Ελλάδα: 5η στην Ευρώπη σε κίνδυνο από καύσωνες και πυρκαγιές
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Η Ελλάδα κατατάσσεται 5η στην Ευρώπη σε κίνδυνο από καύσωνες και πυρκαγιές σύμφωνα με έκθεση της Morningstar DBRS.
- Οι οικονομικές επιπτώσεις περιλαμβάνουν μείωση παραγωγικότητας, πιέσεις στη γεωργία, τον τουρισμό και τις υποδομές.
- Η ξηρασία αναδεικνύεται σε μείζονα οικονομικό κίνδυνο, με εκτιμήσεις για σημαντικό κόστος έως το 2035.
Το καλοκαίρι του 2026 αναδεικνύει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν πάψει να αποτελούν αποκλειστικά περιβαλλοντικό ζήτημα. Οι παρατεταμένοι καύσωνες, οι δασικές πυρκαγιές και η εκτεταμένη ξηρασία μετατρέπονται σταδιακά σε μείζονες οικονομικούς κινδύνους, με δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις σε κρίσιμους τομείς όπως η παραγωγικότητα της εργασίας, η γεωργική παραγωγή, ο ενεργειακός εφοδιασμός, οι υποδομές και η δημοσιονομική σταθερότητα. Για την Ελλάδα, τα ευρήματα της νέας έκθεσης του οίκου Morningstar DBRS έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η χώρα κατατάσσεται μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις συνέπειες της ακραίας ζέστης και των πυρκαγιών.
Στη νεότερη έκδοση του Climate Risk Navigator, η οποία δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα, ο οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι συσσωρεύονται με ανησυχητικούς ρυθμούς στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Οι ακραίες θερμοκρασίες συνδυάζονται με εξαιρετικά ξηρές συνθήκες, ενώ η διαδοχή των καυσώνων ενισχύει τον κίνδυνο παρατεταμένης ξηρασίας. Η Morningstar DBRS υπογραμμίζει ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της ξηρασίας μπορούν να αποδειχθούν μεγαλύτερες και πιο διαρκείς σε σύγκριση με πολλούς άλλους τύπους κλιματικών κινδύνων, καθώς πλήττουν πολλαπλούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας ταυτόχρονα.
Η Ελλάδα στην πρώτη πεντάδα της ευρωπαϊκής κατάταξης
Η ευρωπαϊκή εικόνα που παρουσιάζει η έκθεση έχει εξαιρετική σημασία για τα ελληνικά δεδομένα. Σύμφωνα με την κατάταξη του οίκου, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πέμπτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών όσον αφορά τις αναμενόμενες απώλειες παραγωγικότητας στη βιομηχανία και την ευρύτερη οικονομία εξαιτίας των καυσώνων, με βάση το κλιματικό σενάριο SSP2-4.5. Υψηλότερη έκθεση από την Ελλάδα καταγράφουν μόνο η Μάλτα, η Ανδόρα, η Πορτογαλία και η Ισπανία.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, όπου ένα σημαντικό τμήμα της παραγωγικής δραστηριότητας βασίζεται σε κλάδους που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εργασία σε εξωτερικούς χώρους και τη χειρωνακτική απασχόληση. Οι κατασκευές, η γεωργία και ο τουρισμός, που αποτελούν πυλώνες της εθνικής οικονομίας, είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στις υψηλές θερμοκρασίες.
Η μεθοδολογία που ακολουθεί η Morningstar DBRS για την αξιολόγηση της επίδρασης των καυσώνων στην παραγωγικότητα βασίζεται στην έκθεση των εργαζομένων σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας και υγρασίας, χρησιμοποιώντας τον λεγόμενο δείκτη υγρού θερμομέτρου (wet-bulb index). Αυτό σημαίνει ότι το οικονομικό κόστος της υπερβολικής ζέστης δεν περιορίζεται μόνο στις υλικές ζημιές σε κτίρια και υποδομές, αλλά επεκτείνεται και σε λιγότερες ώρες αποτελεσματικής εργασίας και χαμηλότερη παραγωγή σε διάφορους κλάδους.
Αυξημένη έκθεση και στον κίνδυνο πυρκαγιών
Πέρα από τους καύσωνες, η Ελλάδα εμφανίζεται επίσης μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με τη μεγαλύτερη έκθεση σε ζημιές από δασικές πυρκαγιές. Στη δεύτερη κατάταξη της έκθεσης, η χώρα καταλαμβάνει την πέμπτη θέση, πίσω από την Πορτογαλία, το Μαυροβούνιο, την Αλβανία και την Ισπανία.
