22 Ιουνίου 2026

Εκλογές: Η μάχη για τους χαμένους ψηφοφόρους

Το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών απέχει αισθητά από την εικόνα κυριαρχίας που είχε καταγραφεί μετά τις διπλές κάλπες του 2023. Η συζήτηση δεν περιστρέφεται πλέον γύρω από την επέκταση των κομμάτων σε νέες κοινωνικές δεξαμενές, αλλά γύρω από την προσπάθεια επαναπροσέγγισης ψηφοφόρων που τα είχαν στηρίξει και στη συνέχεια απομακρύνθηκαν.

Η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και ο νέος πολιτικός φορέας του Αλέξη Τσίπρα ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, αντιμετωπίζουν όμως κοινό πρόβλημα: τη φθορά της συσπείρωσης, την κόπωση των εκλογικών τους ακροατηρίων και τη διεύρυνση μιας μεγάλης «γκρίζας ζώνης» αναποφάσιστων ψηφοφόρων.

Στο κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζουν ότι η μεγάλη νίκη του 2023 στηρίχθηκε σε μια ευρεία κοινωνική συμμαχία, η οποία ξεπερνούσε τα στενά όρια της παραδοσιακής κεντροδεξιάς. Η ΝΔ είχε τότε προσελκύσει μεσαία στρώματα, ελεύθερους επαγγελματίες, κεντρώους ψηφοφόρους και τμήματα λαϊκών κοινωνικών ομάδων που αναζητούσαν σταθερότητα και κυβερνησιμότητα.

Δύο χρόνια αργότερα, η ίδια συμμαχία εμφανίζει ρωγμές. Η ακρίβεια, το στεγαστικό πρόβλημα και η μείωση της αγοραστικής δύναμης έχουν πλήξει ιδιαίτερα τις παραγωγικές ηλικίες και τα αστικά κέντρα. Πρόκειται ακριβώς για τα κοινωνικά κοινά που συνέβαλαν καθοριστικά στην εκλογική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας.

Για το Μαξίμου, το βασικό στοίχημα δεν είναι μόνο να διατηρήσει την πρωτιά. Είναι να επαναφέρει δυσαρεστημένους ψηφοφόρους που δεν έχουν μετακινηθεί κατ’ ανάγκην σε άλλο κόμμα, παραμένουν όμως αποστασιοποιημένοι. Η αποχή, η αδιαφορία και η ψήφος διαμαρτυρίας αποτελούν πλέον μεγαλύτερο κίνδυνο από μια απλή μετακίνηση προς την αντιπολίτευση.

Πρόσθετη δυσκολία προκαλεί και η συζήτηση για ενδεχόμενη πολιτική επανενεργοποίηση του Αντώνη Σαμαρά. Το σενάριο αυτό δεν θεωρείται ότι απειλεί άμεσα την πρώτη θέση της ΝΔ, μπορεί όμως να δυσκολέψει την επιστροφή παραδοσιακών δεξιών ψηφοφόρων που σήμερα εκφράζουν δυσαρέσκεια ή παραμένουν πολιτικά αδρανείς.

Το διπλό μέτωπο του ΠΑΣΟΚ

Για το ΠΑΣΟΚ, το πρόβλημα έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη διατήρησε τα τελευταία χρόνια αξιοσημείωτη εκλογική αντοχή, χωρίς όμως να καταφέρει να μετατρέψει τη φθορά και τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλη δημοσκοπική άνοδο.

Η Χαριλάου Τρικούπη εξακολουθεί να έχει ισχυρά ερείσματα στην περιφέρεια, σε μεγαλύτερες ηλικίες και σε τμήματα της μεσαίας τάξης. Ωστόσο, η εμφάνιση του νέου πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα μεταβάλλει τις ισορροπίες στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο και υποχρεώνει το ΠΑΣΟΚ να δώσει μάχη σε δύο κατευθύνσεις.

Από τη μία πλευρά, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αντιπαρατεθεί με τη Νέα Δημοκρατία και να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει πραγματική εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Από την άλλη, καλείται να υπερασπιστεί την πρωτοκαθεδρία του στον χώρο της κεντροαριστεράς απέναντι στο νέο εγχείρημα Τσίπρα.

Η στρατηγική του κόμματος στηρίζεται στην ανάδειξη κοινωνικών ζητημάτων με άμεση απήχηση: ακρίβεια, ιδιωτικό χρέος, κόκκινα δάνεια, μισθοί, στέγαση και καθημερινότητα. Στόχος είναι να απευθυνθεί ταυτόχρονα στα λαϊκά στρώματα και στους κεντρώους ψηφοφόρους που παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι σε μια επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού στο πολιτικό προσκήνιο.

