Σήμερα Γιορτάζουν:

ΤΙΧΩΝ

Γυναικοκτονία στη Δράμα: Σκληρή παρέμβαση Διβάνη

Με αιχμηρή δημόσια παρέμβαση τοποθετήθηκε η Λένα Διβάνη για τη δολοφονία της γυναίκας αστυνομικού στη Δράμα, εστιάζοντας στα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά γύρω από τη διαχείριση των προειδοποιητικών ενδείξεων και των καταγγελιών που φέρεται να είχαν προηγηθεί. Η συγγραφέας άσκησε σκληρή κριτική στον τρόπο με τον οποίο οι αρμόδιοι μηχανισμοί αντιμετωπίζουν υποθέσεις έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, ειδικά όταν οι γυναίκες δηλώνουν ότι αισθάνονται απειλή.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει το σχετικό δημοσίευμα, η Λένα Διβάνη στάθηκε στις πληροφορίες ότι η 40χρονη είχε εκφράσει ανησυχίες για τη συμπεριφορά του συζύγου της και είχε απευθυνθεί σε αρμόδιες υπηρεσίες, χωρίς, όπως υποστηρίζει η ίδια, να υπάρξει η αναγκαία αξιολόγηση των σημάτων κινδύνου. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα του υπηρεσιακού όπλου, το οποίο, σύμφωνα με την ανάρτησή της, δεν αφαιρέθηκε από τον δράστη, παρά τις αναφορές για προβληματική συμπεριφορά. :contentReference[oaicite:0]{index=0}

Τα ερωτήματα για τους χειρισμούς των αρχών

Η συγγραφέας έθεσε ευθέως θέμα ευθύνης για το αν οι καταγγελίες της 40χρονης διερευνήθηκαν με την απαιτούμενη σοβαρότητα. Στην παρέμβασή της αφήνει σαφείς αιχμές για μια νοοτροπία που συχνά υποβαθμίζει τον φόβο των γυναικών, αντιμετωπίζοντας τις προειδοποιήσεις τους ως υπερβολικές ή δευτερεύουσες, μέχρι η απειλή να μετατραπεί σε τραγωδία.

Η υπόθεση στη Δράμα έχει προκαλέσει έντονη κοινωνική αντίδραση, καθώς στο επίκεντρο βρίσκεται ξανά το κρίσιμο ερώτημα της πρόληψης. Όταν υπάρχουν ενδείξεις επικινδυνότητας, ιδιαίτερα σε πρόσωπα που έχουν πρόσβαση σε υπηρεσιακό οπλισμό, η διαχείριση από τις υπηρεσίες ασφαλείας αποκτά αυξημένο βάρος και δεν μπορεί να περιορίζεται σε τυπικές διαδικασίες.

Η αιχμή της Λένας Διβάνη

Η Λένα Διβάνη σχολίασε με ιδιαίτερα σκληρό ύφος τη φράση ότι ο δράστης «δεν δεχόταν τον χωρισμό», συνδέοντάς την με την κτητικότητα, τη ζήλια και την αντίληψη ότι η γυναίκα δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή της. Στην ανάρτησή της υπογράμμισε ότι η δολοφονία δεν μπορεί να αποκοπεί από το ευρύτερο πλαίσιο ανοχής απέναντι σε συμπεριφορές ελέγχου, απειλής και βίας.

Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία δεν υπήρχε καταγεγραμμένο ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας στο ζευγάρι. Η ίδια θέτει το ερώτημα αν υπήρξαν αναφορές που δεν καταγράφηκαν ή δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς, ζητώντας ουσιαστικά δημοσιογραφική και θεσμική διερεύνηση της υπόθεσης.

Η δολοφονία της 40χρονης στη Δράμα επαναφέρει με δραματικό τρόπο το ζήτημα της προστασίας των γυναικών που καταγγέλλουν απειλές, της ευθύνης των υπηρεσιών να προλαμβάνουν τον κίνδυνο και της ανάγκης να αντιμετωπίζονται οι σχετικές προειδοποιήσεις με θεσμική σοβαρότητα, πριν η βία καταλήξει σε ακόμη μία γυναικοκτονία.