27 Αυγούστου 2026

Γεωργιάδης: Ιδιώτες παντού, αλλά 5.000 ακίνητα του ΕΣΥ παρέμεναν αχαρτογράφητα

Ο Άδωνις Γεωργιάδης επιμένει σε ένα μοντέλο Υγείας που ανοίγει ολοένα μεγαλύτερο πεδίο στον ιδιωτικό τομέα, στις επί πληρωμή υπηρεσίες και στα απογευματινά χειρουργεία, την ώρα που το ΕΣΥ εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με ελλείψεις προσωπικού, πιέσεις και μεγάλες ανάγκες χρηματοδότησης.

Η δεύτερη θητεία του στο υπουργείο Υγείας έχει σαφές πολιτικό στίγμα. Ο ίδιος παρουσιάζει τις παρεμβάσεις του ως μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν τις επιλογές των ασθενών και κινητοποιούν πρόσθετους πόρους. Η κριτική που δέχεται, όμως, είναι ότι σταδιακά διαμορφώνεται ένα σύστημα στο οποίο η ταχύτητα πρόσβασης σε ορισμένες υπηρεσίες συνδέεται όλο και περισσότερο με τη δυνατότητα του πολίτη να πληρώσει.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο υπουργός ανακοίνωσε τώρα την έναρξη μιας μεγάλης επιχείρησης καταγραφής και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του υπουργείου Υγείας, των νοσοκομείων και των εποπτευόμενων φορέων. Πρόκειται για μια περιουσία που παρέμενε επί δεκαετίες σε μεγάλο βαθμό αχαρτογράφητη, με το ίδιο το υπουργείο να μην διαθέτει πλήρη εικόνα για το μέγεθος, την αξία και τα έσοδα που θα μπορούσε να αποφέρει.

4.000 έως 5.000 ακίνητα που το ίδιο το κράτος δεν γνωρίζει πλήρως

Ο ίδιος ο Άδωνις Γεωργιάδης παραδέχθηκε ότι ούτε ο ίδιος ούτε οι προκάτοχοί του γνωρίζουν με ακρίβεια πόσα είναι τα ακίνητα, ποια είναι η συνολική αξία τους και τι έσοδα μπορούν να δημιουργήσουν.

Οι εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό τους σε περίπου 4.000 έως 5.000 ακίνητα. Στο χαρτοφυλάκιο φέρεται να περιλαμβάνονται καταστήματα σε εμπορικούς δρόμους, διαμερίσματα και πολυκατοικίες σε ακριβές περιοχές της Αθήνας, ακίνητα στην περιφέρεια και περιουσιακά στοιχεία που έχουν περιέλθει στα νοσοκομεία μέσω κληροδοτημάτων.

Αυτό ακριβώς δημιουργεί το μεγαλύτερο πολιτικό ερώτημα. Ένα υπουργείο που επί χρόνια ζητά συνεχώς περισσότερους πόρους για το ΕΣΥ παραδέχεται σήμερα ότι δεν είχε πλήρη εικόνα μιας τεράστιας δημόσιας περιουσίας, η οποία θα μπορούσε να παράγει έσοδα προς όφελος των νοσοκομείων.

Ο υπουργός υποστηρίζει ότι στόχος δεν είναι η πώληση των ακινήτων, αλλά η αξιοποίησή τους, μεταξύ άλλων μέσω μακροχρόνιων μισθώσεων και άλλων σχημάτων που θα αποφασιστούν αφού ολοκληρωθεί η καταγραφή και η αξιολόγησή τους.

Το έργο, όμως, δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί άμεσα. Κατά τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, θα απαιτηθούν περίπου δύο έως τρία χρόνια για να αποτυπωθεί, να ελεγχθεί και να τακτοποιηθεί το χαρτοφυλάκιο. Μέχρι τότε, το Δημόσιο θα συνεχίσει να βρίσκεται αντιμέτωπο με τις συνέπειες μιας πολυετούς αδυναμίας αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν ουσιαστικά στο δημόσιο σύστημα Υγείας.

Η μεγάλη αντίφαση του ΕΣΥ

Η υπόθεση φωτίζει μια αντίφαση που δύσκολα μπορεί να παρακαμφθεί. Από τη μία, νοσοκομεία εμφανίζονται να έχουν σημαντικές οικονομικές ανάγκες και το υπουργείο αναζητά συνεχώς νέους τρόπους χρηματοδότησης. Από την άλλη, χιλιάδες ακίνητα παραμένουν χωρίς ολοκληρωμένη καταγραφή και χωρίς σαφή εικόνα για το εάν αποδίδουν όσα θα μπορούσαν.

Παλαιότερες οικονομικές αποτιμήσεις είχαν καταγράψει πάγια περιουσιακά στοιχεία νοσοκομείων αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ολόκληρο το ποσό αφορά διαθέσιμη προς εκμετάλλευση ακίνητη περιουσία. Το μέγεθος, ωστόσο, δείχνει πόσο σοβαρό είναι το ζήτημα της διαχείρισης.

Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζει τη νέα καταγραφή ως απόδειξη αποφασιστικότητας. Παραμένει όμως αναπάντητο γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να γίνει το αυτονόητο: να γνωρίζει το κράτος τι ακριβώς διαθέτει, πόσο αξίζει και τι έσοδα μπορεί να αποφέρει.

Και εδώ η πολιτική κριτική προς τον Άδωνι Γεωργιάδη αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Ο υπουργός εμφανίζεται εξαιρετικά αποφασιστικός όταν πρόκειται να εισαγάγει νέες μορφές συνεργασίας με ιδιώτες ή υπηρεσίες επί πληρωμή. Τώρα καλείται να δείξει την ίδια αποτελεσματικότητα στη διαχείριση περιουσίας που ανήκει ήδη στο δημόσιο σύστημα.

Η αξιοποίηση αυτών των ακινήτων μπορεί πράγματι να αποτελέσει σημαντική πηγή εσόδων για το ΕΣΥ. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, θα είναι εάν τα χρήματα που θα προκύψουν θα κατευθυνθούν με διαφάνεια στην ενίσχυση των δημόσιων νοσοκομείων, του προσωπικού και των υπηρεσιών προς τους ασθενείς. Γιατί το πρόβλημα του ΕΣΥ δεν είναι ότι δεν διαθέτει περιουσία. Είναι ότι επί δεκαετίες το ίδιο το κράτος δεν γνώριζε ακόμη και τι ακριβώς είχε στα χέρια του.