Η Mercosur και οι αρνητικές επιπτώσεις της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur για τον πρωτογενή τομέα και την Ελλάδα

Η Mercosur (Mercado Común del Sur – Κοινή Αγορά του Νότου) είναι ένας εμπορικός και οικονομικός συνασπισμός χωρών της Νότιας Αμερικής, που ιδρύθηκε το 1991 και περιλαμβάνει κυρίως τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη ως βασικά μέλη. Η Mercosur λειτουργεί ως ένα εμπορικό μπλοκ που επιδιώκει την ελεύθερη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ των κρατών-μελών και τη διαπραγμάτευση κοινών εμπορικών συμφωνιών με τρίτους, με σκοπό την ενίσχυση των εξαγωγών και του διεθνούς εμπορίου.

Η συμφωνία ΕΕ-Mercosur είναι ένα διεθνές εμπορικό πλαίσιο που διαπραγματεύτηκε για πάνω από 25 χρόνια και αφορά την αποκατάσταση μιας εκτενούς ζώνης ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της Mercosur, με κατάργηση δασμών σε μεγάλο μέρος των προϊόντων και άνοιγμα των αγορών και για τις δύο πλευρές

Κίνδυνοι για τον πρωτογενή τομέα στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Παρά τις επιμέρους διακηρύξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για οικονομικά οφέλη και ενίσχυση των εξαγωγών, η συμφωνία εγείρει σοβαρές ανησυχίες για τον πρωτογενή τομέα, ειδικά σε χώρες με μικρή κλίμακα παραγωγής όπως η Ελλάδα. Οι βασικές επιφυλάξεις εστιάζονται στα ακόλουθα:

 Αθέμιτος ανταγωνισμός και πίεση τιμών:
Οι χώρες της Mercosur έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και διαφορετικά πρότυπα (περιβαλλοντικά, υγειονομικά, εργασιακά) από αυτά που ισχύουν στην ΕΕ, γεγονός που σημαίνει ότι τα προϊόντα που θα εισάγονται θα μπορούν να πωλούνται φθηνότερα στην ευρωπαϊκή αγορά. Αυτό θέτει σε ισχυρή πίεση το εισόδημα των Ελλήνων παραγωγών, ιδίως σε προϊόντα όπως το βόειο κρέας, το ρύζι, τα πουλερικά, το μέλι και η ζάχαρη, όπου η ελληνική παραγωγή ήδη αντιμετωπίζει υψηλά λειτουργικά κόστη και περιορισμένη κλίμακα.

Κίνδυνος κατάρρευσης μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων:
Η ελληνική γεωργία στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε μικρομεσαίους παραγωγούς με υψηλό κόστος ενέργειας, εργατικά και εισροές και χωρίς μεγάλο μέγεθος παραγωγής που να μπορεί να ανταγωνιστεί τις μαζικές εξαγωγές της Λατινικής Αμερικής. Η εισροή φθηνότερων προϊόντων από Mercosur αναμένεται να συμπιέσει περαιτέρω τις τιμές και να επιταχύνει την εγκατάλειψη της παραγωγής, με αρνητικές συνέπειες για την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου και την ελληνική επισιτιστική ασφάλεια.

Κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις:
Η διατήρηση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας θεωρείται στην Ελλάδα και την Ευρώπη κρίσιμος πυλώνας κοινωνικής σταθερότητας και απασχόλησης σε αγροτικές περιοχές. Η ένταση των αντιδράσεων, όπως η κίνηση μπλοκαρίσματος δρόμων και διαδηλώσεις αγροτών σε Ελλάδα και άλλες χώρες, αντικατοπτρίζει τον βαθμό ανησυχίας ότι η συμφωνία «προωθεί λιγότερο προστατευμένα, πιο ευάλωτα και υπερδεσμευμένα παραγωγικά μοντέλα εις βάρος των αγροτικών κοινοτήτων».

Περιβαλλοντικές επιπτώσεις και υπερεθνικά πρότυπα:
Κριτικές από περιβαλλοντικούς φορείς επισημαίνουν ότι η αύξηση εμπορίου γεωργικών προϊόντων μπορεί να επιτείνει την αποψίλωση δασών, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και την υποβάθμιση ευαίσθητων οικοσυστημάτων σε χώρες Mercosur, χωρίς επαρκείς μηχανισμούς και δεσμευτικές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος.

