20 Φεβρουαρίου 2026

Η ΕΚΤ χτίζει μόνιμη γραμμή άμυνας μπροστά σε νέο κύμα χρέους

Από το τρίτο τρίμηνο του 2026 ενεργοποιείται νέο πλαίσιο για τη διευκόλυνση repo σε ευρώ, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μετατρέπει ένα εργαλείο έκτακτης ανάγκης σε διαρκή μηχανισμό ρευστότητας. Οι κεντρικές τράπεζες θα έχουν τη δυνατότητα να καταθέτουν έως 50 δισ. ευρώ σε εξασφαλίσεις εκφρασμένες σε ευρώ, μεταξύ αυτών κρατικά ομόλογα, προκειμένου να αντλούν άμεσα ρευστότητα σε περιόδους οξείας πίεσης.

Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη σταθερή διασφάλιση ρευστότητας στο ενιαίο νόμισμα, αντικαθιστώντας τις έως σήμερα χρονικά περιορισμένες γραμμές repo. Το εργαλείο ενεργοποιείται σε φάσεις έντονου στρες, όπως συνέβη στη διάρκεια των lockdown της πανδημίας, και εντάσσεται στον πυρήνα των μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων των κεντρικών τραπεζών.

Η λεγόμενη EUREP, το Eurosystem Repo Facility for Central Banks, εγκαινιάστηκε στις 25 Ιουνίου 2020 ως προσωρινή λύση. Τότε η Κεντρική Τράπεζα του Κοσόβου άντλησε 100 εκατ. ευρώ και το Μαυροβούνιο 250 εκατ. ευρώ μέσω βραχυπρόθεσμης στήριξης. Οι δημοπρασίες repo βασίζονται στην ανταλλαγή και ολιγοήμερη ενεχυρίαση ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων διάρκειας μίας έως πέντε ημερών, με τις εμπορικές τράπεζες να λαμβάνουν ρευστότητα και να επιστρέφουν τις εξασφαλίσεις μόλις αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία της διατραπεζικής αγοράς.

Η απόφαση της ΕΚΤ να επεκτείνει το εργαλείο σε παγκόσμια κλίμακα και για περιόδους εβδομάδων ή και μηνών ενισχύει την εικόνα προετοιμασίας για ενδεχόμενη κρίση ρευστότητας στο ορατό μέλλον. Η εκρηκτική άνοδος του δημόσιου χρέους στην ευρωζώνη τροφοδοτεί ανησυχία στη Φρανκφούρτη. Γερμανία και Γαλλία κινούνται φέτος προς καθαρό νέο δανεισμό περίπου 5% του ΑΕΠ η καθεμία, διοχετεύοντας αυξανόμενο όγκο ομολόγων στις αγορές και εντείνοντας την ανοδική πίεση στα επιτόκια.

Οι επενδυτές εξετάζουν πλέον σε ποιο βαθμό η πιστοληπτική ισχύς των κρατών-μελών συνδέεται με τη δυνατότητα της Γερμανίας να εξυπηρετεί το δικό της αυξανόμενο χρέος. Η μεταβολή αποτυπώνεται ήδη στις αποδόσεις. Τα επιτόκια κινούνται ανοδικά για περισσότερα από τρία χρόνια, ιδίως στο μακροπρόθεσμο σκέλος της αγοράς, στοιχείο που καταγράφει σταδιακή υποχώρηση της εμπιστοσύνης των μεγάλων επενδυτών που στηρίζουν τη ρευστότητα.

Το ευρώ δέχεται παράλληλα διεθνείς πιέσεις. Τα αποθεματικά σε ευρώ υποχωρούν κάτω από το 20% των παγκόσμιων συναλλαγματικών διαθεσίμων, με ελαφρά πτωτική τάση, ενώ στο πεδίο των διεθνών διακανονισμών το μερίδιο κινείται γύρω στο 24%. Το δολάριο διατηρεί σαφή υπεροχή, με ποσοστό 59% ως αποθεματικό νόμισμα και 47% στις διεθνείς συναλλαγές.

