Fake news και Τύπος: Το πρόγραμμα ενίσχυσης των εφημερίδων που δεν υλοποιήθηκε ποτέ

Στο συνέδριο για τα fake news, όπου συμμετείχαν αρκετές γνωστές παρουσίες του δημόσιου διαλόγου, το θέμα της παραπληροφόρησης κυριάρχησε στις τοποθετήσεις. Ανάμεσα στους ομιλητές υπήρξαν και πρόσωπα με έντονη παρουσία στον δημόσιο λόγο, γεγονός που προκάλεσε συζητήσεις για τη σχέση των ίδιων των μέσων ενημέρωσης με το φαινόμενο της παραπληροφόρησης.

Στο κλείσιμο των εργασιών πραγματοποιήθηκε η ομιλία του πρωθυπουργού, με βασικό άξονα τις επιπτώσεις της παραπληροφόρησης στη δημοκρατική διαδικασία και ιδιαίτερα στις εκλογές. Στην τοποθέτησή του ανέφερε ότι τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία μπορούν να επηρεάσουν εκλογικές αναμετρήσεις, είτε από πολιτικούς αντιπάλους είτε από εξωτερικούς παράγοντες που επιχειρούν να παρέμβουν.

Ως απάντηση στο πρόβλημα της παραπληροφόρησης, ο πρωθυπουργός έθεσε ως προτεραιότητα την ενίσχυση των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης. Σύμφωνα με την προσέγγισή του, τα οργανωμένα μέσα διαθέτουν θεσμική ευθύνη απέναντι στους πολίτες και υπόκεινται σε λογοδοσία για το περιεχόμενο που δημοσιεύουν, καθώς υπάρχει σαφής ταυτότητα εκδότη και δυνατότητα νομικής προσφυγής σε περίπτωση δυσφημιστικών δημοσιευμάτων.

Η συζήτηση για την ενίσχυση του Τύπου συνδέεται και με προηγούμενες πρωτοβουλίες στήριξης των εκδοτικών επιχειρήσεων. Τον Ιούνιο του 2019 εκδόθηκε η Κοινή Υπουργική Απόφαση 107/2019, με στόχο την οικονομική ενίσχυση εφημερίδων πανελλήνιας κυκλοφορίας. Το πρόγραμμα προέβλεπε συνολικό ποσό 6 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο αργότερα αυξήθηκε σε 7,5 εκατομμύρια ευρώ, με ενίσχυση που μπορούσε να φτάσει περίπου τις 200.000 ευρώ ανά εφημερίδα.

Τα κριτήρια ένταξης στο πρόγραμμα περιλάμβαναν την απασχόληση δημοσιογράφων μέλη της ΕΣΗΕΑ και την τήρηση βασικών αρχών δεοντολογίας, όπως ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η αποφυγή περιεχομένου που εισάγει διακρίσεις με βάση φύλο, καταγωγή, θρησκεία, ηλικία ή σεξουαλικό προσανατολισμό.

Παρά την έγκριση του προγράμματος και τις σχετικές υπογραφές από την πολιτική ηγεσία των αρμόδιων υπουργείων, η οικονομική ενίσχυση δεν καταβλήθηκε ποτέ. Η διαδικασία ανεστάλη έπειτα από δημόσιες αντιδράσεις σχετικά με το ενδεχόμενο συμμετοχής συγκεκριμένων εντύπων στο πρόγραμμα.

Η απόφαση που ακολούθησε οδήγησε τελικά στην πλήρη κατάργηση της συγκεκριμένης χρηματοδότησης. Στο δημόσιο διάλογο που ακολούθησε, συζητήθηκε εκτενώς η επιλογή της κυβέρνησης να μην υλοποιήσει το πρόγραμμα ενίσχυσης για το σύνολο των εφημερίδων που πληρούσαν τα κριτήρια.

Την ίδια περίοδο εφαρμόστηκε διαφορετική πολιτική χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης μέσω της γνωστής «Λίστας Πέτσα», η οποία αφορούσε την κατανομή κρατικής διαφημιστικής δαπάνης σε μέσα ενημέρωσης για ενημερωτικές καμπάνιες. Η διαδικασία εκείνη προκάλεσε έντονη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο κατανομής των κονδυλίων.

Όταν ανακοινώθηκε η ακύρωση του αρχικού προγράμματος ενίσχυσης των εφημερίδων, έγινε γνωστό ότι τα 7,5 εκατομμύρια ευρώ θα κατευθύνονταν σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Έκτοτε παραμένει ανοιχτό το ερώτημα σχετικά με τους φορείς που τελικά ωφελήθηκαν από τη συγκεκριμένη διάθεση πόρων.

Η συζήτηση για τη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης και τη στήριξη του έντυπου Τύπου συνεχίζεται, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η αξιοπιστία της ενημέρωσης και η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.