23 Απριλίου 2026

Φάρμακα υψηλού κόστους: Η Ελλάδα ψάχνει τρόπο να φέρει γρηγορότερα την καινοτομία χωρίς δημοσιονομική έκρηξη

Τα καινοτόμα φάρμακα υψηλού κόστους, ιδίως εκείνα που προορίζονται για βαριά και χρόνια νοσήματα, μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο σκληρής πίεσης για τα δημόσια συστήματα υγείας. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι τεράστιες δαπάνες που απαιτούνται για την έρευνα, την ανάπτυξη και την παραγωγή νέων θεραπειών. Από την άλλη, βρίσκεται η αμείλικτη απαίτηση των κοινωνιών για ισότιμη πρόσβαση στην ιατρική πρόοδο, όταν αυτή συνδέεται άμεσα με την επιβίωση, την ποιότητα ζωής και τη θεραπευτική προοπτική χιλιάδων ασθενών.

Στην ελληνική περίπτωση, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της εμπειρίας της προηγούμενης δεκαετίας, όταν η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιονομικής κρίσης. Κανείς δεν θέλει επιστροφή σε ένα μοντέλο ανεξέλεγκτων επιβαρύνσεων. Την ίδια στιγμή, όμως, καμία κοινωνία δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η καινοτομία θα παραμένει απρόσιτη για τους ανθρώπους που τη χρειάζονται περισσότερο.

Η κυβέρνηση αναζητεί μηχανισμό ταχύτερης πρόσβασης

Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας επιχειρεί να διαμορφώσει νέο πλαίσιο για την είσοδο των ακριβών νέων θεραπειών στη χώρα. Ο Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στη Σύνοδο του Economist για τον καρκίνο, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη να επιταχυνθεί η πρόσβαση των ασθενών στα καινοτόμα αντικαρκινικά φάρμακα, με τρόπο που να υπηρετεί και την αποτελεσματικότητα και τη βιωσιμότητα του συστήματος.

Το σκεπτικό που παρουσίασε είναι ότι η ταχύτητα δεν αρκεί από μόνη της. Το ζητούμενο είναι να εξασφαλίζεται ότι η κατάλληλη θεραπεία θα φτάνει στον κατάλληλο ασθενή, στον σωστό χρόνο και με τους σωστούς όρους. Στον πυρήνα αυτής της λογικής βρίσκεται η προσπάθεια να συνδεθεί η πρόσβαση στην καινοτομία με πιο στοχευμένη χρήση των πόρων, ώστε η ενίσχυση της θεραπευτικής δυνατότητας να μη μετατρέπεται αυτομάτως σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Ο υπουργός δεν έκρυψε ότι οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν σοβαρή πίεση στον προϋπολογισμό της υγείας. Παρουσίασε, ωστόσο, την παρούσα φάση ως διαχειρίσιμη, σημειώνοντας ότι το δημοσιονομικό πλαίσιο της χώρας δεν προκαλεί, μέχρι στιγμής, άμεση ανησυχία. Έστρεψε όμως το βλέμμα και στις διεθνείς μεταβολές, εκτιμώντας ότι η νέα φαρμακευτική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να επηρεάσει αισθητά τη διαθεσιμότητα και τη ροή καινοτομίας στην ευρωπαϊκή αγορά, με έμμεσες αλλά σοβαρές συνέπειες και για την Ελλάδα.

Ταμείο Καινοτομίας, θετική λίστα και πίεση για γρηγορότερες αποφάσεις

Την προηγούμενη ημέρα, στο 2ο ΣΦΕΕ Patient Think Tank Summit, το θέμα τέθηκε ακόμη πιο καθαρά: περισσότερες νέες θεραπείες σημαίνει μεγαλύτερη ανάγκη για κανόνες, ταχύτερους μηχανισμούς και θεσμικές δικλείδες που θα διασφαλίζουν ότι η πρόσβαση δεν θα γίνεται με αργούς, αποσπασματικούς και αδιαφανείς όρους. Εκεί ο υπουργός Υγείας προανήγγειλε την προώθηση του λεγόμενου Ταμείου Μεταβατικής Αποζημίωσης, ή αλλιώς Ταμείου Καινοτομίας, το οποίο θα προβλέπει ειδικούς όρους για φάρμακα και χαμηλότερα επίπεδα clawback, ώστε να διευκολύνεται η ένταξή τους στη θετική λίστα.

