Επιστρέφει η διπλωματία στη Μέση Ανατολή: Πιθανή νέα επαφή ΗΠΑ–Ιράν και απευθείας συνομιλίες Ισραήλ–Λιβάνου
Νέο διπλωματικό παράθυρο φαίνεται να ανοίγει στη Μέση Ανατολή, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των συνομιλιών των ΗΠΑ με το Ιράν μέσα στις επόμενες ημέρες στο Πακιστάν, την ώρα που στην Ουάσιγκτον καταγράφηκε μια παράλληλη εξέλιξη με ιδιαίτερο βάρος: Ισραήλ και Λίβανος συμφώνησαν να συνεχίσουν απευθείας επαφές για το μέτωπο της σύγκρουσης με τη Χεζμπολά. Οι δύο αυτές κινήσεις συνθέτουν μια εικόνα έντονης κινητικότητας, σε μια συγκυρία όπου η στρατιωτική πίεση παραμένει, αλλά ταυτόχρονα αυξάνονται οι δίαυλοι για πολιτική διαχείριση της κρίσης.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, μιλώντας τηλεφωνικά στη New York Post, ανέφερε ότι «κάτι θα μπορούσε να γίνει κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων ημερών», αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν αποκλείεται νέα συνάντηση Αμερικανών και Ιρανών διαπραγματευτών στο Ισλαμαμπάντ. Στην ίδια συνομιλία εμφανίστηκε πιο θετικός απ’ ό,τι αρχικά, λέγοντας ότι θεωρεί πλέον πιθανότερη την επιστροφή των αμερικανικών επαφών στο Πακιστάν και αποδίδοντας ρόλο-κλειδί στον στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, τον οποίο επαίνεσε ανοιχτά. 
Ανοιχτό ξανά το πακιστανικό κανάλι για ΗΠΑ και Ιράν
Η νέα αυτή τοποθέτηση έρχεται λίγες ημέρες μετά τον πρώτο γύρο επαφών στο Πακιστάν, ο οποίος δεν οδήγησε σε συμφωνία. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι συνομιλίες του Σαββατοκύριακου ανάμεσα στις δύο πλευρές κατέληξαν χωρίς αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε κατάπαυση του πυρός δύο εβδομάδων. Παρ’ όλα αυτά, τόσο αμερικανικά όσο και πακιστανικά σήματα δείχνουν ότι το κανάλι δεν έχει κλείσει και ότι εξετάζεται σοβαρά δεύτερη προσπάθεια μέσα στην ίδια εβδομάδα.
Το Πακιστάν εμφανίζεται να επιδιώκει ενεργά τη συνέχιση της διαδικασίας, ενώ και ο ΟΗΕ πιέζει προς την ίδια κατεύθυνση. Ο Αντόνιο Γκουτέρες κάλεσε εκ νέου να ξαναρχίσουν «σοβαρές διαπραγματεύσεις», επιμένοντας ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση στην κρίση. Η διεθνής αυτή πίεση ενισχύει την εκτίμηση ότι, παρά τη σκληρή ρητορική και τη συνέχιση των πιέσεων, η διπλωματική οδός παραμένει ανοιχτή.
Στην Ουάσιγκτον ο πρώτος απευθείας δίαυλος Ισραήλ–Λιβάνου μετά από δεκαετίες
Την ίδια ώρα, στην Ουάσιγκτον πραγματοποιήθηκε μια συνάντηση με ξεχωριστή σημασία, καθώς αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων του Ισραήλ και του Λιβάνου κάθισαν στο ίδιο τραπέζι σε άμεσες συνομιλίες, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες. Οι επαφές, που φιλοξενήθηκαν από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, χαρακτηρίστηκαν θετικές και εποικοδομητικές, χωρίς πάντως να παραχθεί ακόμη συγκεκριμένο πλαίσιο συμφωνίας ή χρονοδιάγραμμα επόμενου ραντεβού.
Από ισραηλινής πλευράς, ο πρεσβευτής Γιεχιέλ Λέιτερ δήλωσε ότι κατέστη σαφές πως Ισραήλ και Λίβανος βρίσκονται «στην ίδια πλευρά» ως προς τον στόχο περιορισμού και αποδυνάμωσης της Χεζμπολά. Από λιβανικής πλευράς, η πρέσβης Νάντα Χαμάντε Μοαουάντ χαρακτήρισε την επαφή προπαρασκευαστική και εποικοδομητική, επιμένοντας ωστόσο στην ανάγκη για κατάπαυση του πυρός, επιστροφή των εκτοπισμένων και ανθρωπιστική ανακούφιση. Με άλλα λόγια, οι δύο χώρες μπήκαν σε απευθείας διαδικασία, αλλά από διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικές προτεραιότητες.
Η Χεζμπολά απορρίπτει τις συνομιλίες, ο πόλεμος συνεχίζεται
Η Χεζμπολά δεν συμμετείχε στις επαφές και αντέδρασε εχθρικά πριν ακόμη αρχίσουν. Ο επικεφαλής της, Ναΐμ Κάσεμ, είχε καλέσει τη λιβανική κυβέρνηση να ακυρώσει τη συνάντηση, χαρακτηρίζοντας τη διαδικασία άσκοπη, ενώ μετά τις συνομιλίες η οργάνωση συνέχισε να απορρίπτει κάθε τέτοιο εγχείρημα. Η απόσταση ανάμεσα στη λιβανική κρατική γραμμή και στη στρατηγική της Χεζμπολά παραμένει έτσι ένα από τα βασικά εμπόδια για οποιαδήποτε σταθεροποίηση στο μέτωπο.
Στο πεδίο, η σύγκρουση παραμένει ενεργή και το κόστος παραμένει βαρύ. Σύμφωνα με το Reuters και το Associated Press, περισσότεροι από 2.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στον Λίβανο από την έναρξη της κλιμάκωσης τον Μάρτιο, ενώ πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους. Η λιβανική ηγεσία πιέζει για εκεχειρία, όμως το Ισραήλ επιμένει ότι δεν είναι έτοιμο να σταματήσει τη στρατιωτική πίεση όσο η Χεζμπολά διατηρεί επιχειρησιακή ικανότητα.

Το πετρέλαιο υποχωρεί καθώς οι αγορές ποντάρουν στη διπλωματία
Μέσα σε αυτή τη ρευστή εικόνα, οι διεθνείς αγορές πετρελαίου αντέδρασαν θετικά στην προοπτική επανέναρξης των συνομιλιών Ουάσιγκτον–Τεχεράνης. Οι τιμές υποχώρησαν κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, με το Brent να διαμορφώνεται κοντά στα 94,79 δολάρια και το WTI στα 91,28 δολάρια, καθώς οι επενδυτές εκτίμησαν ότι η διπλωματία μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο παρατεταμένης αποσταθεροποίησης στην περιοχή και νέας σοβαρής διαταραχής στις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η πτώση αυτή δεν αναιρεί την εύθραυστη πραγματικότητα. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ο πόλεμος έχει προκαλέσει το μεγαλύτερο πετρελαϊκό σοκ των τελευταίων ετών, ενώ το Reuters μετέδωσε ότι οι αγορές κινούνται πλέον ανάμεσα στον φόβο νέας κλιμάκωσης και στην ελπίδα πολιτικής αποκλιμάκωσης. Αυτό σημαίνει ότι η όποια διπλωματική πρόοδος τις επόμενες ημέρες δεν θα επηρεάσει μόνο το πεδίο της σύγκρουσης, αλλά και την παγκόσμια οικονομία.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