οι αρνητικές συνέπειες της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur για τον πρωτογενή τομέα στην Ελλάδα εστιάζονται στην υποβάθμιση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών αγροτικών προϊόντων, στη συμπίεση εισοδημάτων, στην απειλή για γεωργικές εκμεταλλεύσεις μικρής κλίμακας, στην πιεσμένη επισιτιστική ασφάλεια και σε κοινωνικές συνέπειες για την ύπαιθρο, καθώς και στην πιθανή υποχώρηση των περιβαλλοντικών και υγειονομικών προτύπων υπό τη πίεση του διεθνούς εμπορίου.

Ειδικές επιπτώσεις για κλάδους της ελληνικής γεωργίας

Αιγοπροβατοτροφία και κτηνοτροφία

Η ελληνική κτηνοτροφία, ιδιαίτερα η αιγοπροβατοτροφία — που συνδέεται άμεσα με βασικά προϊόντα όπως η φέτα και άλλα τυριά ΠΟΠ — βρίσκεται σε κατάσταση αβεβαιότητας. Οι παραγωγοί φοβούνται ότι η συμφωνία θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη εισροή φθηνού κρέατος και ζωοκομικών προϊόντων από χώρες Mercosur, όπου το κόστος παραγωγής είναι χαμηλότερο και τα περιβαλλοντικά ή εργασιακά πρότυπα διαφορετικά από αυτά της ΕΕ. Αυτό θα μπορούσε να πιέσει τις τιμές προς τα κάτω, δυσχεραίνοντας την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών κτηνοτρόφων, ειδικά των μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων.

Επίσης  τα ποσοτικά όρια εισαγωγής (π.χ. μεγαλύτερα contingents για εισαγωγές βοείου και άλλων κρεάτων), που ενώ συνοδεύονται από «μηδενικούς» δασμούς εντός ορίων, δημιουργούν την προοπτική αύξησης αποστολών από Mercosur.

Ελαιόλαδο και ελιές

Ο τομέας του ελαιολάδου αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές ελληνικές αγροτικές παραγωγές. Ενώ η Ελλάδα εξάγει ποσότητες ελαιολάδου παγκοσμίως και έχει ήδη ανοδική ζήτηση, η συμφωνία προβλέπει σταδιακή μείωση δασμών σε βασικά αγροτικά προϊόντα όπως το ελαιόλαδο και τα ελιές προς τις χώρες Mercosur, κάτι που από τη μια μπορεί να ανοίξει νέες ευκαιρίες εξαγωγής, αλλά από την άλλη σημαίνει ότι η ελληνική παραγωγή θα πρέπει να ανταγωνιστεί ισχυρότερη — και ενδεχομένως φθηνότερη — παραγωγή από τη Νότια Αμερική, όπου οι δασμοί σε προϊόντα όπως το ελαιόλαδο και οι ελιές μειώνονται ή καταργούνται πλήρως.

Παράλληλα, κάποιες πηγές δείχνουν ότι οι αλλαγές στην φορολογία μπορούν να βοηθήσουν τις ελληνικές εξαγωγές προς Mercosur, αλλά η υποχρέωση κατάργησης δασμών απαιτεί προσαρμογή σε νέες πιέσεις αγοράς.

Κρασί και άλλες οινοποιητικές παραγωγές

Το ελληνικό κρασί και τα παραδοσιακά προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη (ΓΕ) συμπεριλαμβάνονται στα αγροδιατροφικά προϊόντα που οι ευρωπαϊκές αρχές λένε ότι θα έχουν προστασία από απομιμήσεις στις χώρες Mercosur, ενισχύοντας την αξία τους.

Ωστόσο, η κατάργηση δασμών σε προϊόντα όπως το κρασί σημαίνει ότι οι εισαγωγές κρασιών από χώρες Mercosur (π.χ. Αργεντινή, Ουρουγουάη) θα μπορούσαν να αυξηθούν στις ευρωπαϊκές αγορές, θέτοντας περαιτέρω πίεση στις τιμές και στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών οινοποιείων, ιδίως των μικρότερων.

Σύγκριση με τις θέσεις που υποστηρίζουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί υπέρ της συμφωνίας

Θα ανοίξει νέες αγορές για ευρωπαϊκά αγροτικά προϊόντα, περιλαμβανομένου του ελαιολάδου, των τυριών και του κρασιού, καταργώντας υψηλούς δασμούς που σήμερα φρενάρουν τις εξαγωγές στην Mercosur.

