10 Ιουλίου 2026

Φυσικές καταστροφές: Στην πρώτη γραμμή με συμβάσεις ομηρείας

Στην πρώτη γραμμή κάθε μεγάλης φυσικής καταστροφής βρίσκονται οι εργαζόμενοι των υπηρεσιών αποκατάστασης, οι άνθρωποι που φτάνουν στις πληγείσες περιοχές σχεδόν αμέσως μετά την ΕΜΑΚ. Μπαίνουν σε σπίτια που έχουν χτυπηθεί από σεισμούς, πυρκαγιές ή πλημμύρες, πραγματοποιούν αυτοψίες, χαρακτηρίζουν κτίρια, ελέγχουν φακέλους στεγαστικής συνδρομής και ακολουθούν όλη τη διαδικασία μέχρι την τελική υπογραφή που θα επιτρέψει σε μια οικογένεια να επιστρέψει με ασφάλεια στην κατοικία της.

Παρά τον κρίσιμο ρόλο τους, οι ίδιοι εργαζόμενοι παραμένουν εδώ και χρόνια σε καθεστώς εργασιακής αβεβαιότητας. Εδώ και οκτώ χρόνια απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κρατώντας όρθιο έναν κρατικό μηχανισμό που, λόγω της κλιματικής κρίσης, γίνεται ολοένα πιο απαραίτητος για την προστασία πολιτών, κατοικιών και υποδομών.

Ο μηχανισμός αποκατάστασης φυσικών καταστροφών στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε συμβασιούχους, οι οποίοι εργάζονται με συμβάσεις 8 μηνών, 6+6 μηνών ή ετήσιες ανανεώσεις. Πρόκειται για ένα καθεστώς που οι εργαζόμενοι περιγράφουν ως εργασιακή ομηρεία, καθώς δεν γνωρίζουν αν σε λίγους μήνες θα συνεχίσουν να βρίσκονται στην υπηρεσία, την ώρα που το κράτος τούς καλεί να ανταποκριθούν σε εξαιρετικά απαιτητικές και επικίνδυνες αποστολές.

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων Αποκατάστασης Φυσικών Καταστροφών, Γιώργος Τσιρώνης, επισημαίνει ότι περίπου 300 από τους 430 εργαζόμενους της Γενικής Γραμματείας και της Γενικής Διεύθυνσης Αποκατάστασης Επιπτώσεων Φυσικών Καταστροφών απασχολούνται με συμβάσεις ΙΔΟΧ. Αυτό σημαίνει ότι περίπου το 70% του ανθρώπινου δυναμικού του μηχανισμού βρίσκεται χωρίς σταθερή εργασιακή προοπτική.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αρκετοί εργαζόμενοι έχουν ήδη φτάσει στο όγδοο έτος συνεχόμενων συμβάσεων. Το ενδεχόμενο η επόμενη ανανέωση να συμπέσει με εκλογική περίοδο προκαλεί πρόσθετη ανησυχία, καθώς οι εργαζόμενοι φοβούνται ότι μπορεί να αναγκαστούν να προσφύγουν ακόμη και στη Δικαιοσύνη με ασφαλιστικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσουν την παραμονή τους στην υπηρεσία.

Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από τις μισθολογικές και θεσμικές ανισότητες. Οι συμβασιούχοι εξακολουθούν να αμείβονται χαμηλότερα και να αποκλείονται από επιδόματα και κίνητρα, παρότι εργάζονται στις ίδιες επιχειρησιακές συνθήκες με το μόνιμο προσωπικό και καλούνται να βρεθούν στις ίδιες πληγείσες περιοχές, με τις ίδιες απαιτήσεις και τους ίδιους κινδύνους.

Το οργανόγραμμα που παραμένει άφαντο

Οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν ότι η υπηρεσία, η οποία το 2023 μεταφέρθηκε από το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών στο υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, εξακολουθεί να λειτουργεί χωρίς θεσμοθετημένο οργανόγραμμα. Η πολιτική ηγεσία έχει αναφερθεί επανειλημμένα στην ολοκλήρωσή του, όμως μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί στους εργαζόμενους ούτε έχει δοθεί σαφές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.

