Η ιδέα του «Μεγάλου Ισραήλ» και οι ρωγμές στο στρατόπεδο του Τραμπ
Όταν ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Ισραήλ Μάικ Χάκαμπι δήλωσε σε συνέντευξή του προς τον δημοσιογράφο Τάκερ Κάρλσον ότι το Ισραήλ διαθέτει «βιβλικό δικαίωμα» να καταλάβει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, ένα κύμα ανησυχίας διαπέρασε τον αραβικό κόσμο και προκάλεσε έντονους προβληματισμούς στη διεθνή κοινότητα. Η δήλωση δεν πέρασε απαρατήρητη, καθώς άγγιξε ένα ιδεολογικό υπόστρωμα που εδώ και δεκαετίες βρίσκεται στο παρασκήνιο της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής σκέψης.
Όταν ο Κάρλσον τον ρώτησε σε ποια εδάφη αναφέρεται, ο Χάκαμπι απάντησε ότι «θα ήταν μια χαρά αν τα έπαιρναν όλα», για να προσθέσει στη συνέχεια ότι το Ισραήλ δεν επιχειρεί να καταλάβει χώρες όπως η Ιορδανία, η Συρία ή το Ιράκ, αλλά επιδιώκει να διασφαλίσει την προστασία του πληθυσμού του. Η φράση αυτή, παρότι συνοδεύτηκε από διπλωματικές διευκρινίσεις, επανέφερε στο προσκήνιο μια παλιά και φορτισμένη έννοια: το λεγόμενο «Μεγάλο Ισραήλ».
Μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, άρχισαν να κυκλοφορούν σε γεωπολιτικούς κύκλους χάρτες και σενάρια που αναφέρονται σε αυτή την ιδέα. Ο όρος «Μεγάλο Ισραήλ» (Eretz Yisrael HaShlema) περιγράφει μια ιδεολογική, θρησκευτική και πολιτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα σύνορα του ισραηλινού κράτους θα μπορούσαν να επεκταθούν στη βιβλική «Γη της Επαγγελίας», την οποία οι γραφές τοποθετούν «από τον ποταμό της Αιγύπτου έως τον μεγάλο ποταμό Ευφράτη».
Σε επίσημο επίπεδο η αναφορά αυτή αντιμετωπίζεται ως πνευματική και ιστορική παράδοση και όχι ως πρακτικός γεωπολιτικός χάρτης για τα σύγχρονα σύνορα του Ισραήλ. Παρ’ όλα αυτά, η έννοια χρησιμοποιείται συχνά από κύκλους του Ρεβιζιονιστικού Σιωνισμού καθώς και από ορισμένες εθνικιστικές ή θρησκευτικές πολιτικές ομάδες στο εσωτερικό της ισραηλινής πολιτικής σκηνής.
Στην πιο διαδεδομένη εκδοχή της, η ιδέα περιλαμβάνει το σημερινό κράτος του Ισραήλ, τη Δυτική Όχθη που αποκαλείται με τα βιβλικά ονόματα Ιουδαία και Σαμάρεια και τη Λωρίδα της Γάζας. Μέχρι τη συμφωνία ειρήνης με την Ιορδανία το 1994, ορισμένοι κύκλοι συμπεριλάμβαναν και εδάφη ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού. Στις πιο μαξιμαλιστικές και περιθωριακές θεολογικές ερμηνείες, η «Γη της Επαγγελίας» εκτείνεται ακόμη ευρύτερα, περιλαμβάνοντας την Ιορδανία, τον Λίβανο, μεγάλα τμήματα της Συρίας, περιοχές του Ιράκ, τμήματα της Σαουδικής Αραβίας έως τη Μεδίνα και ανατολικά εδάφη της Αιγύπτου.
Το ζήτημα που προκαλεί τις μεγαλύτερες απορίες δεν είναι μόνο η ισραηλινή ιδεολογία αλλά και η εξαιρετικά στενή σχέση που διατηρούν οι Ηνωμένες Πολιτείες με το Ισραήλ. Η πολιτική αυτή συμμαχία έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να διερωτώνται γιατί η Ουάσιγκτον εμφανίζεται διατεθειμένη να εμπλακεί σε συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας στη Μέση Ανατολή, όπως η αντιπαράθεση με το Ιράν.
