Ελλάδα: Ανάπτυξη για λίγους, βάρη για πολλούς
Η Αθήνα και τα μεγάλα αστικά κέντρα γεμίζουν διαρκώς με υβριδικά SUV, μεγάλου κυβισμού εταιρικά αυτοκίνητα και έναν στόλο οχημάτων που παρουσιάζεται συχνά ως ένδειξη ευημερίας. Την ίδια ώρα, η Αττική βυθίζεται καθημερινά σε ένα όλο και πιο ασφυκτικό κυκλοφοριακό πρόβλημα, με εργαζόμενους να χάνουν χρόνο, εισόδημα και ποιότητα ζωής στις μετακινήσεις τους.
Η κυβερνητική ρητορική επιμένει να περιγράφει τέτοιες εικόνες ως στοιχεία οικονομικής ανάπτυξης. Η πραγματικότητα, όμως, αποκαλύπτει ένα πλέγμα φορολογικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών στρεβλώσεων που διευρύνουν τις ανισότητες και μεταφέρουν βάρη σε όσους έχουν τη μικρότερη δυνατότητα να τα σηκώσουν.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά τα εταιρικά αυτοκίνητα μεγάλης αξίας. Μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν να χορηγούν σε στελέχη τους οχήματα αξίας 50.000 ή 60.000 ευρώ, μέσω χρονομίσθωσης ή leasing, με το σχετικό κόστος να εκπίπτει από τα εταιρικά κέρδη. Ταυτόχρονα, το όφελος αυτό παραμένει ουσιαστικά αφορολόγητο για τον εργαζόμενο που το λαμβάνει ως παροχή σε είδος.
Πρόκειται για εισόδημα που δεν αντιμετωπίζεται με την ίδια αυστηρότητα με την οποία φορολογείται ο μισθός ενός εργαζομένου ή ακόμη και οι τόκοι μικρών αποταμιεύσεων. Η αντίθεση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν την ίδια στιγμή ένας εργαζόμενος με κατώτατο μισθό βλέπει μια ονομαστική αύξηση λίγων δεκάδων ευρώ να φορολογείται και να απορροφάται από την ακρίβεια.
Δεν πρόκειται απλώς για τεχνική φορολογική λεπτομέρεια. Πρόκειται για μια καθαρή κοινωνική ανισορροπία. Το κράτος εμφανίζεται γενναιόδωρο απέναντι σε παροχές υψηλής αξίας προς ανώτερα στελέχη, ενώ παραμένει απαιτητικό απέναντι σε χαμηλόμισθους, συνταξιούχους και μικρούς επαγγελματίες.
Μετακινήσεις, καύσιμα και η αθέατη επιβάρυνση
Παρά την εκτίναξη των τιμών στα καύσιμα, η κυκλοφορία στην Αττική δεν έχει περιοριστεί ουσιαστικά. Χιλιάδες εργαζόμενοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν το ΙΧ τους, επειδή οι δημόσιες συγκοινωνίες παραμένουν ανεπαρκείς, ενώ ακόμη και υποδομές που θα μπορούσαν να στηρίξουν τη συνδυασμένη μετακίνηση, όπως χώροι στάθμευσης κοντά σε σταθμούς μετρό, δεν εξυπηρετούν πάντα τον πολίτη.
Σε σημεία όπως ο σταθμός Φιξ, χώροι στάθμευσης φέρονται να έχουν δεσμευθεί από εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων, γεγονός που δυσχεραίνει την πρόσβαση των εργαζομένων στα μέσα σταθερής τροχιάς. Έτσι, η πόλη επιβαρύνεται περισσότερο, το κυκλοφοριακό διογκώνεται και το κόστος μετακίνησης μεταφέρεται ξανά στον πολίτη.
Στο ίδιο πεδίο εντάσσεται και η πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, για δωρεάν μετακίνηση των νέων έως 24 ετών με τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η πρόταση αντιμετωπίστηκε άμεσα με τη γνωστή ρητορική περί «λεφτόδεντρων», παρότι το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος της περιορίζεται περίπου στα 35 εκατ. ευρώ.