Η παρέμβαση αυτή δείχνει τη βούληση της κυβέρνησης να βρει μεταβατικό εργαλείο για τη χρηματοδοτική απορρόφηση ακριβών νέων θεραπειών, χωρίς να τιναχθεί στον αέρα η ισορροπία του συστήματος. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει και το βασικό αδιέξοδο της φαρμακευτικής πολιτικής: η καινοτομία θεωρείται πλέον αυτονόητη ανάγκη, αλλά η ενσωμάτωσή της στο δημόσιο σύστημα παραμένει αργή, ακριβή και συχνά συγκρουσιακή.

Δεν είναι τυχαίο ότι στις ίδιες συζητήσεις επανήλθε με οξύτητα και η γκρίνια για τις καθυστερήσεις στην εισαγωγή νέων φαρμάκων στην Ελλάδα, καθώς και για τους αργούς ρυθμούς του ΙΦΕΤ. Η πίεση που ασκούν ασθενείς, γιατροί και φαρμακευτικές επιχειρήσεις είναι πλέον διαρκής, καθώς η απόσταση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ή διεθνή έγκριση μιας θεραπείας και στην πραγματική διάθεσή της στον Έλληνα ασθενή εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα.

Οι γιατροί και οι ασθενείς ζητούν ισότιμη και πραγματική πρόσβαση

Στο ίδιο πεδίο, ο πρόεδρος της ΕΟΠΕ και αναπληρωτής καθηγητής Ογκολογίας Εμμανουήλ Σαλούστρος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, επιμένοντας ότι η ενίσχυση και η εκπαίδευση των νέων ογκολόγων αποτελεί από μόνη της μία από τις πιο αποδοτικές επενδύσεις για την αντιμετώπιση του καρκίνου. Το επιχείρημά του είναι σαφές: ακόμη και το καλύτερο φάρμακο χάνει μέρος της αξίας του όταν το σύστημα δεν διαθέτει επαρκείς ανθρώπινες, επιστημονικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για να το αξιοποιήσει σωστά.

Δίπλα στο ζήτημα της εκπαίδευσης, τέθηκαν και άλλες βασικές προϋποθέσεις για μια σοβαρή αντικαρκινική πολιτική: πρόληψη, συγκέντρωση και αξιοποίηση δεδομένων, κλινική έρευνα, προβλεψιμότητα του συστήματος και ουσιαστική ενίσχυση της καινοτομίας. Σε αυτή τη γραμμή, ο Γιώργος Καπετανάκης από την ΕΛΛΟΚ συνόψισε την ουσία του προβλήματος με μια απλή αλλά κρίσιμη παρατήρηση: άλλο η ύπαρξη προόδου και άλλο η πραγματική άφιξη αυτής της προόδου στους ανθρώπους που την έχουν ανάγκη.

Από την πλευρά των οργανώσεων ασθενών, το μήνυμα ήταν ακόμη πιο αιχμηρό. Η Μέμη Τσεκούρα από την Ένωση Ασθενών Ελλάδας έθεσε ως προϋπόθεση την ουσιαστική σύμπραξη των ασθενών στον σχεδιασμό των πολιτικών, ενώ ο Ιωάννης Βαρδακαστάνης από την ΕΣΑμεΑ έθεσε ανοιχτά θέμα θεσμικής εκπροσώπησης, ζητώντας αντικειμενικά κριτήρια και όχι επιλεκτική συμμετοχή στον διάλογο. Την πιο σκληρή αποτύπωση της πραγματικότητας έδωσε ο Δημήτρης Αθανασίου από την Ένωση Σπανίων Ασθενών Ελλάδος, σημειώνοντας ότι στα σπάνια νοσήματα η πρόσβαση δεν εξαντλείται σε ένα φάρμακο και ότι σήμερα μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό ασθενών καταφέρνει να έχει πραγματική θεραπευτική διέξοδο.

Το συμπέρασμα που αναδύεται από τις διαδοχικές εκδηλώσεις είναι σαφές. Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση: πρέπει να επιταχύνει την είσοδο των καινοτόμων θεραπειών, να συγκρατήσει τις δημοσιονομικές πιέσεις, να θεραπεύσει τις καθυστερήσεις της διοίκησης και ταυτόχρονα να διασφαλίσει ότι ο ασθενής δεν θα παραμένει θεατής μιας προόδου που ανακοινώνεται, αλλά δεν φτάνει ποτέ έγκαιρα στην πράξη. Αυτό ακριβώς θα κρίνει αν η νέα φαρμακευτική πολιτική θα αποδώσει πραγματικό αποτέλεσμα ή αν θα μείνει ακόμη μία εξαγγελία που σκοντάφτει στην αδράνεια του συστήματος.