Πίσω από τους αριθμούς του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού ξεδιπλώνεται μια μακρά ιστορία δέσμευσης που εκτείνεται δεκαετίες μπροστά. Το δημόσιο χρέος εμφανίζεται να υποχωρεί λογιστικά, όχι όμως ουσιαστικά. Το 2025 προβλέπεται στο 145,4% του ΑΕΠ, ήτοι 362,8 δισ. ευρώ, από 364,9 δισ. ευρώ το 2024 που αντιστοιχούσαν στο 153,6% του ΑΕΠ. Την ίδια στιγμή, το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στα 249,5 δισ. ευρώ από 237,5 δισ. ευρώ έναν χρόνο πριν. Ωστόσο, τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ έως τις 30 Ιουνίου 2025 καταγράφουν δημόσιο χρέος 403,205 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας μια πραγματικότητα βαρύτερη από εκείνη που παρουσιάζεται στους πίνακες του ΠΔΠ.
Το χρέος που εμφανίζεται στα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ αφορά αποκλειστικά το χρονοδιάγραμμα λήξεων της Κεντρικής Διοίκησης. Εκτός αυτής της εικόνας μένουν περίπου 25 δισ. ευρώ που το κράτος οφείλει σε ΟΤΑ και ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και το χρέος των ΝΠΔΔ που προσεγγίζει τα 13 δισ. ευρώ. Η διαφορά μεταξύ Κεντρικής Διοίκησης και Γενικής Κυβέρνησης δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά κρίσιμος παράγοντας κατανόησης του πραγματικού μεγέθους της επιβάρυνσης.

Από τα 403 δισ. ευρώ του χρέους της Κεντρικής Κυβέρνησης, το μεγαλύτερο τμήμα, 126 δισ. ευρώ ή το 27,6%, προέρχεται από τα δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Η αποπληρωμή τους έχει μετατεθεί έως το 2070, βάσει της απόφασης του Eurogroup του Ιουνίου 2018, μεταφέροντας το 37% των υποχρεώσεων, περίπου 47 δισ. ευρώ, στη δεκαετία 2060–2070. Έως το 2050 θα έχει καταβληθεί μόλις το 36% των δανείων αυτών, ενώ το 27% μεταφέρεται στη δεκαετία 2050–2060, διαμορφώνοντας ένα ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα για τις επόμενες γενιές.
Το δεύτερο μεγαλύτερο βάρος, που αντιστοιχεί στο 21,7% του συνολικού χρέους, είναι τα ομόλογα του PSI, ύψους 98,8 δισ. ευρώ, με αποπληρωμές που εκτείνονται κυρίως έως το 2042. Ακολουθούν τα δάνεια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, τα οποία αντιστοιχούν στο 13,1% του χρέους ή 59,5 δισ. ευρώ, με αποπληρωμές που ξεκινούν το 2034 και ολοκληρώνονται το 2060, επιβάλλοντας μέση ετήσια επιβάρυνση περίπου 2,2 δισ. ευρώ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους εξαρτάται από εύθραυστες ισορροπίες. Ο πρώτος κίνδυνος αφορά την πιθανότητα χαμηλότερου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ από εκείνον που προβλέπεται στο βασικό σενάριο, περιορίζοντας τη διαφορά μεταξύ ανάπτυξης και επιτοκίων και αποδυναμώνοντας το φαινόμενο του snowball. Ο δεύτερος κίνδυνος σχετίζεται με πιθανή αύξηση των επιτοκίων σε περίπτωση επιδείνωσης της πιστοληπτικής διαβάθμισης. Ο τρίτος αφορά την αδυναμία διατήρησης πρωτογενών πλεονασμάτων 1,8% του ΑΕΠ έως το 2070, σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικών αναταράξεων.

Με βάση τις σημερινές υποθέσεις, που προβλέπουν μακροχρόνιο ονομαστικό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 3,5%, πληθωρισμό 2%, μεσοσταθμικό επιτόκιο 1,7% και ετήσιο πλεόνασμα 1,8%, το δημόσιο χρέος εμφανίζεται να υποχωρεί στο 110% του ΑΕΠ έως το 2039, στο 95% έως το 2050 και στο 71% έως το 2070. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, αλλάζει δραματικά με μικρές μεταβολές των παραμέτρων.
Στο σενάριο όπου ο μακροχρόνιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ μειώνεται κατά μία ποσοστιαία μονάδα, το χρέος υποχωρεί μόλις στο 125% του ΑΕΠ έως το 2040 και παραμένει στο 107% το 2070. Η διαφορά ανάπτυξης και επιτοκίων συρρικνώνεται και το snowball effect χάνει τη δυναμική του, αποκαλύπτοντας πόσο κρίσιμος είναι ο ρυθμός μεγέθυνσης για τη μακροχρόνια σταθερότητα.
Αντίστοιχες επιπτώσεις προκύπτουν σε περίπτωση αύξησης του μεσοσταθμικού επιτοκίου κατά 100 μονάδες βάσης, ως αποτέλεσμα υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας. Το χρέος ακολουθεί παρόμοια τροχιά επιδείνωσης. Στο πλέον δυσμενές σενάριο, όπου συνδυάζεται χαμηλότερη ανάπτυξη με αύξηση επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης, το χρέος παραμένει πάνω από το 130% του ΑΕΠ έως το 2070, παγιώνοντας μια κατάσταση μόνιμης επιβάρυνσης.
Ακόμη και όταν εξετάζεται η μείωση του ετήσιου πλεονάσματος στο 0,8% του ΑΕΠ, οι επιπτώσεις στη βιωσιμότητα του χρέους εμφανίζονται περιορισμένες σε σχέση με το βασικό σενάριο. Η ανάλυση δείχνει ότι το ύψος του πλεονάσματος δεν αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα. Καθοριστικό παραμένει το snowball effect και η διατήρηση μιας ευνοϊκής διαφοράς μεταξύ ονομαστικής ανάπτυξης και επιτοκίων.
Αυτό μεταφράζεται στην ανάγκη για μακροχρόνια διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης της τάξης του 3,5% έως 4% και στη διαρκή προστασία της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας. Τα τελευταία πέντε χρόνια, ο υψηλότερος από τις προβλέψεις πληθωρισμός συνέβαλε στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, λειτουργώντας ως λογιστικός αποσυμπιεστής.
Το τίμημα αυτής της στρατηγικής αποτυπώνεται στην καθημερινότητα. Η ενίσχυση του snowball effect μέσω του πληθωρισμού έχει διαβρώσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Η ακρίβεια και το υψηλό κόστος διαβίωσης αναδεικνύονται πλέον ως το κυρίαρχο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, αποκαλύπτοντας ότι η στατιστική βελτίωση του χρέους συνοδεύεται από μια κοινωνία σε διαρκή πίεση.
Πιο Δημοφιλή
Κόλαση στη Βόρεια Εύβοια: Τα ντοκουμέντα που εκθέτουν τον κρατικό μηχανισμό
Κλήρωση UEFA Nations League: Η Ελλάδα σε όμιλο φωτιά
Αναθεώρηση Συντάγματος: Προτείνω 3 Χρήσιμες Ρηξικέλευθες Διατάξεις!...
Η Εκκλησία στο κάδρο της εξουσίας
Πιο Πρόσφατα
Νατσιός: «365 μέρες το χρόνο η κυβέρνηση πετά χαρταετό»
Η Ευρώπη σε τροχιά σοβιετικού συγκεντρωτισμού