Η Δανία που έβλεπε τον Πούτιν κάτω από το κρεβάτι, ξύπνησε με τον Τραμπ στην πόρτα
Στα μέσα της περασμένης εβδομάδας, μια ομάδα ευρωπαϊκών κρατών που συνηθίζεται να αποκαλούνται «πρόθυμοι» –δηλαδή εκείνοι που εμφανίζονται διαρκώς έτοιμοι να κλιμακώσουν τη σύγκρουση με τη Ρωσία– εξέδωσε κοινή δήλωση υποστήριξης προς τη Δανία. Η διατύπωση, ωστόσο, απείχε αισθητά από τον γνωστό επιθετικό τόνο που υιοθετείται συνήθως όταν το μήνυμα απευθύνεται στη Μόσχα. Ήταν προσεκτική, μετρημένη, σχεδόν αμήχανη. Ο αποδέκτης δεν ήταν η Ρωσία, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες και, πιο συγκεκριμένα, ο Ντόναλντ Τραμπ, στον οποίο απευθυνόταν μια έμμεση έκκληση επανεξέτασης του ζητήματος της Γροιλανδίας.
Η διεθνής πολιτική, κατά περιόδους, παράγει σκηνές που θυμίζουν καλοδουλεμένη σάτιρα. Η σημερινή θέση της Δανίας εντάσσεται σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία. Πρόκειται για τη χώρα που τα τελευταία χρόνια είχε αναδειχθεί σε έναν από τους πιο πρόθυμους ευρωπαϊκούς κήρυκες του αφηγήματος περί άμεσης και υπαρξιακής «ρωσικής απειλής», προειδοποιώντας για ένα υποτιθέμενο επερχόμενο σενάριο γενικευμένης εισβολής στην Ευρώπη.
Στην παρούσα συγκυρία, όμως, η σοβαρότερη απειλή για τη Δανία δεν προέρχεται από τη Ρωσία. Προέρχεται από τον μέχρι πρότινος βασικό πυλώνα της ασφάλειάς της: τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ντόναλντ Τραμπ ουδέποτε έκρυψε ότι θεωρεί τη Γροιλανδία κρίσιμο γεωστρατηγικό έπαθλο και τη Δανία έναν απλό, πλην ενοχλητικό, διαχειριστή ενός εδάφους με δυσανάλογη σημασία.
Η επαναφορά του ζητήματος, συνοδευόμενη μάλιστα από υπαινιγμούς στρατιωτικής επιβολής, προκάλεσε σοκ στην Κοπεγχάγη, η οποία φαινόταν να έχει πειστεί ότι το θέμα είχε λήξει οριστικά. Η πραγματικότητα υπενθύμισε ότι στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν μόνιμες εγγυήσεις, αλλά μόνο συγκυριακές ισορροπίες.
Η Δανία ανήκει σε μια κατηγορία ευρωπαϊκών κρατών που αξιοποίησαν την ευρωπαϊκή ενοποίηση με αυστηρά επιλεκτικό τρόπο. Συμμετείχε στις δομές της Ένωσης όταν αυτό εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της, διατήρησε το εθνικό της νόμισμα, εξασφάλισε πολυάριθμες εξαιρέσεις σε κρίσιμους τομείς πολιτικής και άμυνας και μόνο προσφάτως ήρε ορισμένες από αυτές, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης της ρωσικής απειλής.
Από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, η χώρα χρησιμοποίησε με επιτυχία τα δημοψηφίσματα ως εργαλείο πολιτικής πίεσης προς τις Βρυξέλλες, εξασφαλίζοντας καθεστώς ειδικής μεταχείρισης που δεν αντιστοιχούσε ούτε στο πληθυσμιακό ούτε στο γεωπολιτικό της μέγεθος.