Το ποσό αυτό δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως δημοσιονομικός εκτροχιασμός, ιδίως όταν το ετήσιο έλλειμμα των αστικών συγκοινωνιών υπερβαίνει τα 350 εκατ. ευρώ. Το πρόβλημα των συγκοινωνιών δεν λύνεται με εύκολη πολιτική ειρωνεία. Απαιτεί σοβαρή διαχείριση, ηλεκτρονικό εισιτήριο, πραγματικούς ελέγχους, πάταξη της εισιτηριοδιαφυγής και επένδυση σε αξιόπιστες υπηρεσίες.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση ανακοινώνει δύο φορές τον χρόνο παροχές, αξιοποιώντας υπερπλεονάσματα ή βήματα πολιτικής προβολής στη ΔΕΘ. Όταν όμως ένα μέτρο αφορά νέους, φοιτητές και εργαζόμενους που πιέζονται από το κόστος μετακίνησης, εμφανίζεται ως υπερβολή. Αυτή η επιλεκτική αυστηρότητα είναι πολιτικά αποκαλυπτική.
Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται και στα καύσιμα. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έχει μειώσει τη φορολογία, όμως η αύξηση της τιμής της βενζίνης κατά 55 λεπτά τους τελευταίους μήνες, λόγω του πολέμου και της ενεργειακής αναταραχής, συνοδεύεται από πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση μέσω ΦΠΑ. Από αυτή την αύξηση, περίπου 12 λεπτά αντιστοιχούν σε φόρους, πέραν του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης που ήδη προσεγγίζει τα 70 λεπτά.
Η ακρίβεια, επομένως, δεν λειτουργεί μόνο ως εξωτερικό σοκ. Λειτουργεί και ως μηχανισμός αύξησης δημοσίων εσόδων. Όταν οι τιμές ανεβαίνουν, το κράτος εισπράττει περισσότερα από έμμεσους φόρους, την ώρα που οι πολίτες βλέπουν το εισόδημά τους να χάνει διαρκώς αγοραστική δύναμη.
Ακατάσχετο, εισφορές και συνταξιοδοτικές αδικίες
Η πρόσφατη αύξηση του ακατάσχετου στα 1.600 ευρώ ανά πληρωμή παρουσιάστηκε ως κοινωνικό μέτρο. Στην πραγματικότητα, αποκαλύπτει το μέγεθος της υπερχρέωσης των νοικοκυριών και την αδυναμία μεγάλου μέρους της κοινωνίας να σταθεί οικονομικά χωρίς προστατευτικές εξαιρέσεις.
Η τιμαριθμική προσαρμογή του ποσού ήταν αναγκαία. Δεν μπορεί όμως μια οικονομία που παρουσιάζεται ως δυναμική και αναπτυσσόμενη να θεωρεί επιτυχία το ότι ολοένα περισσότεροι πολίτες χρειάζονται προστασία από κατασχέσεις για να διατηρήσουν ένα ελάχιστο επίπεδο ρευστότητας.
Η ρύθμιση δημιουργεί και παράπλευρες στρεβλώσεις. Ένας υπερχρεωμένος πολίτης μπορεί να εισπράττει επαναλαμβανόμενα ποσά από διάφορες δραστηριότητες, χωρίς ουσιαστική φορολογική συμμόρφωση, αφού η διόγκωση των οφειλών του προς το Δημόσιο ή τον ΕΦΚΑ δεν λειτουργεί πλέον ως άμεσος αποτρεπτικός μηχανισμός.
Ακόμη και στις συντάξεις, το όριο μπορεί να λειτουργήσει με άνισο τρόπο. Αν η κύρια σύνταξη καταβάλλεται διαφορετική ημέρα από την επικουρική, το συνολικό ποσό μπορεί να φτάσει περίπου τις 2.000 ευρώ χωρίς να αθροιστεί σε μία ενιαία πληρωμή που θα υπερέβαινε το όριο.
Στο ασφαλιστικό πεδίο οι ανισότητες είναι ακόμη πιο έντονες. Οι μισθωτοί καταβάλλουν εισφορές Υγείας ανάλογα με το ύψος των αποδοχών τους, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες πληρώνουν σταθερό μηνιαίο ποσό. Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις, ένας εργαζόμενος μπορεί να πληρώνει υψηλότερες εισφορές Υγείας από τον εργοδότη ή τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης στην οποία απασχολείται.
