Φόροι: Πώς η μη τιμαριθμοποίηση της κλίμακας ροκανίζει μισθούς και συντάξεις

Σύνοψη Άρθρου

Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για φοροελαφρύνσεις, οι φορολογικές δηλώσεις αποτυπώνουν αυξημένες επιβαρύνσεις.

Ο πληθωρισμός, οι ονομαστικές αυξήσεις και η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας μειώνουν το πραγματικό εισόδημα.

Μισθωτοί, συνταξιούχοι, νέοι και ελεύθεροι επαγγελματίες βλέπουν τις ελαφρύνσεις να περιορίζονται ή να μετατίθενται για αργότερα.

Μπορεί ο πρωθυπουργός, από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του Σεπτεμβρίου 2025, και η κυβέρνηση επί εννέα μήνες να προβάλλουν διαρκώς το αφήγημα των μειώσεων φόρων και των φοροελαφρύνσεων, όμως η πραγματικότητα που καταγράφεται στην εφορία και στα λογιστήρια των επιχειρήσεων είναι πολύ διαφορετική.

Με την υποβολή των φετινών φορολογικών δηλώσεων για τα εισοδήματα του 2025, οι φορολογούμενοι έρχονται αντιμέτωποι με τη λυπητερή. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν διαπιστώνεται καμία ουσιαστική ελάφρυνση, ενώ όπου εμφανίζονται αυξήσεις εισοδημάτων, η φορολογική επιβάρυνση μεγαλώνει. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες μένουν στο επίπεδο της πολιτικής επικοινωνίας, καθώς η εφορία εισπράττει με βάση τους νόμους που έχει ψηφίσει η ίδια η κυβερνητική πλειοψηφία.

Δύο βασικοί μηχανισμοί ακυρώνουν στην πράξη το αφήγημα των φορολογικών μειώσεων. Ο πρώτος είναι ο πληθωρισμός, ο οποίος οδηγεί σε ονομαστικές μισθολογικές αναπροσαρμογές χωρίς αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Ο δεύτερος είναι η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, που οδηγεί σε υψηλότερη φορολόγηση εισοδημάτων τα οποία αυξήθηκαν μόνο στα χαρτιά.

Έτσι, ακόμη και αυξήσεις χαμηλότερες από τον πληθωρισμό εμφανίζονται ως μεγαλύτερο ονομαστικό εισόδημα και φορολογούνται αυστηρότερα. Η ακρίβεια μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και στη συνέχεια η εφορία το περιορίζει ακόμη περισσότερο, αφαιρώντας μέρος των ονομαστικών αυξήσεων.

Η φορολογική κλίμακα που μένει παγωμένη

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο από το γεγονός ότι η φορολογική κλίμακα παραμένει ουσιαστικά αναπροσαρμοσμένη εδώ και 16 χρόνια. Στο διάστημα αυτό έχουν δοθεί αυξήσεις από 16% έως 28%, ενώ ο πληθωρισμός έχει κινηθεί περίπου στο 30%. Το αποτέλεσμα είναι το κράτος να υπερφορολογεί εισοδήματα που στην πραγματικότητα έχουν χάσει αγοραστική δύναμη.

Με τον τρόπο αυτό, κράτος και ακρίβεια λειτουργούν σωρευτικά εις βάρος των πολιτών. Η μία πίεση έρχεται από τις τιμές στην αγορά και η άλλη από τη φορολογία που αντιμετωπίζει την ονομαστική αύξηση ως πραγματικό εισόδημα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του μισθωτού που λαμβάνει 714 ευρώ τον μήνα μετά την παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών υπέρ ΕΦΚΑ, ΕΟΠΥΥ και λοιπών κρατήσεων. Πάνω από αυτό το όριο, κάθε αύξηση φορολογείται με συντελεστή 20%, ακριβώς επειδή το αφορολόγητο και η φορολογική κλίμακα δεν έχουν τιμαριθμοποιηθεί.