Καθοριστικό πλήγμα για τον διεθνή ρόλο του ευρώ αποτέλεσε η μόνιμη εφαρμογή του εμπάργκο κατά της Ρωσίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η διακοπή του εμπορίου ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Ρωσία συγκαταλεγόταν στους μεγάλους ενεργειακούς παίκτες που αποδέχονταν τιμολόγηση σε ευρώ και διακρατούσαν σημαντικά αποθέματα στο ευρωπαϊκό νόμισμα. Το περιβάλλον αυτό έχει μεταβληθεί οριστικά. Στο παρασκήνιο κυκλοφορούν εκτιμήσεις ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται, σε περίπτωση ειρηνευτικής συμφωνίας στην Ουκρανία, να αποκαταστήσουν την πρόσβαση της Ρωσίας στο σύστημα SWIFT, εξέλιξη που θα επηρέαζε και τις ευρωπαϊκές αποφάσεις.

Στο εσωτερικό της ΕΕ συζητείται παράλληλα στροφή στη δημοσιονομική αρχιτεκτονική. Ενδεχόμενη υιοθέτηση κοινής χρηματοδότησης νέου χρέους μέσω ευρωομολόγων και σχήματος «Ευρώπης δύο ταχυτήτων» θα αναδιαμορφώσει ριζικά τον όγκο και τη δομή της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων. Οι φορολογούμενοι, με αιχμή τη Γερμανία σε ομοσπονδιακό επίπεδο, θα κληθούν να στηρίξουν τις εγγυήσεις. Στη Φρανκφούρτη εκτιμάται ότι ένα τέτοιο βήμα θα μπορούσε να ενισχύσει τη διεθνή ζήτηση για τίτλους σε ευρώ.

Στη γεωπολιτική εξίσωση παραμένει κρίσιμος ο ρόλος της Federal Reserve. Κατά το προηγούμενο έτος, η ΕΚΤ προειδοποίησε επανειλημμένα για πιθανή έλλειψη δολαρίων στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη δυνατότητα ταχείας ενεργοποίησης γραμμών ανταλλαγής, παρέχοντας βραχυπρόθεσμα δάνεια σε δολάρια προς ευρωπαϊκές τράπεζες και την ΕΚΤ, γεγονός που ενισχύει τη διαπραγματευτική τους ισχύ.

Το Ευρωσύστημα καλείται να απορροφήσει αυξανόμενο όγκο εκδόσεων. Ελλείψει ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης για ευρωομόλογα, η άνοδος των επιτοκίων αναμένεται να συνεχιστεί. Σε ένα περιβάλλον μαζικής έκδοσης νέων τίτλων, η ΕΚΤ ενδέχεται να αναλάβει σημαντικό μέρος του χρέους στον ισολογισμό της, προκειμένου να συγκρατήσει το κόστος εξυπηρέτησης για τα κράτη-μέλη.

Η μετατροπή της διευκόλυνσης repo σε μόνιμο μηχανισμό στήριξης ρευστότητας αποκτά έτσι στρατηγική σημασία. Οι κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως θα έχουν κίνητρο να αυξήσουν τα χαρτοφυλάκια ευρωομολόγων, εξασφαλίζοντας άμεση πρόσβαση στο Ευρωσύστημα χωρίς ανάγκη επιμέρους εθνικών τοποθετήσεων. Το περιορισμένο ύψος γερμανικών ομοσπονδιακών εκδόσεων αποτέλεσε πρόσφατα εμπόδιο για μεγάλες τοποθετήσεις, ζήτημα που η τρέχουσα πολιτική χρέους στο Βερολίνο επιχειρεί να αντιμετωπίσει.

Τα μέτρα της ΕΚΤ εντάσσονται σε ευρύτερη δημοσιονομική μετατόπιση που μπορεί να οδηγήσει σε διαρθρωτική διεύρυνση του κοινού χρέους. Μέσω της θεσμικής κατοχύρωσης διεθνούς ζήτησης για ευρωομόλογα, η κεντρική τράπεζα διαμορφώνει τις υποδομές ενός νέου καθεστώτος χρέους στην Ένωση και μετακινεί το όριο ανάμεσα στη νομισματική σταθεροποίηση και τη δημοσιονομική στήριξη.

Η ευρωπαϊκή διευκόλυνση repo εξελίσσεται από προσωρινό δίχτυ ρευστότητας σε μόνιμη δεξαμενή απορρόφησης χρέους. Με το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης να κινείται από το 92% του ΑΕΠ προς το 100% μέσα στην επόμενη διετία, η πίεση για διοχέτευση του αυξημένου όγκου τίτλων στις παγκόσμιες αγορές θα ενταθεί. Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής θα κριθεί σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης αδυναμίας της οικονομίας του ευρώ.