Αντίστοιχη στρέβλωση καταγράφεται και στις συντάξεις. Οι μισθωτοί λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις όταν έχουν καταβάλει υψηλότερες εισφορές, όμως οι φορολογούμενοι επιδοτούν αναλογικά περισσότερο τις συντάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών. Σε πολλές περιπτώσεις, περίπου το μισό των αποδοχών συνταξιούχων ελεύθερων επαγγελματιών προέρχεται από την εθνική σύνταξη, η οποία χρηματοδοτείται από τη γενική φορολογία.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η θέση των αγροτών. Συντάξεις αγροτών, ειδικά της περιόδου 2019-2020, παραμένουν χαμηλότερες ακόμη και από τη σύνταξη ανασφάλιστου ηλικιωμένου, παρά το γεγονός ότι οι δικαιούχοι είχαν καταβάλει εισφορές επί 30 ή και περισσότερα χρόνια. Και στις δύο περιπτώσεις η παροχή δίνεται στο 67ο έτος της ηλικίας, όμως η ασφαλιστική προσπάθεια των αγροτών δεν αποτυπώνεται δίκαια στο τελικό ποσό.
Παράλληλα, οι αγρότες εξακολουθούν να μη λαμβάνουν πλήρη εθνική σύνταξη με τους όρους που ισχύουν για τους ασφαλισμένους του αστικού τομέα. Η διαφοροποίηση αυτή εντείνει την αίσθηση άνισης μεταχείρισης σε έναν παραγωγικό κλάδο που ήδη πιέζεται από το κόστος ενέργειας, τις τιμές παραγωγού και την αβεβαιότητα των ενισχύσεων.
Στους συνταξιούχους δεν καταβάλλονται επίδομα γάμου και επίδομα τέκνων, σε αντίθεση με όσα ισχύουν για τους εν ενεργεία εργαζόμενους. Σε μια χώρα με οξύ δημογραφικό πρόβλημα, η απουσία στήριξης για όσους αποκτούν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία λειτουργεί πρακτικά ως τιμωρία της τεκνοποίησης μετά τα 38 έτη.
Πρόσθετη αδικία καταγράφεται και στο επίδομα ανασφάλιστου υπερήλικα. Ηλικιωμένος με σύζυγο που λαμβάνει σύνταξη άνω των 399,54 ευρώ μηνιαίως αποκλείεται από το επίδομα, ενώ για άλλες μορφές εισοδήματος, όπως επιχειρηματική δραστηριότητα ή απασχόληση, το όριο μπορεί να φτάνει τα 8.640 ευρώ.
Το σύνολο αυτών των παραδειγμάτων δείχνει ότι η οικονομική ανάπτυξη, όπως προβάλλεται επισήμως, δεν μοιράζεται ισότιμα. Άλλοι απολαμβάνουν αφορολόγητες παροχές υψηλής αξίας, άλλοι πληρώνουν αυξημένους έμμεσους φόρους, άλλοι εγκλωβίζονται στο κυκλοφοριακό και άλλοι λαμβάνουν συντάξεις κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται επικοινωνιακή αυτάρκεια γύρω από δείκτες και υπερπλεονάσματα. Χρειάζεται δίκαιη φορολογία, καθαρούς κανόνες, συγκοινωνίες που λειτουργούν, ασφαλιστικό σύστημα χωρίς κραυγαλέες ανισότητες και πολιτική που να βλέπει τον εργαζόμενο, τον αγρότη, τον συνταξιούχο και τον νέο ως πολίτες με δικαιώματα, όχι ως λογιστικές μεταβλητές.
Η πραγματική ανάπτυξη δεν αποδεικνύεται από τον αριθμό των μεγάλων αυτοκινήτων στους δρόμους. Αποδεικνύεται από το αν ο εργαζόμενος μπορεί να μετακινείται αξιοπρεπώς, αν ο συνταξιούχος μπορεί να ζει με ασφάλεια, αν ο αγρότης αμείβεται δίκαια για τις εισφορές του και αν το κράτος φορολογεί με την ίδια λογική τους ισχυρούς και τους αδύναμους.
Πιο Δημοφιλή
Γεννήθηκε ο γιος του Σάκη και της Μαριαλένας
Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων με 210 ομιλητές
Δίκη Τεμπών: Να μη θαφτεί η αλήθεια
Πιο Πρόσφατα
Σύνοδος G7 στο Εβιάν με φόντο τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν
Σκέρτσος: Φορολογικός λαϊκισμός οι υποσχέσεις
Μονοψήφια ανεργία για πρώτη φορά από το 2009