Ελληνοτουρκικά: Το νομοσχέδιο της Άγκυρας απειλεί τα «ήρεμα νερά»
Η προαναγγελία της Άγκυρας για κατάθεση σχεδίου νόμου σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες δημιουργεί νέο πεδίο έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και απειλεί να τινάξει στον αέρα το αφήγημα των «ήρεμων νερών». Η καχυποψία στις δύο πλευρές του Αιγαίου δεν περιορίζεται πλέον στη διπλωματική ρητορική. Αποτυπώνεται σε ανακοινώσεις, κινήσεις επί του πεδίου, παραβιάσεις και σε μια συνολική σκλήρυνση της τουρκικής στάσης απέναντι στην Ελλάδα.
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται πλέον αφορά το πραγματικό αποτέλεσμα της Διακήρυξης των Αθηνών. Η πολιτική της αποκλιμάκωσης παρουσιάστηκε ως επιλογή σταθερότητας, όμως η τουρκική πρωτοβουλία δείχνει ότι η Άγκυρα αξιοποίησε το διάστημα ηρεμίας για να οργανώσει θεσμικά τις πάγιες αναθεωρητικές της θέσεις. Αν το σχέδιο νόμου έρθει επισήμως στη δημοσιότητα το φθινόπωρο και ακολουθήσει ψήφισή του από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα εισέλθουν σε νέα, επικίνδυνη φάση.
Η τουρκική κίνηση αφορά την εσωτερική θεσμοποίηση των θέσεων της Άγκυρας για την υφαλοκρηπίδα, την ΑΟΖ και τις θαλάσσιες χρήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται στο περιεχόμενο του νομοσχεδίου. Αν πρόκειται απλώς για επανάληψη των γνωστών τουρκικών ισχυρισμών, όπως έχουν ήδη κατατεθεί στον ΟΗΕ ή αποτυπωθεί σε χάρτες που χρησιμοποιεί η Τουρκία σε διεθνείς οργανισμούς, η κατάσταση μπορεί να παραμείνει υπό έλεγχο. Αν το κείμενο παρέχει στον εκάστοτε Τούρκο πρόεδρο τη δυνατότητα να κηρύσσει ειδικές χρήσεις σε θαλάσσιες περιοχές, όπως αλιευτικές ζώνες, τότε η ένταση μπορεί να μεταφερθεί άμεσα από τη διπλωματική αντιπαράθεση στο πεδίο.
Κυβερνητικές πηγές αναγνωρίζουν ότι η εξέλιξη είναι εξαιρετικά σοβαρή και μπορεί να κλονίσει ξανά τις διμερείς σχέσεις. Η Αθήνα γνωρίζει ότι η τουρκική πρωτοβουλία δεν έρχεται σε κενό χρόνο. Έρχεται ύστερα από μια περίοδο συσσωρευμένων πιέσεων, κατά την οποία η Άγκυρα παρακολουθεί με ενόχληση τον ελληνικό Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τις συζητήσεις για τον αποκλεισμό της Τουρκίας από ευρωπαϊκούς αμυντικούς πόρους, την ενίσχυση της άμυνας των νησιών και της Κύπρου, καθώς και τη στρατηγική προσέγγιση Ελλάδας – Ισραήλ.
Η ψυχρή συνάντηση Γεραπετρίτη – Φιντάν και η τουρκική καχυποψία
Η τελευταία συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, Γιώργου Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν, στη Σόφια στις 10 Ιουνίου, θεωρείται από διπλωματικές πηγές η πιο ψυχρή από την έναρξη του λειτουργικού διαύλου επικοινωνίας το 2023. Η επανεκλογή Μητσοτάκη και Ερντογάν είχε τότε επιτρέψει την επανεκκίνηση των επαφών, με τη Διακήρυξη των Αθηνών να λειτουργεί ως πολιτικό πλαίσιο αποκλιμάκωσης. Σήμερα, όμως, το κλίμα έχει αλλάξει.
Η καχυποψία είναι πλέον εμφανής. Οι ανταλλαγές ανακοινώσεων μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας αυξάνονται, ενώ οι παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου επανέρχονται ως ένδειξη πίεσης. Ανώτερη διπλωματική πηγή εκτιμά ότι οι Τούρκοι αισθάνονται πως η Ελλάδα εκμεταλλεύθηκε την περίοδο ηρεμίας για να ενισχύσει τις θέσεις της σε ζητήματα άμυνας, γεωπολιτικών συμμαχιών και περιφερειακής παρουσίας.
Στην Άγκυρα, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, διαμορφώνεται η αίσθηση ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» λειτούργησε εις βάρος της Τουρκίας. Η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, όταν ρωτήθηκε αν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χρησιμοποίησε τη Διακήρυξη όσο τον εξυπηρετούσε, ότι μπορεί να ισχύει το αντίστροφο, ενίσχυσε αυτή την αντίληψη στην τουρκική πλευρά.
Παράλληλα, στην τουρκική δημόσια συζήτηση πληθαίνουν οι αναλύσεις που ταυτίζουν την ελληνική κυβέρνηση με τη στρατηγική του Ισραήλ. Ο διευθυντής της «Μιλιέτ», Οζάι Σεντίρ, υποστήριξε ότι ο νεο-οθωμανισμός παρουσιάζεται ως ισραηλινό αφήγημα που υιοθετείται από την Ελλάδα. Τέτοιες παρεμβάσεις δεν είναι απλώς δημοσιογραφικές υπερβολές. Αντανακλούν την ενόχληση μέρους του τουρκικού συστήματος εξουσίας για την εμβάθυνση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων και τη διπλωματική κινητικότητα της Αθήνας στον Κόλπο.
