Η ιστορική ευθύνη του Ελληνισμού

Λίγες ώρες μετά την απόφαση της Αθήνας να ενισχύσει την Κύπρο με φρεγάτες και αεροσκάφη, καθώς και να μεταφέρει συστοιχία Patriot στην Κάρπαθο, η Άγκυρα αντέδρασε με τη γνώριμη επιθετική της τακτική, με υστερικές δηλώσεις, απειλητικές υπερπτήσεις και δημόσιες προειδοποιήσεις. Η στάση της Ελλάδας παρουσιάστηκε από τουρκικά μέσα ενημέρωσης ως «κλιμάκωση», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για την ελάχιστη και αυτονόητη υποχρέωση ενός κράτους απέναντι στον Ελληνισμό της Κύπρου, μια κίνηση που θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί εδώ και χρόνια χωρίς να χρειαστεί να προηγηθεί η επίθεση με drones σε μία από τις βρετανικές βάσεις στη Μεγαλόνησο.

Η ιστορική μνήμη υπενθυμίζει ότι πριν από δεκαετίες εγκαταλείφθηκε, υπό το βάρος συγκεκριμένων γεωπολιτικών πιέσεων, η προοπτική της ένωσης της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα, προκειμένου να διατηρηθούν οι βρετανικές βάσεις ως «κυρίαρχο έδαφος». Στη σημερινή όμως συγκυρία του εξελισσόμενου σπονδυλωτού παγκόσμιου πολέμου και της επερχόμενης διεθνούς ανακατάταξης, διαμορφώνονται εκ νέου συνθήκες και προϋποθέσεις που επιτρέπουν να επανέλθει στο προσκήνιο ένας πανεθνικός στόχος ο οποίος επί δεκαετίες παρέμεινε σκόπιμα στο περιθώριο της πολιτικής συζήτησης.

Η απόφαση για στρατιωτική ενίσχυση της Κύπρου μπορεί να αποτελέσει την απαρχή μιας νέας στρατηγικής, η οποία δεν χρειάζεται να περιοριστεί στον χαρακτήρα μιας προσωρινής αποστολής. Υπάρχουν απολύτως ρεαλιστικοί, νομικά θωρακισμένοι και πολιτικά εφικτοί τρόποι ώστε οι ελληνικές δυνάμεις να παραμείνουν μόνιμα ή επ’ αόριστον στο νησί χωρίς να παραβιάζεται καμία διεθνής Συνθήκη και χωρίς να παρέχεται στην Τουρκία κανένα νομικό επιχείρημα. Προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη πολιτικής βούλησης και στρατηγικού σχεδιασμού, αντί της πρακτικής των καθησυχαστικών διαβεβαιώσεων και των τηλεφωνικών διαβουλεύσεων που περιορίζονται σε διπλωματικούς συμβολισμούς.

Την ώρα που από ελληνικής πλευράς διατυπώνονται καθησυχαστικά μηνύματα ότι η παρουσία των ελληνικών δυνάμεων θα έχει προσωρινό χαρακτήρα, η Τουρκία εμφανίζεται αποθρασυμένη και ανεξέλεγκτη, φτάνοντας στο σημείο να μιλά δημοσίως για «τετελεσμένα», τη στιγμή που εδώ και πέντε δεκαετίες διατηρεί στρατεύματα κατοχής στη Μεγαλόνησο και έχει δημιουργήσει τη μεγαλύτερη στρατιωτική πραγματικότητα στην ιστορία του Κυπριακού.

Στο ίδιο πλαίσιο, η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει την ευκαιρία ώστε να θέσει το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση προ των ευθυνών τους και να αναδείξει εκ νέου το ζήτημα της συνεχιζόμενης τουρκικής εισβολής και κατοχής στην Κύπρο. Η απουσία κυρώσεων απέναντι στην Τουρκία για μια κατάσταση που διαρκεί δεκαετίες παραμένει μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ευρωπαϊκής και ευρωατλαντικής πολιτικής.

Η συγκυρία αυτή επαναφέρει επίσης στο προσκήνιο την ανάγκη αναβίωσης του ενιαίου αμυντικού δόγματος Ελλάδας – Κύπρου, το οποίο εγκαταλείφθηκε μετά την κρίση των Ιμίων. Στο πλαίσιο μιας νέας στρατηγικής συνεργασίας, οι δύο χώρες μπορούν να προχωρήσουν σε μια αναβαθμισμένη συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας και αμοιβαίας άμυνας που θα προβλέπει μόνιμη παρουσία ελληνικών πολεμικών πλοίων σε λιμένες όπως η Λεμεσός ή η Πάφος, εγκατάσταση αεροπορικής δύναμης στη βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» και ανάπτυξη συστοιχιών Patriot σε κρίσιμα σημεία της ελεύθερης Κύπρου. Το προηγούμενο της γαλλικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή αποδεικνύει ότι τέτοιες ρυθμίσεις είναι απολύτως εφικτές στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων.