Οι ερμηνείες που διατυπώνονται είναι πολλαπλές. Άλλοι επισημαίνουν τη στρατηγική σημασία της ενεργειακής ασφάλειας, άλλοι τη γεωπολιτική αντιπαράθεση με την Κίνα, ενώ ορισμένοι υπογραμμίζουν τον ρόλο των διεθνών χρηματοπιστωτικών δικτύων ή ακόμη και τις πολιτικές πιέσεις που ασκούνται στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Πέρα από όλες αυτές τις εξηγήσεις, υπάρχει και μια λιγότερο συζητημένη διάσταση που αφορά τη βαθιά θρησκευτική παράδοση της αμερικανικής κοινωνίας.
Η σύνδεση ανάμεσα σε τμήματα της αμερικανικής χριστιανικής κοινότητας και τον σιωνισμό προέρχεται κυρίως από τη θεολογία των Ευαγγελικών και το κίνημα του Χριστιανικού Σιωνισμού. Οι πρώτοι άποικοι της Βόρειας Αμερικής, ιδιαίτερα οι Πουριτανοί Προτεστάντες, ήταν έντονα επηρεασμένοι από τη βιβλική παράδοση. Έβλεπαν τη μετανάστευσή τους ως μια νέα «Έξοδο» από την Ευρώπη των μοναρχιών και των αριστοκρατικών καθεστώτων προς μια νέα «Γη της Επαγγελίας», που στην περίπτωσή τους ήταν η αμερικανική ήπειρος.
Η αντίληψη αυτή διαμόρφωσε την ιδέα ότι η Αμερική αποτελεί ένα «εκλεκτό έθνος» με ιδιαίτερη αποστολή στην ιστορία. Στο πλαίσιο αυτής της θεολογικής κοσμοθεωρίας αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα ισχυρό ρεύμα Χριστιανών Σιωνιστών, οι οποίοι πιστεύουν ότι η επιστροφή των Εβραίων στο Ισραήλ αποτελεί μέρος ενός θεϊκού σχεδίου.
Οι Ευαγγελικοί Προτεστάντες αποτελούν έναν από τους πιο σημαντικούς φορείς αυτής της ιδεολογίας. Στη θεολογία τους κυριαρχεί η απόλυτη αυθεντία της Βίβλου, η έννοια της προσωπικής πνευματικής αναγέννησης και η ισχυρή ιεραποστολική διάθεση. Στο εσωτερικό τους ωστόσο διαμορφώνονται διαφορετικές τάσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον ρόλο του Ισραήλ.
Η μία τάση, που συνδέεται με τον λεγόμενο διανομισμό (Dispensationalism), ερμηνεύει κυριολεκτικά τις βιβλικές προφητείες και θεωρεί ότι η επιστροφή των Εβραίων στη γη του Ισραήλ αποτελεί εκπλήρωση θεϊκών σχεδίων. Για τους υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης το κράτος του Ισραήλ έχει ιδιαίτερη θεολογική σημασία και τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή συνδέονται με την προοπτική της Δευτέρας Παρουσίας.
Οι οργανώσεις που εκπροσωπούν αυτή τη γραμμή, όπως οι Christians United for Israel, έχουν αναπτύξει ισχυρή πολιτική επιρροή και υπήρξαν ένθερμοι υποστηρικτές της μεταφοράς της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ, μιας από τις πιο χαρακτηριστικές αποφάσεις της πρώτης προεδρίας Τραμπ.
Στον αντίποδα, μια άλλη ομάδα Ευαγγελικών υποστηρίζει ότι οι βιβλικές υποσχέσεις πρέπει να ερμηνεύονται πνευματικά και όχι γεωπολιτικά. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης αντιμετωπίζουν το Ισραήλ ως ένα σύγχρονο κράτος που υπόκειται στους ίδιους ηθικούς και πολιτικούς κανόνες με οποιοδήποτε άλλο κράτος. Οι απόψεις αυτές εμφανίζονται κυρίως στις νεότερες γενιές και δεν έχουν ακόμη αποκτήσει την οργανωτική ισχύ των παραδοσιακών ευαγγελικών δικτύων.
Η συζήτηση για τη σχέση θρησκείας και πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες τροφοδοτείται συχνά και από τα ίδια τα σύμβολα του αμερικανικού κράτους. Στο χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου εμφανίζεται η πίσω όψη της Μεγάλης Σφραγίδας των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία σχεδιάστηκε το 1782. Στο κέντρο της απεικονίζεται μια πυραμίδα με δεκατρία επίπεδα και στην κορυφή το λεγόμενο «Eye of Providence», ένα μάτι που συμβολίζει τη θεία πρόνοια.
