Σύνοψη Άρθρου
- Η Ελλάδα είναι η 7η φθηνότερη χώρα στην Ευρώπη στη χονδρική τιμή ρεύματος για το 2026, από ακριβότερη το 2019.
- Οι επενδύσεις σε ΑΠΕ και δίκτυα ύψους 6 δισ. ευρώ οδήγησαν σε μείωση του λιανικού κόστους και μετατροπή της χώρας σε καθαρό εξαγωγέα.
- Η τελική τιμή ρεύματος για τα νοικοκυριά σε όρους αγοραστικής δύναμης είναι σχεδόν ίση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η ελληνική αγορά ενέργειας έχει υποστεί μια ριζική μεταμόρφωση την τελευταία εξαετία, με αποτέλεσμα η χώρα να καταγράφει σημαντική βελτίωση στην ανταγωνιστικότητα των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Οι δραστικές αλλαγές, που περιλαμβάνουν την εκρηκτική αύξηση της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και τις μαζικές επενδύσεις στα δίκτυα, έχουν συμβάλει καθοριστικά στη συμπίεση του κόστους για τα νοικοκυριά και στη μετατροπή της Ελλάδας σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται με τον πιο εμφατικό τρόπο στη χονδρική αγορά. Παρά το γεγονός ότι η νότια και ανατολική Ευρώπη διαθέτει λιγότερες διακρατικές συνδέσεις σε σύγκριση με τον βορρά, η Ελλάδα καταλαμβάνει την έβδομη χαμηλότερη θέση στην τιμή χονδρικής για το 2026. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το 2019, όταν η χώρα μας ήταν η ακριβότερη σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό σύστημα, ασκώντας τεράστιες πιέσεις στους παρόχους λιανικής και, κατ' επέκταση, στους καταναλωτές.
Η θέση της Ελλάδας στη λιανική αγορά
Η βελτίωση της ενεργειακής θέσης της Ελλάδας δεν περιορίζεται μόνο στη χονδρική αγορά. Αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα και στην ικανότητά της να διατηρεί τις τιμές λιανικής κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ακόμα και όταν αυτές υπολογίζονται σε όρους αγοραστικής δύναμης. Αυτή η μέθοδος εξουδετερώνει τις διαφορές στο γενικό επίπεδο τιμών μεταξύ των κρατών μελών, προσφέροντας μια πιο δίκαιη σύγκριση. Το επίτευγμα αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό, δεδομένης της ευρύτερης αύξησης του ενεργειακού κόστους μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και των ιδιαιτεροτήτων που προκαλεί η νησιωτικότητα της χώρας.
Ενδεικτικά, η τελική τιμή ρεύματος για τα ελληνικά νοικοκυριά σε όρους αγοραστικής δύναμης διαμορφώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2025, πριν από την κρίση στον Κόλπο, στα 29,26 ευρώ ανά 100 κιλοβατώρες. Το ποσό αυτό είναι ουσιαστικά ταυτόσημο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 29,06 ευρώ ανά 100 kWh. Μάλιστα, η Ελλάδα καταλαμβάνει καλύτερη θέση από την Ισπανία και την Πορτογαλία, χώρες που συχνά αναφέρονται ως πρότυπα, όπου οι τιμές ήταν περίπου 50 και 25 λεπτά ακριβότερες, αντίστοιχα. Ακόμα πιο ακριβή ήταν η Γερμανία, η ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης, με τιμή στα 34,6 ευρώ, ενώ στην κορυφή της ακρίβειας βρέθηκε η Ρουμανία, όπου το κόστος άγγιξε τα 50 ευρώ.
Σε απόλυτες τιμές, η Ελλάδα ήταν η 10η φθηνότερη χώρα μεταξύ των 27 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το λιανικό ενεργειακό κόστος για τους οικιακούς καταναλωτές υπολογίστηκε στα 23,78 ευρώ ανά 100 κιλοβατώρες, έναντι του μέσου όρου της ΕΕ που ανήλθε στα 28,96 ευρώ, ήτοι σχεδόν 22% υψηλότερα σε σύγκριση με τη χώρα μας.
Η επανάσταση των ΑΠΕ και η μετατροπή σε εξαγωγέα
Κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη βελτίωση είναι το τεράστιο άλμα στις επενδύσεις σε μονάδες ηλιακής και αιολικής ενέργειας από το 2019 και μετά, έπειτα από μια τετραετία στασιμότητας. Χάρη στην αυξημένη συνεισφορά των ανανεώσιμων πηγών, η Ελλάδα έχει πλέον καταστεί σημαντικός καθαρός εξαγωγέας ρεύματος. Για το τρέχον έτος, η χώρα μας είναι ο 4ος μεγαλύτερος εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, ενώ το 2019 εισήγαγε το 18% των αναγκών της.
Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή: μεταξύ 2015 και 2019, η εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών αυξήθηκε από 2,6 GW σε 2,8 GW, μια αύξηση μόλις 7,7%. Αντιθέτως, από το 2020 έως το 2025, η ισχύς των ηλιακών μονάδων αυξήθηκε κατά 296%, σχεδόν τετραπλασιάστηκε, φτάνοντας τα 11,1 GW. Ο ρυθμός ένταξης νέας δυναμικότητας επιταχύνθηκε, καθώς μόνο μεταξύ 2023 και 2025 προστέθηκαν 4,4 GW. Θεαματική ήταν και η αύξηση της συμβολής των αιολικών πάρκων, με την ισχύ τους να αυξάνεται κατά σχεδόν 2 GW την τελευταία εξαετία.
Χάρη σε αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα καλύπτει συστηματικά περίπου το 50% των ηλεκτρικών αναγκών της από τον ήλιο και τον άνεμο, με την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ το 2025 να αγγίζει τις 25 τεραβατώρες, σύμφωνα με τη δεξαμενή σκέψης Ember. Η χρήση λιγνίτη, αντίθετα, έχει συρρικνωθεί λόγω του υψηλού κόστους των δικαιωμάτων ρύπων.
Επενδύσεις στα δίκτυα και γεωπολιτική διάσταση
Η επένδυση στις ΑΠΕ συνοδεύτηκε από παράλληλη εκτίναξη των επενδύσεων στα δίκτυα. Την περίοδο 2020-2025 διοχετεύτηκαν περίπου 6 δισεκατομμύρια ευρώ, έναντι μόλις 1,6 δισεκατομμυρίων την προηγούμενη περίοδο. Η εγκατάλειψη των δικτύων μεταξύ 2015 και 2018 είναι εμφανής, καθώς οι επενδύσεις ήταν μειωμένες κατά 21% σε σύγκριση με την περίοδο 2012-2014. Χάρη στο νέο επενδυτικό κύμα, προχωρούν οι διασυνδέσεις νησιών, η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών και οι υπογειοποιήσεις.
Παράλληλα, η Ελλάδα διερευνά την ύπαρξη υποθαλάσσιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, με την πρώτη ερευνητική γεώτρηση στο Ιόνιο να αναμένεται το πρώτο τρίμηνο του 2027. Κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι μια πιθανή ανακάλυψη θα ενισχύσει τη θέση της χώρας ως παρόχου ενεργειακής ασφάλειας για τη νοτιοανατολική Ευρώπη, προσφέροντας σημαντικά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Φοιτητικές εκλογές: ΔΑΠ και ΠΚΣ σε αντιπαράθεση
GREGY: Ενεργειακή ασφάλεια και εθνική κυριαρχία