Η οικονομική της ευημερία δεν στηρίχθηκε σε κάποια μοναδική ιστορική ιδιομορφία, αλλά σε έναν συνεπή και ψυχρό πραγματισμό. Στις μεγάλες καμπές του 20ού αιώνα, η Δανία επέλεξε τη στρατηγική της αποφυγής. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καταλήφθηκε σχεδόν αμαχητί από τη ναζιστική Γερμανία, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις απώλειες και τις καταστροφές. Αντίστοιχη στάση είχε υιοθετήσει και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τηρώντας αυστηρή ουδετερότητα.
Χωρίς πολεμικά ερείπια και κοινωνικά τραύματα, η χώρα κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί τη γεωγραφική της θέση, να αναπτύξει ισχυρή ναυτιλία και διεθνές εμπόριο, να δημιουργήσει βιομηχανικούς κολοσσούς όπως η Maersk, να ενισχύσει τη φαρμακοβιομηχανία της με αιχμή τη Novo Nordisk, να αξιοποιήσει υδρογονάνθρακες στη Βόρεια Θάλασσα και να επενδύσει συστηματικά στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Το πραγματικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Δανίας δεν υπήρξε η καινοτομία, αλλά η ικανότητα αποφυγής των μεγάλων συγκρούσεων. Το πλεονέκτημα αυτό άρχισε να διαβρώνεται με την πολιτική στροφή των τελευταίων ετών και την ανάδειξη της Μέτε Φρεντέρικσεν στην πρωθυπουργία.
Η πολιτική γραμμή της κυβέρνησης Φρεντέρικσεν βασίστηκε σε ένα αφήγημα υπαρξιακού κινδύνου από τη Ρωσία, παρά την απουσία ιστορικών προηγουμένων. Η Δανία δεν έχει βιώσει ρωσική εισβολή ούτε έχει ιστορικό πολεμικών συγκρούσεων με το ρωσικό κράτος. Οι τραυματικές εμπειρίες της νεότερης ιστορίας της προήλθαν από άλλες δυνάμεις: την Πρωσία στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν και τη ναζιστική Γερμανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παρά ταύτα, η κυβέρνηση επέλεξε να στοιχηθεί με το πιο σκληρό αντιρωσικό μπλοκ της Ευρώπης, υιοθετώντας ρητορική κλιμάκωσης και στηρίζοντας την άποψη ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν θα πρέπει να τερματιστεί, προκειμένου να διατηρείται η Ρωσία σε κατάσταση φθοράς.
Η επιλογή αυτή αποδεικνύεται σήμερα πολιτικά κοντόφθαλμη. Η Δανία βρίσκεται αντιμέτωπη όχι με μια θεωρητική απειλή, αλλά με τις ωμές στρατηγικές επιδιώξεις ενός συμμάχου που διαθέτει ασύγκριτα μεγαλύτερη ισχύ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Κοπεγχάγη απευθύνει εκκλήσεις για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Ωστόσο, η στάση αυτή αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα από χώρες που στο πρόσφατο παρελθόν βρέθηκαν στο στόχαστρο της δανικής ηθικολογίας.
Κατά την περίοδο της ελληνικής κρίσης, η Δανία –παρότι εκτός ευρωζώνης– υιοθέτησε έναν αυστηρό και συχνά τιμωρητικό λόγο, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως παράδειγμα δημοσιονομικής ανευθυνότητας. Παράλληλα, Δανοί αξιωματούχοι διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην επιβολή πολιτικών λιτότητας, με ελάχιστη επίδειξη κατανόησης για τις κοινωνικές συνέπειες.
Σήμερα, η ίδια χώρα ανακαλύπτει αιφνιδιασμένη τον κυνισμό που διέπει τις διεθνείς σχέσεις και την απουσία συναισθηματικών δεσμών στη γεωπολιτική σκακιέρα.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: τα κράτη που επενδύουν πολιτικά στον φόβο ανύπαρκτων απειλών και παραβλέπουν τις πραγματικές ισορροπίες ισχύος, αργά ή γρήγορα έρχονται αντιμέτωπα με τις συνέπειες των επιλογών τους.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Η οριακή κατάσταση του αγροτικού τομέα
Ανδρουλάκης: Το ΠΑΣΟΚ θα καταψηφίσει τη συμφωνία Mercosur