Η Γενική Συνέλευση των εργαζομένων, η οποία αποφάσισε την πραγματοποίηση δύο στάσεων εργασίας μέσα στην εβδομάδα, ζητά συγκεκριμένες απαντήσεις. Θέλει να γνωρίζει σε ποιο στάδιο βρίσκεται το οργανόγραμμα, πόσες οργανικές θέσεις προβλέπονται ανά ειδικότητα, πότε θα εκδοθεί η σχετική προκήρυξη και με ποιον τρόπο θα διασφαλιστεί η συνέχεια της υπηρεσίας μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες στελέχωσης.

Την ίδια ώρα, καθημερινά επιχειρησιακά ζητήματα παραμένουν άλυτα. Οι μηχανικοί μεταβαίνουν στις πληγείσες περιοχές κυρίως με τα προσωπικά τους οχήματα, ενώ δεν έχει ακόμη βρεθεί λειτουργική λύση για την καταβολή των προκαταβολών που έχουν θεσπιστεί. Επειδή οι συμβασιούχοι δεν μπορούν να τις λαμβάνουν με τον υπάρχοντα τρόπο, το υπουργείο κατέληξε να μην τις δίνει ούτε στους μόνιμους μέχρι να υπάρξει συνολική λύση.

Οι εργαζόμενοι ξεκαθαρίζουν ότι δεν αντιδρούν στις αλλαγές που σχεδιάζονται μέσω του υπό επεξεργασία νομοσχεδίου του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν, το νομοσχέδιο στοχεύει στην απλοποίηση των διαδικασιών αποκατάστασης, στην αξιοποίηση της τεχνολογίας και στον εκσυγχρονισμό του τρόπου διαχείρισης των φακέλων.

Η θέση τους είναι ότι κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού είναι θετική, εφόσον περιλαμβάνει και τους ανθρώπους που κρατούν εδώ και χρόνια τον μηχανισμό ζωντανό. Θεωρούν αδιανόητο να σχεδιάζεται νέα λειτουργία της υπηρεσίας χωρίς καθαρή πρόβλεψη για το ήδη υπηρετούν προσωπικό, το οποίο διαθέτει εμπειρία από πραγματικές κρίσεις και γνώση των διαδικασιών στο πεδίο.

Ο ΣΕΑΕΦΚ έχει πραγματοποιήσει τρεις συναντήσεις με τον υφυπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Κώστα Κατσαφάδο. Οι εργαζόμενοι αναγνωρίζουν ότι υπήρξε διάθεση για προώθηση διαδικασιών, όμως μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί λύση. Το οργανόγραμμα παραμένει χωρίς δημοσιοποίηση, η προκήρυξη θέσεων δεν έχει αποσαφηνιστεί και η εργασιακή εκκρεμότητα συνεχίζεται.

ΔΕΘ ως ορόσημο και στήριξη από τους μηχανικούς του Δημοσίου

Παρά τις δύο στάσεις εργασίας, η Γενική Συνέλευση αποφάσισε να μην προχωρήσει άμεσα σε νέα κινητοποίηση μέσα στην αντιπυρική περίοδο. Η απόφαση αυτή δεν σημαίνει υποχώρηση. Οι εργαζόμενοι δηλώνουν ότι δεν θα περιμένουν παθητικά τις εξελίξεις και προχωρούν σε οργανωμένο οδικό χάρτη δράσης.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού θα ενταθούν οι επαφές με τα πολιτικά κόμματα. Αυτή τη φορά, ο ΣΕΑΕΦΚ δεν ζητά γενικές δηλώσεις συμπαράστασης, αλλά συγκεκριμένη κοινοβουλευτική στήριξη, ακόμη και μέσω τροπολογιών που θα προστατεύουν νομοθετικά τους ήδη υπηρετούντες εργαζόμενους.

Παράλληλα, το Σωματείο σε συνεργασία με νομικούς επεξεργάζεται πρόταση μεταβατικής ρύθμισης, η οποία θα κατατεθεί στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου, στους συναρμόδιους κυβερνητικούς φορείς και στα κοινοβουλευτικά κόμματα.