Το κρίσιμο ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ είναι αν μπορεί να πείσει ότι δεν αποτελεί απλώς δύναμη διαμαρτυρίας ή ενδιάμεσο πόλο, αλλά κόμμα με κυβερνητική προοπτική. Χωρίς αυτή την εικόνα, κινδυνεύει να πιεστεί τόσο από τη ΝΔ όσο και από το νέο σχήμα Τσίπρα.

Η επανεκκίνηση Τσίπρα και η μάχη των αναποφάσιστων

Το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ και τη διάλυση του χώρου που ο ίδιος κάποτε ηγήθηκε. Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλά τα πολιτικά βάρη της προηγούμενης διακυβέρνησης και τη μνήμη ενός εκλογικού ακροατηρίου που απομακρύνθηκε μετά από διαδοχικές ήττες και εσωτερική αποσύνθεση.

Μέχρι στιγμής, το νέο σχήμα δείχνει ότι μπορεί να καταγράψει δυναμική, χωρίς όμως να έχει αποδείξει πως μπορεί να επανασυσπειρώσει το σύνολο της βάσης που κάποτε στήριζε τον ΣΥΡΙΖΑ υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα. Η εκκίνηση είναι υπαρκτή, αλλά το ερώτημα της αξιοπιστίας παραμένει.

Παράλληλα, στο πολιτικό παρασκήνιο κυκλοφορούν εκτιμήσεις ότι ο νέος φορέας επιχειρεί να πιέσει το ΠΑΣΟΚ και να δημιουργήσει ρήγματα στο εσωτερικό του. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και σενάρια που συνδέουν τον Χάρη Δούκα με μελλοντικούς πολιτικούς σχεδιασμούς, αν και οι σχετικές αναφορές διαψεύδονται και παραμένουν στο επίπεδο παρασκηνιακών εκτιμήσεων.

Η επιδίωξη, σύμφωνα με όσους παρακολουθούν τις κινήσεις στον χώρο της κεντροαριστεράς, είναι να δημιουργηθεί πίεση στο ΠΑΣΟΚ μέσα από δημοσκοπικά ευρήματα και εσωτερικές συγκρούσεις. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνθήκες αποσταθεροποίησης, με χαρακτηριστικά που θυμίζουν την προηγούμενη αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να εμφανίσει τον νέο φορέα ως κάτι διαφορετικό από το κόμμα που κατέρρευσε εκλογικά. Ωστόσο, η κυβερνητική του θητεία παραμένει στο επίκεντρο της κριτικής. Η φορολογική πολιτική της μνημονιακής περιόδου, η σχέση του με τη μεσαία τάξη και η αξιοπιστία των οικονομικών του προτάσεων αποτελούν ζητήματα που δύσκολα θα παρακαμφθούν.

Οι πρώτες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το νέο κόμμα μπορεί να έχει χώρο, δεν έχει όμως ακόμη προσεγγίσει το εκλογικό αποτύπωμα που είχε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από την κατάρρευσή του. Η απόσταση ανάμεσα στη δυναμική εκκίνησης και στη μαζική εκλογική επαναφορά παραμένει μεγάλη.

Το κοινό στοιχείο για τους τρεις βασικούς πολιτικούς παίκτες είναι ότι οι επόμενες εκλογές δύσκολα θα κριθούν από θεαματικές μετακινήσεις μεταξύ κομμάτων. Το αποτέλεσμα θα καθοριστεί κυρίως από όσους σήμερα δηλώνουν αναποφάσιστοι, απογοητευμένοι ή αποσυρμένοι από την πολιτική αντιπαράθεση.

Οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις έδειξαν ότι μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος αποφασίζει πολύ κοντά στην κάλπη. Αυτό καθιστά καθοριστική την ατζέντα της οικονομίας, της καθημερινότητας και της αξιοπιστίας. Οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις θα έχουν μικρότερη βαρύτητα από την απάντηση στο ερώτημα ποιος μπορεί να βελτιώσει χειροπιαστά τη ζωή των πολιτών.

Η πολιτική ειρωνεία είναι εμφανής: τρία χρόνια μετά τη σαρωτική νίκη της ΝΔ το 2023, κανένα από τα βασικά κόμματα δεν μιλά με όρους νέας κοινωνικής διεύρυνσης. Όλοι αναζητούν τους χαμένους ψηφοφόρους τους.

Η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να ξαναβρεί τη μεσαία τάξη που πιέζεται από την ακρίβεια. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει αξιόπιστη εναλλακτική εξουσίας. Ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να ενώσει ξανά κομμάτια ενός χώρου που διαλύθηκε και υπό το βάρος των δικών του επιλογών.

Όποιος καταφέρει πρώτος να πείσει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους ότι αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία, θα αποκτήσει αποφασιστικό πλεονέκτημα στην πορεία προς την κάλπη. Οι επόμενες εκλογές δεν θα είναι μόνο μάχη για νέες δεξαμενές. Θα είναι κυρίως μάχη για εκείνους που έφυγαν, σιώπησαν ή περιμένουν μέχρι την τελευταία στιγμή για να αποφασίσουν.