ΔΝΤ: Ανθεκτική η Ελλάδα στην κρίση της Μέσης Ανατολής

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το ΔΝΤ αναγνωρίζει την ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα της Ελλάδας εν μέσω της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
  • Οι μεταρρυθμίσεις για τη φοροδιαφυγή διευρύνουν τη φορολογική βάση και στηρίζουν τα νοικοκυριά.
  • Η ανάπτυξη προβλέπεται στο 1,8% για το 2026, με τους κινδύνους να είναι κυρίως καθοδικοί λόγω του πολέμου.
  • Το πρώτο FSAP από το 2006 διαπιστώνει ότι οι συστημικοί κίνδυνοι παραμένουν διαχειρίσιμοι.

Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας, η ελληνική οικονομία εμφανίζεται θωρακισμένη, διαθέτοντας ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), η οποία δημοσιοποιήθηκε μετά την ολοκλήρωση της Διαβούλευσης του Άρθρου IV για τη χώρα μας. Το Ταμείο υπογραμμίζει ότι ο σωστός συνδυασμός μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής αποτελεί το κλειδί για τη διατήρηση της σταθερότητας και την προώθηση μιας ισορροπημένης και βιώσιμης ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα.

Οι επιπτώσεις του πολέμου και η σημασία των μεταρρυθμίσεων

Το σοκ στις τιμές της ενέργειας, που προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αναγνωρίζεται από το ΔΝΤ ως ένα σημαντικό εμπόδιο για την ελληνική οικονομία. Ωστόσο, οι ισχυρές επενδύσεις και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που υλοποιούνται στο πλαίσιο του Next Generation EU (NGEU) λειτουργούν ως αντίβαρο, στηρίζοντας την αναπτυξιακή δυναμική. Παράλληλα, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής έχουν διευρύνει τη φορολογική βάση και έχουν περιορίσει την αδήλωτη οικονομία. Αυτό δημιουργεί τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για τη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα μια ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους.

Χρηματοπιστωτική σταθερότητα και προοπτικές ανάπτυξης

Το Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα (FSAP) για το 2026, το πρώτο που διενεργείται από το 2006, διαπιστώνει ότι οι συστημικοί κίνδυνοι στον χρηματοπιστωτικό τομέα ήταν χαμηλοί πριν από την έναρξη της πολεμικής σύρραξης και παραμένουν διαχειρίσιμοι. Όσον αφορά τις μακροοικονομικές προβλέψεις, η αύξηση του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί στο 1,8% το 2026. Η ανάπτυξη υποστηρίζεται από υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις και μέτρα στήριξης των νοικοκυριών, ωστόσο οι αυξημένες τιμές ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση, λόγω του πολέμου, αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό.

Μεσοπρόθεσμες προκλήσεις και κίνδυνοι

Μεσοπρόθεσμα, η ανάπτυξη προβλέπεται να υποχωρήσει στο 1,5%, εξαιτίας της μείωσης του πληθυσμού σε εργάσιμη ηλικία, της χαμηλής συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και της υποτονικής αύξησης της παραγωγικότητας. Οι κίνδυνοι για τις προβλέψεις είναι κυρίως καθοδικοί, λόγω ενός παρατεταμένου πολέμου, μιας πιθανής κλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων και του κατακερματισμού του εμπορίου. Στους εγχώριους κινδύνους περιλαμβάνονται οι καθυστερήσεις στην εκτέλεση έργων που χρηματοδοτούνται από το NGEU. Ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό προκύπτουν από περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές των βασικών προϊόντων, από την αύξηση των μισθών που ξεπερνά την παραγωγικότητα της εργασίας και από το υψηλότερο κόστος που σχετίζεται με τις κλιματικές προκλήσεις.