19 Οκτωβρίου 2026

Ελληνική βιομηχανία: Ανάκαμψη και προκλήσεις

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Αύξηση 1% στις πωλήσεις του επιχειρηματικού τομέα το α' εξάμηνο 2026.
  • Η βιομηχανία παράγει και επενδύει 10-15% πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα.
  • Το κενό παραγωγικότητας με την Ευρώπη παραμένει στο 45%.
  • Χαμηλή επενδυτική ένταση στο 18% της προστιθέμενης αξίας έναντι 23% στην ΕΕ.
  • Η χρήση AI από τις ελληνικές επιχειρήσεις στο 8%, έναντι 17% στην ΕΕ.

Η ελληνική οικονομία, παρά το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας που διαμορφώνεται από γεωπολιτικές εντάσεις και πληθωριστικές πιέσεις, παρουσιάζει ενδείξεις ανθεκτικότητας στον επιχειρηματικό τομέα. Σύμφωνα με το πιο πρόσφατο τεύχος της σειράς μελετών «Τάσεις του Επιχειρείν» της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, οι πωλήσεις των ελληνικών επιχειρήσεων κινήθηκαν ανοδικά το πρώτο εξάμηνο του 2026, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 1% σε αποπληθωρισμένους όρους. Παρότι το ποσοστό αυτό υπολείπεται της δυναμικής του προηγούμενου εξαμήνου (+2,8%), η επίδοση κρίνεται θετική δεδομένων των συνθηκών, ενώ παράλληλα ο ελληνικός επιχειρηματικός τομέας διατήρησε μερίδιο 1,1% στην ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία.

Οι πρώτες ενδείξεις για το τρίτο τρίμηνο του 2026 είναι ενθαρρυντικές, καθώς η ανοδική τάση φαίνεται να επιταχύνεται σε ρυθμούς της τάξης του 2-3%. Σε κλαδικό επίπεδο, ξεχωρίζουν οι κατασκευές με άνοδο 10% και ο κλάδος των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ICT) με 8%, εξέλιξη που συνάδει με τη συνεχιζόμενη επενδυτική και ψηφιακή αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας, η οποία υποστηρίζεται και από τους ευρωπαϊκούς πόρους.

Ωστόσο, πέρα από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις, η συγκριτική ανάλυση με την Ευρώπη αναδεικνύει τη βιομηχανία ως τον πλέον σταθερό πυλώνα του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα. Ειδικότερα, η ελληνική βιομηχανία είναι ο μόνος ευρύς κλάδος που σήμερα παράγει και επενδύει σε επίπεδα υψηλότερα από τα προ κρίσης, κατά περίπου 10-15% σε σύγκριση με το 2008. Έχει επίσης καταφέρει να ανακτήσει το προ κρίσης μερίδιο της τάξης του 1% της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε όρους αποπληθωρισμένης προστιθέμενης αξίας, ακολουθώντας παρόμοια πορεία με την Ευρώπη, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του λοιπού επιχειρηματικού τομέα παραμένει περίπου 40% χαμηλότερα από το 2008. Στήριγμα αυτής της πορείας αποτελεί η εξωστρέφεια, με τις εξαγωγές να καλύπτουν τα τρία τέταρτα της ανόδου των πωλήσεων το πρώτο εξάμηνο του 2026 και σχεδόν το ήμισυ αυτής την τελευταία δεκαετία.

Η πρόοδος αυτή αποτυπώνεται και στη λειτουργική απόδοση ενεργητικού (ROA) των επιχειρήσεων του κλάδου, η οποία έχει πλέον συγκλίνει στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, της τάξης του 10%, κλείνοντας το κενό των 3,5 ποσοστιαίων μονάδων που παρατηρούνταν την προηγούμενη δεκαετία. Στη βελτίωση συνέβαλε η άνοδος της παραγωγικότητας εργασίας κατά περίπου 25% την τελευταία δεκαετία, έναντι υποχώρησης 3% στον λοιπό επιχειρηματικό τομέα.

Παρά τη θετική αυτή εικόνα, η ελληνική βιομηχανία έχει ακόμη σημαντικό δρόμο να διανύσει για να προσεγγίσει συνολικά τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Η παραγωγικότητα εργασίας, αν και βελτιωμένη, μόλις υπερβαίνει το μισό του ευρωπαϊκού επιπέδου, με υστέρηση της τάξης του 45%, έναντι 51% την προηγούμενη δεκαετία. Σχεδόν το ήμισυ του κενού αυτού παραμένει ακόμη και μετά την προσαρμογή για τη διαφορετική διάρθρωση ανά κλάδο και μέγεθος επιχειρήσεων. Συνεπώς, η υψηλή παρουσία μικρών επιχειρήσεων και η χαμηλή συμμετοχή κλάδων υψηλής τεχνολογίας εξηγούν μέρος της υστέρησης, αλλά όχι το σύνολό της.

Το επόμενο βήμα για την ελληνική βιομηχανία είναι να μετατρέψει τη βελτιωμένη κερδοφορία της σε επενδύσεις που θα διευρύνουν και θα αναβαθμίσουν την παραγωγική της βάση. Παρά την ανάκαμψη των επενδύσεων, η επενδυτική ένταση παραμένει χαμηλότερη από την ευρωπαϊκή, στο 18% της προστιθέμενης αξίας του κλάδου έναντι 23% στην Ευρώπη. Παράλληλα με την αύξηση του ύψους των επενδύσεων, κρίσιμη είναι η κατεύθυνσή τους σε πεδία όπου η ελληνική βιομηχανία σημειώνει υστέρηση εύρους 40-60% έναντι της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, απαιτείται ενίσχυση της αυτοματοποίησης και της αξιοποίησης δεδομένων, με αύξηση της χρήσης ρομπότ στην παραγωγή (10% των επιχειρήσεων έναντι 16% στην ΕΕ) και βελτίωση της οργάνωσης των επιχειρησιακών δεδομένων. Επίσης, απαιτείται επένδυση στην κατάρτιση των εργαζομένων για την ανάπτυξη ψηφιακών και γενικών δεξιοτήτων (19% των εργαζομένων έναντι 46% στην ΕΕ), καθώς και βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών μέσω καλύτερης ενοποίησης εσωτερικών συστημάτων, όπως ERP και CRM, και ψηφιοποίησης των συναλλαγών με πελάτες και προμηθευτές.

Κομβικός για τον μετασχηματισμό αυτόν είναι ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης (AI), η οποία εκτιμάται ότι θα ενισχύσει σημαντικά την παραγωγικότητα, προσθέτοντας 0,6-0,9 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην ΕΕ την επόμενη δεκαετία. Ωστόσο, η εκθετική της δυναμική αυξάνει παράλληλα τον κίνδυνο διεύρυνσης των αποκλίσεων μεταξύ των χωρών, προσδίδοντας χαρακτήρα επείγοντος στην προσπάθεια της ελληνικής βιομηχανίας να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές, δεδομένου ότι η χρήση AI από τις ελληνικές επιχειρήσεις ανέρχεται σε 8%, έναντι 17% στην ΕΕ.

Η μελέτη είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Ομίλου της Εθνικής Τράπεζας, στην ενότητα «Οικονομικές Μελέτες και Αναλύσεις», στην κατηγορία «Ελληνική Επιχειρηματικότητα».