Προστατεύει προϊόντα ΠΟΠ από απομιμήσεις στις αγορές Mercosur, κάτι που θεωρείται χρήσιμο για ελληνικές εξαγωγές με πιστοποιήσεις όπως της φέτας, της ελιάς Καλαμάτας, της ρετσίνας και άλλων.

Οι υποστηρικτές τονίζουν ότι η επέκταση των εμπορικών δεσμών ενισχύει την πρόσβαση σε απαραίτητες πρώτες ύλες και πρώτης ύλης αγροδιατροφικά προϊόντα, και μπορεί να συμβάλει στην ανταγωνιστικότητα συγκεκριμένων ευρωπαϊκών κλάδων όπως οινοποιία, τυροκομία, και εξειδικευμένα τρόφιμα.

Μηχανισμοί προστασίας και θέσεις προσαρμογής

Για να «αμβλύνει» τις αντιδράσεις, η ΕΕ έχει συμφωνήσει σε μηχανισμούς προστασίας για ευαίσθητα προϊόντα όπως βοδινό και πουλερικά, με δυνατότητα προσωρινής αναστολής ευνοϊκών δασμών εάν αποδειχθεί ότι οι εισαγωγές πλήττουν την παραγωγή της ΕΕ.

Στρατηγική διείσδυσης και γεωπολιτική διάσταση

Οι υποστηρικτές βλέπουν στη συμφωνία γεωπολιτικό πλεονέκτημα — μείωση εξάρτησης της ΕΕ από άλλες αγορές όπως Κίνα και ΗΠΑ, και δημιουργία ενός μεγάλου εμπορικού χώρου 700+ εκατ. καταναλωτών — κάτι που βλέπει η Επιτροπή ως θετικό μακροπρόθεσμα.

Ποσοτικές εκτιμήσεις επιπτώσεων ανά κλάδο
Αιγοπροβατοτροφία – Κρέας – Γαλακτοκομικά

Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία αποτελεί δομικό πυλώνα της υπαίθρου, με περισσότερες από 250.000 εκμεταλλεύσεις, κυρίως μικρής κλίμακας. Το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα είναι κατά μέσο όρο 30–40% υψηλότερο από εκείνο χωρών της Mercosur, λόγω:

Ενεργειακού κόστους   ζωοτροφών αυστηρών περιβαλλοντικών και υγειονομικών κανόνων

Σύμφωνα με μελέτες ευρωπαϊκών αγροτικών οργανώσεων, η αύξηση εισαγωγών βοείου και αιγοπρόβειου κρέατος από Mercosur μπορεί να οδηγήσει σε πτώση τιμών παραγωγού 8% έως 15% εντός πρώτων ετών εφαρμογής της συμφωνίας. Για την Ελλάδα αυτό μεταφράζεται σε:

ετήσια απώλεια εισοδήματος 150–200 εκατ. ευρώ

επιτάχυνση εγκατάλειψης κτηνοτροφικών μονάδων σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές

Η πίεση αυτή επηρεάζει άμεσα και τα γαλακτοκομικά, καθώς η βιωσιμότητα της φέτας και άλλων προϊόντων ΠΟΠ προϋποθέτει ενεργή εγχώρια κτηνοτροφία.

Ελαιόλαδο – Ελιές

Η Ελλάδα παράγει περίπου 250.000–300.000 τόνους ελαιολάδου ετησίως, με το 80% να αφορά εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο. Η συμφωνία προβλέπει:

σταδιακή κατάργηση δασμών για ελαιόλαδο προς χώρες Mercosur

αλλά και ευκολότερη πρόσβαση προϊόντων τρίτων χωρών στην ευρωπαϊκή αγορά

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι χώρες Mercosur (κυρίως Αργεντινή) επενδύουν σε βιομηχανικού τύπου ελαιώνες μεγάλης κλίμακας, με κόστος παραγωγής έως και 40% χαμηλότερο από τον ελληνικό μέσο όρο.

Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι:

οι τιμές παραγωγού στην Ελλάδα μπορεί να πιεστούν κατά 5%–10%

οι μικροί παραγωγοί που πωλούν χύμα προϊόν θα πληγούν δυσανάλογα

τα όποια εξαγωγικά οφέλη αφορούν κυρίως μεγάλες τυποποιητικές μονάδες και όχι τον μέσο ελαιοπαραγωγό

Σε καθαρούς όρους, για την Ελλάδα προβλέπεται αρνητικό ισοζύγιο αξίας, παρά πιθανή αύξηση όγκου εξαγωγών.