Η πυραμίδα παραπέμπει στη σταθερότητα και τη διάρκεια του κράτους, ενώ οι δεκατρείς βαθμίδες αντιστοιχούν στις αρχικές αποικίες. Οι λατινικές φράσεις που συνοδεύουν το σύμβολο, Novus Ordo Seclorum και Annuit Coeptis, προέρχονται από τον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο και σημαίνουν «Νέα τάξη των αιώνων» και «Ευλόγησε τα εγχειρήματά μας». Το γεγονός ότι ορισμένοι από τους ιδρυτές των ΗΠΑ, όπως ο Τζορτζ Ουάσιγκτον και ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, είχαν σχέσεις με τον τεκτονισμό τροφοδότησε στο πέρασμα των δεκαετιών πλήθος ερμηνειών και θεωριών γύρω από τον συμβολισμό αυτών των εικόνων.
Η ιδέα της Αμερικής ως «εκλεκτού έθνους» επανέρχεται έντονα στη σύγχρονη πολιτική ρητορική, ιδιαίτερα στον χώρο του κινήματος MAGA (Make America Great Again), γύρω από το οποίο συγκροτήθηκε ο πολιτικός συνασπισμός που στηρίζει τον Ντόναλντ Τραμπ. Το MAGA αποτελεί ένα ευρύ μωσαϊκό πολιτικών τάσεων που περιλαμβάνει εθνικιστές, λαϊκιστές, Ευαγγελικούς, παραδοσιακούς Ρεπουμπλικάνους, ελευθεριακούς και ομάδες της λεγόμενης «Νέας Δεξιάς».
Στο εσωτερικό αυτού του πολιτικού συνασπισμού συνυπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στο Ισραήλ. Η πιο παραδοσιακή τάση, που εκφράζεται κυρίως από ευαγγελικούς ψηφοφόρους και παραδοσιακούς ρεπουμπλικάνους, υποστηρίζει ένθερμα το ισραηλινό κράτος, τις Συμφωνίες του Αβραάμ και τη στρατηγική συμμαχία της Δύσης με το Ισραήλ.
Παράλληλα όμως εμφανίζεται μια ισχυρότερη απομονωτική τάση που δίνει έμφαση στο δόγμα «America First». Οι υποστηρικτές αυτής της γραμμής αντιτίθενται σε μακροχρόνιες στρατιωτικές εμπλοκές στο εξωτερικό και ζητούν περιορισμό της οικονομικής βοήθειας προς άλλες χώρες. Η τάση αυτή εκφράζεται από διανοουμένους της λεγόμενης New Right και από πολιτικούς όπως ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς.
Σε πιο ακραίο επίπεδο εμφανίζονται μικρότερες ομάδες που υιοθετούν ανοιχτά αντισιωνιστικές θέσεις και συνδυάζουν τον εθνικισμό με την αντίθεση στην παγκοσμιοποίηση. Οι απόψεις αυτές δεν αποτελούν κυρίαρχη γραμμή στο MAGA και συχνά αποδοκιμάζονται από την ηγεσία του κινήματος.
Σε αυτό το σύνθετο πολιτικό περιβάλλον εντάσσεται και η πρόσφατη παρέμβαση του Τάκερ Κάρλσον, ο οποίος υποστήριξε ότι η αμερικανική κυβέρνηση οφείλει να θέσει υπό έλεγχο τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου. Όπως τόνισε, η κριτική αυτή δεν σχετίζεται με αντισημιτισμό αλλά με το γεγονός ότι οι αποφάσεις ενός αρχηγού κράτους επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια των Αμερικανών και την πορεία της παγκόσμιας πολιτικής.
Η τοποθέτηση αυτή αντανακλά μια αυξανόμενη καχυποψία σε τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας για τον ρόλο του Ισραήλ στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, στο εσωτερικό της χώρας αναπτύσσονται κινήματα διαφορετικής ιδεολογικής προέλευσης που ασκούν κριτική στην ισραηλινή πολιτική, δημιουργώντας μια ιδιότυπη σύγκλιση από διαφορετικές κατευθύνσεις του πολιτικού φάσματος.
Οι εξελίξεις στον πόλεμο που διεξάγεται μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν αναμένεται να επηρεάσουν βαθιά αυτή τη συζήτηση. Η πορεία της σύγκρουσης μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ενίσχυση των εσωτερικών αντιπαραθέσεων στην αμερικανική πολιτική σκηνή και να επανακαθορίσει τις ισορροπίες μέσα στο ίδιο το στρατόπεδο του Τραμπ.
Πιο Δημοφιλή
Aλυτρωτικό παραλήρημα στα σχολικά βιβλία της Aλβανίας
Πιο Πρόσφατα