Στην ελληνική πρωτεύουσα, τόσο στο Μέγαρο Μαξίμου όσο και στο υπουργείο Εξωτερικών, υπάρχει έντονος προβληματισμός για το πώς μπορεί να διοχετευθεί αυτή η τουρκική υπερένταση. Το βασικό σενάριο ανησυχίας δεν αφορά μόνο την ψήφιση ενός νόμου με αναθεωρητικό περιεχόμενο. Αφορά την εφαρμογή του, ιδίως εάν οι τουρκικές αρχές επιχειρήσουν να επιβάλουν στην πράξη νέες θαλάσσιες ρυθμίσεις με εμπλοκή κρατικών υπηρεσιών ή στρατιωτικών μέσων.
Το νομοσχέδιο, η Ανατολική Μεσόγειος και η διεθνής εξίσωση
Η Αθήνα εξετάζει ήδη τα πιθανά σενάρια. Αν το τουρκικό νομοσχέδιο ενσωματώνει τις γνωστές θέσεις για το εύρος της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και της ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο, η διπλωματική αντίδραση μπορεί να παραμείνει στο επίπεδο των καταγγελιών, των διαβημάτων και της διεθνούς ενημέρωσης. Αν, όμως, προβλέπει τη δυνατότητα κήρυξης χρήσεων σε περιοχές ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τότε το ζήτημα αποκτά χαρακτήρα άμεσης απειλής.
Παλαιό κυβερνητικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, που ασκεί συχνά κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης έναντι της Τουρκίας, εκτιμά ότι το νομοσχέδιο απειλεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα. Κατά την άποψή του, η Άγκυρα στέλνει το μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να κινηθεί πέρα από τα έξι ναυτικά μίλια στο Αιγαίο. Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει τον πυρήνα της τουρκικής στρατηγικής: να παγώσει στην πράξη κάθε ελληνική άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων υπό την απειλή έντασης.
Στο υπόβαθρο υπάρχει και η εσωτερική πολιτική αστάθεια. Η Ελλάδα κινείται ήδη σε μια μακρά άτυπη προεκλογική περίοδο, ενώ στην Τουρκία η κεμαλική αντιπολίτευση αναδιατάσσεται υπό σκληρές πιέσεις. Ο Ερντογάν αναζητά τον κατάλληλο χρόνο και τον κατάλληλο τρόπο για να διασφαλίσει την πολιτική του συνέχεια, είτε μέσω συνταγματικής αναθεώρησης είτε μέσω άλλης θεσμικής μεθόδευσης. Σε τέτοιες συνθήκες, οι δίαυλοι επικοινωνίας γίνονται πιο εύθραυστοι και οι μηχανισμοί αποκλιμάκωσης λιγότερο αξιόπιστοι.
Η διεθνής συγκυρία προσθέτει νέα στοιχεία στην εξίσωση. Η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν δίνει στους περιφερειακούς παίκτες χρόνο να επανεκτιμήσουν το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η Τουρκία, που δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει στον βαθμό που επιθυμούσε την παρουσία της στη Μέση Ανατολή, βλέπει το Ισραήλ να αναδεικνύεται σε κυρίαρχη δύναμη της περιοχής. Αυτό ενισχύει την πιθανότητα ο Ερντογάν να επιχειρήσει να μεταφέρει το βάρος στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου απέναντί του βρίσκονται το Τελ Αβίβ και η Αθήνα.
Έλληνας διπλωμάτης με εμπειρία σε αραβικές χώρες επισημαίνει ότι η Τουρκία θεωρεί τη Μέση Ανατολή προνομιακό πεδίο επιρροής της. Γι’ αυτό η στενή συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ και η διεύρυνση της ελληνικής παρουσίας στις χώρες του Κόλπου προκαλούν έντονη δυσφορία στην Άγκυρα. Πληροφορίες αναφέρουν ότι στη συνάντηση της Σόφιας ο Χακάν Φιντάν εξέφρασε στον Γιώργο Γεραπετρίτη την ενόχλησή του για τις ελληνοϊσραηλινές σχέσεις.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ισχυροί δυτικοί παράγοντες δεν επιθυμούν νέα εστία έντασης στο σταυροδρόμι Δύσης και Ανατολής. Αυτό αναμένεται να αποτυπωθεί και στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα, όπου η Τουρκία θα επιχειρήσει να εμφανιστεί ως κεντρικός παράγοντας του νέου ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας. Η ανάγκη αυτή ίσως την υποχρεώσει σε μεγαλύτερη προσοχή έναντι της Ελλάδας, τουλάχιστον σε επίπεδο τακτικής.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, προετοιμάζει τις απαντήσεις της σε ευρωπαϊκό επίπεδο και βρίσκεται σε ανοιχτή επικοινωνία με τους εταίρους της. Υπό αυτές τις συνθήκες παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας σύντομης συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ. Μια τέτοια επαφή θα μπορούσε να παρατείνει προσωρινά το κλίμα αποκλιμάκωσης. Η ουσία όμως παραμένει αμετάβλητη: τα ελληνοτουρκικά επιστρέφουν στη σκληρή πραγματικότητα των αντιτιθέμενων στρατηγικών, όπου η πολιτική των «ήρεμων νερών» δοκιμάζεται από την ίδια την τουρκική αναθεωρητική ατζέντα.
Πιο Δημοφιλή
Ακρόπολη: Ολοκληρώθηκε κρίσιμη αποκατάσταση
Σορός σε σύστημα προσγείωσης αεροσκάφους
Αγγέλου: Τι πληρώνουν οι επαναλήψεις σειρών
Πιο Πρόσφατα
Τραμπ: «Μάλλον καλά» τα πάει ο Ζελένσκι στον πόλεμο