Έτσι, από τα 40 ευρώ αύξησης στον βασικό μισθό που ισχύουν από την 1η Απριλίου 2026, ο εργαζόμενος λαμβάνει καθαρά 32 ευρώ μετά τον φόρο. Αν συνυπολογιστούν οι εργατικές ασφαλιστικές εισφορές περίπου 16% και οι εργοδοτικές εισφορές που προσεγγίζουν το 20%, τότε η πραγματική εικόνα γίνεται ακόμη βαρύτερη. Ο μισθωτός από τα 40 ευρώ καταλήγει να βλέπει περίπου 26,8 ευρώ τον μήνα, ενώ η επιχείρηση επιβαρύνεται συνολικά με 48 ευρώ.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα για τον συνταξιούχο που λαμβάνει, μετά την κράτηση 6% υπέρ Υγείας, 833 ευρώ τον μήνα από κύρια και επικουρική σύνταξη. Η αύξηση 2,4% για το 2026, δηλαδή περίπου 20 ευρώ, μειώνεται λόγω φόρου στα 16 ευρώ. Σε περιβάλλον πληθωρισμού 5,4% τον Απρίλιο, η αύξηση μετατρέπεται σε λογιστική διόρθωση χωρίς πραγματικό αντίκρισμα για την καθημερινότητα.

Η ίδια λογική πλήττει και τους νέους. Όσοι συμπληρώνουν το 25ο έτος της ηλικίας τους αρχίζουν να πληρώνουν φόρο 9% για εισοδήματα από μισθούς ή επιχειρηματικά κέρδη πάνω από 10.000 ευρώ, ενώ μέχρι αυτό το ηλικιακό όριο δεν κατέβαλλαν φόρο για ετήσιο εισόδημα έως 20.000 ευρώ.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση για όσους συμπληρώνουν το 30ό έτος της ηλικίας τους. Από εκείνο το σημείο αρχίζουν να πληρώνουν 11 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο φόρο για εισοδήματα από 10.000 έως 20.000 ευρώ, καθώς ο συντελεστής ανεβαίνει στο 20% από 9%.

Ελαφρύνσεις που μετατίθενται μετά τις κάλπες

Την ίδια στιγμή, ορισμένες από τις εξαγγελθείσες ελαφρύνσεις μεταφέρονται χρονικά για αργότερα, ουσιαστικά μετά τις εκλογές. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες θα δουν τη μείωση του βασικού φορολογικού συντελεστή από 22% σε 20% για κέρδη από 10.001 έως 20.000 ευρώ κατά την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων του 2027, καθώς το μέτρο αφορά τα εισοδήματα του 2026.

Στο μεταξύ, τα τρέχοντα κέρδη που θα εκκαθαριστούν το 2027 θα υπολογίζονται σε υψηλότερη τεκμαρτή βάση. Η βάση αυτή ξεκινά από τα 12.880 ευρώ τον χρόνο, δηλαδή 920 ευρώ βασικός μισθός επί 14 μήνες, και αυξάνεται με βάση τις τριετίες λειτουργίας ή άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας.

Κατά συνέπεια, το όποιο φορολογικό όφελος για τους ελεύθερους επαγγελματίες αναμένεται οριακό. Εξαίρεση μπορεί να υπάρξει για όσους έχουν ανήλικα τέκνα, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις ο φορολογικός συντελεστής μειώνεται περαιτέρω κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες για δύο παιδιά.

Ετεροχρονισμένο για το 2027 μεταφέρεται και το όφελος που προκύπτει από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών για συνταξιούχους με προστατευόμενα μέλη. Ο λόγος είναι ότι ο ΕΦΚΑ δεν συνυπολογίζει από την 1η Ιανουαρίου 2026 τη μείωση των συντελεστών λόγω τέκνων.

Για δύο παιδιά, ο συντελεστής για ατομικό ετήσιο εισόδημα από 10.001 έως 20.000 ευρώ μειώνεται από 20% σε 16%, ενώ για εισόδημα από 20.001 έως 30.000 ευρώ διαμορφώνεται στο 22%. Ωστόσο, ο ΕΦΚΑ δεν ενσωματώνει εγκαίρως αυτές τις διαφοροποιήσεις, με αποτέλεσμα οι συνταξιούχοι να περιμένουν την επόμενη εκκαθάριση για να δουν τυχόν όφελος.

Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει το πραγματικό περιεχόμενο της κυβερνητικής φορολογικής πολιτικής. Οι εξαγγελίες για ελαφρύνσεις προβάλλονται πολιτικά, όμως η καθημερινή φορολογική πράξη παραμένει σκληρή. Η μη τιμαριθμοποίηση της κλίμακας λειτουργεί ως αθόρυβος μηχανισμός υπερφορολόγησης, αφαιρώντας από μισθωτούς, συνταξιούχους και επαγγελματίες μέρος των εισοδημάτων που ήδη έχουν αποδυναμωθεί από την ακρίβεια.