετές περιπτώσεις, υπολείπεται των πληθωριστικών πιέσεων. Αυτό σημαίνει ότι η ονομαστική αύξηση των δαπανών μπορεί να μην αρκεί για πραγματική ενίσχυση των κοινωνικών παροχών, ιδιαίτερα όταν το κόστος ζωής συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η πορεία των μεταβιβάσεων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται συντάξεις, κοινωνικά επιδόματα, ενισχύσεις προς ασφαλιστικά ταμεία και νοσοκομεία, επιχορηγήσεις επιχειρήσεων και άλλες κοινωνικές παροχές.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι συγκεκριμένες δαπάνες θα αυξηθούν οριακά τα επόμενα χρόνια, ενώ για το 2030 προβλέπεται ακόμη και μικρή υποχώρηση. Οι μεταβιβάσεις από 35,788 δισ. ευρώ το 2027 αναμένεται να φτάσουν τα 36,385 δισ. ευρώ το 2029, με συνολική αύξηση μόλις 597 εκατ. ευρώ.

Το 2030 προβλέπεται μικρή μείωση στα 36,377 δισ. ευρώ. Σε ορίζοντα τετραετίας, η συνολική αύξηση περιορίζεται περίπου στα 648,5 εκατ. ευρώ, δηλαδή στο 1,8%, στοιχείο που αναδεικνύει τα εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια για ουσιαστική διεύρυνση κοινωνικών δαπανών.

Υπό αυτά τα δεδομένα, κάθε νέα κυβερνητική εξαγγελία τα επόμενα χρόνια θα χρειάζεται σαφή πηγή χρηματοδότησης. Οι επιλογές περιορίζονται είτε στην υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων είτε σε ανακατανομή δαπανών και εξοικονομήσεις εντός του προϋπολογισμού.

Φοροδιαφυγή, ψηφιακοί έλεγχοι και πληθωρισμός

Το οικονομικό επιτελείο ποντάρει σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των φορολογικών εσόδων μέσω της περαιτέρω ψηφιοποίησης της οικονομίας και της ενίσχυσης των μηχανισμών κατά της φοροδιαφυγής.

Το ψηφιακό πελατολόγιο, το ψηφιακό δελτίο αποστολής, η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας και τα νέα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης της ΑΑΔΕ για τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών αποτελούν βασικούς πυλώνες αυτής της στρατηγικής.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να αντλήσει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο μέσα από την καλύτερη είσπραξη φόρων. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή μεταφέρει το βάρος στη φορολογική απόδοση της οικονομίας, την ώρα που οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να ακολουθήσουν πτωτική πορεία.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας του πληθωρισμού. Οι αρχικές προβλέψεις για αποκλιμάκωση στο 2,2% έχουν ανατραπεί, καθώς πλέον εκτιμάται ότι ο πληθωρισμός θα κλείσει το έτος στο 3,7%-3,8%.

Ιδιαίτερα έντονες προβλέπονται οι πιέσεις στην ενέργεια, με τον σχετικό πληθωρισμό να εκτιμάται ότι θα φτάσει το 11,1%. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται στο σύνολο της οικονομίας, συμπιέζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ο γενικός πληθωρισμός στη χώρα θα διαμορφωθεί στο 3,8% το 2026, ενώ στην Ευρωζώνη στο 3%. Για το 2027 προβλέπεται αποκλιμάκωση στο 2,6% για την Ελλάδα και στο 2,3% για την Ευρωζώνη, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασθενήσουν σταδιακά οι πιέσεις από τις τιμές της ενέργειας.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πολιτικά δύσκολη για την κυβέρνηση. Από τη μία πλευρά, το Μέγαρο Μαξίμου χρειάζεται ένα πειστικό πακέτο εξαγγελιών στη ΔΕΘ, σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής πίεσης λόγω ακρίβειας. Από την άλλη, το δημοσιονομικό πλαίσιο έως το 2030 αφήνει ελάχιστα περιθώρια για παροχές με πραγματικό και μόνιμο αντίκρισμα.

Η σύγκρουση ανάμεσα στην επικοινωνιακή ανάγκη για μέτρα στήριξης και στη δημοσιονομική πραγματικότητα είναι πλέον εμφανής. Το ερώτημα είναι αν οι εξαγγελίες της ΔΕΘ θα αποτελέσουν ουσιαστικές παρεμβάσεις για εισοδήματα και κοινωνικές ανάγκες ή ακόμη έναν περιορισμένο κατάλογο μέτρων, προσαρμοσμένο στα στενά όρια των ευρωπαϊκών κανόνων και των αριθμών του προϋπολογισμού.