Η πιο καθαρή και διαχρονική λύση για το Κυπριακό παραμένει εκείνη που εξέφρασε το 95,7% των Ελληνοκυπρίων στο δημοψήφισμα του 1950. Η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποτέλεσε το κυρίαρχο αίτημα του κυπριακού Ελληνισμού κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας και σφραγίστηκε με τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Η ιστορική εκείνη λαϊκή εντολή δεν υλοποιήθηκε ποτέ, καθώς οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου οδήγησαν στην ανεξαρτησία του 1960 και λίγα χρόνια αργότερα στην τραγωδία της τουρκικής εισβολής του 1974 που διχοτόμησε το νησί.

Σήμερα, μέσα στο περιβάλλον των κατακλυσμιαίων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή, το Κυπριακό επανέρχεται σε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Ο πόλεμος στο Ιράν αναδιαμορφώνει τα ενεργειακά δεδομένα, τους εμπορικούς διαδρόμους και τους συσχετισμούς ισχύος, ενώ η επόμενη ημέρα φαίνεται ολοένα και πιο πιθανό να συνοδευτεί από αλλαγές συνόρων και ανακατατάξεις.

Οι κουρδικές ομάδες στο Ιράν διαπραγματεύονται ήδη σενάρια αυτονομίας ή αυτοδιάθεσης με στόχο την ενεργότερη εμπλοκή τους στον πόλεμο, ενώ εντείνονται οι πιέσεις για τη δημιουργία διαδρόμου που θα συνδέει το Αζερμπαϊτζάν με το Ναχτσεβάν και κατ’ επέκταση με την Τουρκία μέσω της νότιας Αρμενίας. Για το Ιράν, ένας τέτοιος διάδρομος αποτελεί κόκκινη γραμμή καθώς θα μεταβάλει τα περιφερειακά σύνορα και τους εμπορικούς άξονες της περιοχής, ενώ παράλληλα αναζωπυρώνεται η ιστορική ρητορική περί ενοποίησης των αζερικών πληθυσμών που ζουν στο ιρανικό έδαφος.

Την ίδια στιγμή τα ενεργειακά παιχνίδια εντείνονται, νέοι αγωγοί σχεδιάζονται και οι εμπορικοί διάδρομοι αποκτούν κομβική σημασία για την παγκόσμια οικονομία. Στο περιβάλλον αυτό, η Κύπρος αναδεικνύεται σε στρατηγικό κόμβο τόσο για την ενεργειακή ασφάλεια όσο και για τις εμπορικές ροές μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το φιλόδοξο δίκτυο IMEC, που συνδέει την Ινδία με τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη και έλαβε νέα ώθηση μετά την εμπορική συμφωνία Ε.Ε. – Ινδίας το 2026, επιχειρεί να παρακάμψει τις κινεζικές επιρροές και τα ασταθή σημεία της Ερυθράς Θάλασσας. Παράλληλα, ο κινεζοϊρανικός διάδρομος του Belt and Road Initiative αναδεικνύεται σε κρίσιμο χερσαίο άξονα που συνδέει την Κίνα, την Κεντρική Ασία και την Ευρώπη μέσω του Ιράν, το οποίο διατηρεί τη στρατηγική του σημασία χάρη σε σιδηροδρομικές επεκτάσεις και νέα κέντρα logistics.

Σε αυτό το μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο, η Κύπρος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τον Ελληνισμό. Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 1950, η Ελλάδα και ο κυπριακός Ελληνισμός βρίσκονται μπροστά σε μια ιστορική συγκυρία που μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγική ευκαιρία. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται, οι ενεργειακοί και εμπορικοί άξονες ανασχεδιάζονται και το Κυπριακό επανέρχεται ως κρίσιμο ζήτημα στο ευρύτερο παιχνίδι ισχύος της περιοχής.

Η ιστορία δείχνει ότι κάθε φορά που οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην Κύπρο, ο Ελληνισμός βιώνει ένα ισχυρό αίσθημα συλλογικής ταυτότητας και ιστορικής συνέχειας. Σε μια εποχή γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η εθνική ενότητα, η στρατηγική διορατικότητα και η αποφασιστικότητα αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν την επόμενη ημέρα.