Το βασικό αίτημα είναι να προβλεφθεί μεταβατική διάταξη που θα διασφαλίζει ότι όλες οι συμβάσεις των υπηρετούντων εργαζομένων θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία στελέχωσης και να αναλάβουν υπηρεσία οι επιτυχόντες των μελλοντικών προκηρύξεων. Προτείνεται επίσης ειδική μέριμνα για όσους, παρά την πολυετή εμπειρία τους, δεν ενταχθούν στους οριστικούς πίνακες διοριστέων.

Ως πρώτο μεγάλο ορόσημο ορίστηκε η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης. Αν μέχρι τότε δεν υπάρξουν ουσιαστικές εξελίξεις για το οργανόγραμμα, τη στελέχωση, την προκήρυξη των θέσεων και κυρίως τη θεσμοθέτηση μεταβατικών διατάξεων, ο ΣΕΑΕΦΚ προαναγγέλλει επανέναρξη και κλιμάκωση των κινητοποιήσεων. Αν το νέο νομοσχέδιο κατατεθεί μέσα στο καλοκαίρι χωρίς επαρκείς εγγυήσεις για το υπάρχον προσωπικό, οι κινητοποιήσεις θα επισπευστούν.

Στο πλευρό των εργαζομένων βρίσκεται και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Μηχανικών του Δημοσίου, η ΠΟ ΕΜΔΥΔΑΣ, η οποία σε ανακοίνωσή της κάνει λόγο για έναν κρίσιμο δημόσιο μηχανισμό που παραμένει εγκλωβισμένος σε καθεστώς διαρκούς μεταβατικότητας.

Η Ομοσπονδία υπενθυμίζει ότι οι εργαζόμενοι της ΓΔΑΕΦΚ, μόνιμοι, ΙΔΑΧ και ΙΔΟΧ, βρίσκονται εδώ και οκτώ χρόνια στην πρώτη γραμμή μετά από σεισμούς, πυρκαγιές, πλημμύρες και κάθε μεγάλη φυσική καταστροφή. Υπηρετούν τις ανάγκες των πληγέντων πολιτών και των τοπικών κοινωνιών, σε ένα πεδίο που αφορά την προστασία της ζωής, της κατοικίας, της περιουσίας και της ασφάλειας των υποδομών.

Η ΠΟ ΕΜΔΥΔΑΣ προειδοποιεί ότι η απουσία ολοκληρωμένου οργανογράμματος, η υποστελέχωση, η εργασιακή ανασφάλεια και η έλλειψη θεσμικής θωράκισης δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην επιχειρησιακή ικανότητα της Γενικής Γραμματείας. Στηρίζει τα αιτήματα για θεσμική κατοχύρωση του οργανογράμματος, ουσιαστική στελέχωση των υπηρεσιών, αναγνώριση της εμπειρίας των ήδη υπηρετούντων, σύγχρονο πλαίσιο υγείας και ασφάλειας στις αποστολές και αναγνώριση των ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας.

Το πρόβλημα είναι πλέον καθαρά πολιτικό. Το κράτος ζητά από αυτούς τους ανθρώπους να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή κάθε φορά που η χώρα πλήττεται από φυσική καταστροφή, ενώ τους κρατά χωρίς σταθερό θεσμικό πλαίσιο, χωρίς επαρκή στελέχωση, χωρίς κατοχυρωμένες διαδικασίες και χωρίς την αναγκαία εργασιακή ασφάλεια.

Σε μια εποχή που οι φυσικές καταστροφές γίνονται συχνότερες και πιο βίαιες, η αποκατάσταση δεν μπορεί να στηρίζεται σε προσωρινές λύσεις και διαδοχικές παρατάσεις. Αν η Πολιτεία θέλει πραγματικά έναν αξιόπιστο μηχανισμό μετά τους σεισμούς, τις φωτιές και τις πλημμύρες, οφείλει να σταματήσει να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους του ως αναλώσιμους συμβασιούχους και να τους δώσει το θεσμικό πλαίσιο που αντιστοιχεί στην αποστολή τους.