Το στοιχείο αυτό καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμο, καθώς οι οικονομικές επιπτώσεις των πυρκαγιών δεν περιορίζονται πλέον σε δασικές και αγροτικές εκτάσεις. Όπως επισημαίνει ο οίκος, τα μέτωπα των πυρκαγιών πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο περιοχές με υψηλή συγκέντρωση κατοικιών, τουριστικών εγκαταστάσεων, μεταφορικών δικτύων και εμπορικών δραστηριοτήτων. Μια φυσική καταστροφή που στο παρελθόν αφορούσε κυρίως αγροτικές ή δασικές εκτάσεις μπορεί πλέον να εξελιχθεί σε ένα ευρύτερο οικονομικό πλήγμα με πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις.
Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο συνδυασμός των δύο αυτών κινδύνων. Ένας ισχυρός καύσωνας μπορεί να αυξήσει τη ζήτηση για νερό, να ασκήσει πίεση στις υποδομές και να μειώσει την παραγωγικότητα της εργασίας, ενώ η παρατεταμένη ξηρασία αυξάνει την πιθανότητα εκδήλωσης και την ένταση των πυρκαγιών. Όταν εκδηλώνεται μια μεγάλη πυρκαγιά, οι επιπτώσεις μπορούν να επεκταθούν σε κατοικίες, τουριστικές επιχειρήσεις, υποδομές και μεταφορικά δίκτυα, δημιουργώντας παράλληλα πρόσθετες δημοσιονομικές ανάγκες για την αντιμετώπιση και την αποκατάσταση των ζημιών.
Η ξηρασία ως αναδυόμενος οικονομικός κίνδυνος
Η έκθεση της Morningstar DBRS δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ξηρασία ως αυτόνομο οικονομικό κίνδυνο. Επικαλούμενη έρευνα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ο οίκος σημειώνει ότι περίπου το 40% του πλανήτη αντιμετωπίζει πλέον συχνά και έντονα επεισόδια ξηρασίας, ενώ το οικονομικό κόστος των απωλειών και των ζημιών παρουσιάζει αυξητική τάση. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι μια μέση ξηρασία το 2035 θα μπορούσε να κοστίσει τουλάχιστον 35% περισσότερο από μια αντίστοιχη ξηρασία το 2025.
Παράλληλα, εργασία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) που περιλαμβάνεται στην έκθεση εκτιμά ότι μια ακραία ξηρασία μπορεί να μειώσει την αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος κατά σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα βραχυπρόθεσμα, με τις μεγαλύτερες επιπτώσεις να καταγράφονται στις οικονομίες με χαμηλότερο εισόδημα.
Οι επιπτώσεις της ξηρασίας, ωστόσο, δεν περιορίζονται αποκλειστικά στον αγροτικό τομέα. Η έλλειψη νερού μπορεί να επηρεάσει τις ποτάμιες μεταφορές, τη βιομηχανική παραγωγή και την ηλεκτροπαραγωγή. Στην Ευρώπη, τα χαμηλά επίπεδα των ποταμών έχουν ήδη προκαλέσει προβλήματα στις μεταφορές στον Ρήνο, έχουν επηρεάσει αρνητικά την αγροτική παραγωγή και έχουν περιορίσει την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας. Η χαμηλότερη παραγωγή ηλεκτρισμού μπορεί, με τη σειρά της, να οδηγήσει σε υψηλότερες ενεργειακές τιμές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η προσαρμογή ως ζήτημα οικονομικής πολιτικής
Για την Ελλάδα, το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έκθεση είναι ότι η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μετατρέπεται πλέον σε κεντρικό ζήτημα οικονομικής πολιτικής. Η Morningstar DBRS καταλήγει εκτιμώντας ότι βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα οι ακραίες θερμοκρασίες και η ξηρασία είναι πιθανό να επηρεάσουν την πραγματική οικονομική ανάπτυξη, ενώ σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την προσαρμογή και την προετοιμασία των οικονομιών.
Πιο Δημοφιλή
Από τις φιέστες της UNESCO στη δυσοσμία: Έτσι «τιμά» το κράτος την Κνωσό
Πιο Πρόσφατα
Παραίτηση Αλειφτήρα από Πλεύση Ελευθερίας
Νέα κόντρα Ελλάδας-Τουρκίας για τα θαλάσσια πάρκα
Η AfD επαναφέρει το Dexit: Έξοδος από το ευρώ και τη Σένγκεν