Κρασί και οινοποιία

Η ελληνική οινοποιία αποτελείται από περισσότερα από 1.200 μικρά και μεσαία οινοποιεία, με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό ποιότητας και όχι όγκου. Η συμφωνία καταργεί δασμούς για κρασιά προς και από Mercosur.

Ωστόσο:

Αργεντινή και Χιλή (στενά συνδεδεμένη με Mercosur) διαθέτουν χαμηλό κόστος παραγωγής και ισχυρή παρουσία σε διεθνείς αγορές

Η είσοδος φθηνών κρασιών στην ΕΕ αναμένεται να πιέσει τις τιμές κατά 6%–12% σε χαμηλές και μεσαίες κατηγορίες

Τα οφέλη για τα ελληνικά κρασιά ΠΟΠ εκτιμώνται περιορισμένα και συγκεντρωμένα σε λίγες αγορές, χωρίς να αντισταθμίζουν τις συνολικές πιέσεις.

Παραδείγματα ελληνικών προϊόντων ΠΟΠ που επηρεάζονται
Φέτα ΠΟΠ

Η συμφωνία δεν διασφαλίζει πλήρη αποκλειστικότητα της ονομασίας σε όλες τις χώρες Mercosur

Επιτρέπει τη συνέχιση χρήσης όρων τύπου feta-style από υφιστάμενους παραγωγούς

Υπονομεύεται η εμπορική αξία του προϊόντος και η διαπραγματευτική ισχύς των Ελλήνων κτηνοτρόφων

Ελαιόλαδο ΠΟΠ Καλαμάτας / Σητείας / Κολυμβαρίου

Ανταγωνισμός με χαμηλότερου κόστους προϊόντα

Κίνδυνος απαξίωσης της έννοιας «ποιότητα» μέσω τιμολογιακής πίεσης

Οι μικροί παραγωγοί δεν διαθέτουν επαρκή πρόσβαση σε νέες αγορές Mercosur

Κρασιά ΠΟΠ (Νεμέα, Σαντορίνη, Νάουσα)

Θεωρητική προστασία γεωγραφικής ένδειξης

Πρακτικά περιορισμένη εμπορική διείσδυση λόγω κόστους, απόστασης και μεγέθους αγοράς

Αυξημένος ανταγωνισμός στην ευρωπαϊκή αγορά, που είναι η βασική αγορά των ελληνικών κρασιών

Συνολική αποτίμηση για την Ελλάδα

Σε καθαρούς όρους, οι περισσότερες μελέτες συγκλίνουν ότι για την Ελλάδα:

τα δυνητικά κέρδη είναι περιορισμένα, έμμεσα και άνισα κατανεμημένα

οι απώλειες είναι άμεσες, μετρήσιμες και κοινωνικά άνισες, πλήττοντας αγρότες, κτηνοτρόφους και την ύπαιθρο

ενισχύεται η εξάρτηση από εισαγωγές και αποδυναμώνεται η επισιτιστική αυτάρκεια

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur, όπως έχει διαμορφωθεί, ευνοεί τα μεγάλα βιομηχανικά και εξαγωγικά συμφέροντα και όχι τα παραγωγικά μοντέλα χωρών όπως η Ελλάδα, όπου ο πρωτογενής τομέας συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, την περιφερειακή ανάπτυξη και την εθνική ασφάλεια τροφίμων.

Ενδεχόμενο στοχευμένων σφαγιάσεων και τεχνητής συρρίκνωσης της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας

Στο περιβάλλον που διαμορφώνεται από τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, ένα από τα πλέον ανησυχητικά σενάρια που συζητούνται στον αγροτικό χώρο αφορά το ενδεχόμενο μαζικών ή δυσανάλογων σφαγιάσεων ελληνικών αιγοπροβάτων με πρόσχημα υγειονομικούς κινδύνους, όπως η ευλογία, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση της εγχώριας παραγωγής κρέατος και γάλακτος. Πρόκειται για ένα σενάριο που, αν και δεν μπορεί να αποδοθεί προκαταβολικά σε δόλο, εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αξιοποιηθούν κρίσεις ζωικής υγείας σε συνθήκες πλήρους απελευθέρωσης των εισαγωγών.

Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία αποτελεί έναν από τους πιο ευάλωτους αλλά και στρατηγικούς κλάδους του πρωτογενούς τομέα. Η παραγωγή γάλακτος για φέτα και άλλων παραδοσιακών προϊόντων στηρίζεται σε εκτεταμένα, μικρής κλίμακας κοπάδια, τα οποία είναι εξαιρετικά ευαίσθητα σε υγειονομικά μέτρα γενικευμένου χαρακτήρα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εφαρμογή οριζόντιων πολιτικών μαζικής θανάτωσης ζώων, χωρίς αυστηρά στοχευμένα επιδημιολογικά κριτήρια, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη αποδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.

Τεχνητή έλλειψη και άνοιγμα της αγοράς σε εισαγωγές

Η ενδεχόμενη συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής κρέατος και γάλακτος θα είχε άμεση συνέπεια τη δημιουργία τεχνητής έλλειψης στην εσωτερική αγορά. Μια τέτοια έλλειψη δεν θα μπορούσε να καλυφθεί βραχυπρόθεσμα από την ελληνική παραγωγή, καθώς η ανασύσταση κοπαδιών απαιτεί χρόνο, κεφάλαια και σταθερό περιβάλλον. Σε αυτό το κενό θα μπορούσαν να εισέλθουν μαζικά εισαγόμενα προϊόντα, κυρίως από χώρες της Mercosur, όπου το κόστος παραγωγής είναι χαμηλότερο και οι κτηνοτροφικές μονάδες λειτουργούν σε βιομηχανική κλίμακα.

Η εξέλιξη αυτή θα οδηγούσε σε μονιμοποίηση της εξάρτησης από εισαγωγές, όχι ως αποτέλεσμα φυσικής ανεπάρκειας, αλλά ως συνέπεια μιας διαχειριστικής επιλογής που θα είχε προηγηθεί. Η πίεση στις τιμές, σε συνδυασμό με την απώλεια ζωικού κεφαλαίου, θα καθιστούσε την επιστροφή των Ελλήνων κτηνοτρόφων στην παραγωγή οικονομικά ασύμφορη, επιταχύνοντας την εγκατάλειψη της δραστηριότητας.

Παράλληλα, η μείωση της εγχώριας παραγωγής γάλακτος θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της παραγωγής φέτας, ανοίγοντας τον δρόμο είτε για αυξημένες εισαγωγές πρώτης ύλης είτε για περαιτέρω πίεση προς απορρύθμιση των ποιοτικών και ποσοτικών προδιαγραφών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur θα λειτουργούσε όχι απλώς ως εμπορικό πλαίσιο, αλλά ως επιταχυντής δομικών αλλαγών εις βάρος της ελληνικής κτηνοτροφίας.

Θεσμικές και κοινωνικές συνέπειες

Η υποθετική αλλά απολύτως ρεαλιστική αυτή εξέλιξη θα είχε συνέπειες που υπερβαίνουν τον αγροτικό τομέα. Η αποδιάρθρωση της αιγοπροβατοτροφίας θα σήμαινε ερήμωση ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας και περαιτέρω αποδυνάμωση της επισιτιστικής ασφάλειας της χώρας. Ταυτόχρονα, θα ενίσχυε την αίσθηση ότι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα τη διευκόλυνση των διεθνών εμπορικών ροών και όχι τη διατήρηση της εθνικής παραγωγικής βάσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν υπάρχει εκ προθέσεως σχεδιασμός, αλλά αν το θεσμικό περιβάλλον που διαμορφώνεται επιτρέπει τέτοιες εξελίξεις χωρίς επαρκείς δικλίδες προστασίας. Η εμπειρία δείχνει ότι σε συνθήκες ελεύθερου εμπορίου, οι υγειονομικές κρίσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες αναδιάρθρωσης της αγοράς, συχνά με μόνιμα αποτελέσματα.

Η συζήτηση για τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικούς δείκτες εμπορίου. Οφείλει να συμπεριλάβει και το ενδεχόμενο χρήσης ή κακής διαχείρισης κρίσεων που θα οδηγήσουν σε τετελεσμένα γεγονότα, μετατρέποντας την ελληνική κτηνοτροφία από παραγωγικό πυλώνα σε περιθωριακή δραστηριότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία, την κοινωνία και την εθνική αυτάρκεια.