Η σιωπή των Αγανακτισμένων δεν είναι συναίνεση
Ο θυμός των Αγανακτισμένων δεν εξαφανίστηκε. Δεν διαλύθηκε μαζί με τις σκηνές στις πλατείες, ούτε χάθηκε όταν τα συνθήματα του 2011 έπαψαν να ακούγονται μπροστά από τη Βουλή. Μετακινήθηκε, διασπάστηκε, ιδιωτεύθηκε και σε μεγάλο βαθμό εγκλωβίστηκε σε μια κοινωνία που έμαθε να ζει με χαμηλότερες προσδοκίες.
Η γενιά των πλατειών πίστεψε, έστω για λίγο, ότι ο μαζικός θυμός μπορούσε να γίνει πολιτική δύναμη. Η αγανάκτηση τότε είχε σαφή στόχο: τα μνημόνια, την επιτήρηση, τη λιτότητα, το πολιτικό προσωπικό που εμφανιζόταν να αποφασίζει για λογαριασμό μιας κοινωνίας χωρίς να τη ρωτά. Ήταν θυμός απέναντι σε μια δημοκρατία που λειτουργούσε τυπικά, ενώ στην πράξη έδειχνε να έχει παραδώσει τον έλεγχο αλλού.
Σήμερα, ο ίδιος θυμός υπάρχει με διαφορετική μορφή. Δεν έχει την εικόνα της μεγάλης συγκέντρωσης, της πλατείας, της δημόσιας σύγκρουσης. Εκφράζεται ως αποχή, κυνισμός, δυσπιστία, οργή στα κοινωνικά δίκτυα, αδιαφορία για τα κόμματα και βαθιά πεποίθηση ότι τίποτε ουσιαστικό δεν αλλάζει. Αυτός ο θυμός είναι πιο σιωπηλός, λιγότερο θεαματικός και, γι’ αυτό, πιο επικίνδυνος για το πολιτικό σύστημα.
Από την πλατεία στην ιδιώτευση
Το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα της μεταμνημονιακής Ελλάδας είναι ότι η κοινωνική αγανάκτηση δεν βρήκε σταθερή θεσμική διέξοδο. Ένα μέρος της απορροφήθηκε από κόμματα που υποσχέθηκαν ρήξη και τελικά προσαρμόστηκαν στη διαχείριση. Ένα άλλο μέρος στράφηκε στην πλήρη απαξίωση της πολιτικής. Και ένα τρίτο τμήμα εγκλωβίστηκε σε έναν διαρκή θυμό χωρίς στρατηγική, χωρίς οργάνωση και χωρίς πολιτικό αποτέλεσμα.
Η κοινωνία που κατέβηκε στις πλατείες δεν ζητούσε μόνο οικονομική ανακούφιση. Ζητούσε αξιοπρέπεια, λογοδοσία, δικαιοσύνη και έλεγχο της εξουσίας. Ζητούσε να σταματήσει η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται σε κλειστά γραφεία, ενώ οι πολίτες καλούνται απλώς να πληρώσουν τον λογαριασμό. Αυτό το αίτημα παραμένει ζωντανό, επειδή δεν απαντήθηκε ποτέ με πειστικό τρόπο.
Η σημερινή Ελλάδα δεν είναι η Ελλάδα του 2011. Η οικονομία έχει αλλάξει, οι λέξεις έχουν αλλάξει, τα μνημόνια δεν βρίσκονται πια στην πρώτη γραμμή της δημόσιας συζήτησης. Η βασική δυσπιστία όμως έμεινε. Ο πολίτης εξακολουθεί να αισθάνεται ότι η πολιτική εξουσία μιλά για σταθερότητα, μεταρρυθμίσεις και ανάπτυξη, την ώρα που η καθημερινότητα πιέζεται από ακρίβεια, χαμηλούς μισθούς, στεγαστικό βάρος, ανασφάλεια και απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Ο θυμός των Αγανακτισμένων, λοιπόν, δεν πέθανε. Έχασε την κοινή του γλώσσα. Από συλλογικό αίτημα έγινε ατομική κόπωση. Από πλατεία έγινε σχόλιο. Από μαζική διαμαρτυρία έγινε εσωτερική παραίτηση. Αυτή είναι η πιο βαθιά ήττα εκείνης της περιόδου: όχι ότι δεν άλλαξαν όλα, αλλά ότι πολλοί πείστηκαν πως δεν αξίζει πια να προσπαθήσουν να αλλάξει κάτι.
Η εξουσία έμαθε να διαχειρίζεται την οργή
Το πολιτικό σύστημα άντεξε γιατί έμαθε να διαχειρίζεται τον θυμό. Τον τεμαχίζει σε επιμέρους δυσαρέσκειες, τον διοχετεύει σε επικοινωνιακούς κύκλους, τον απορροφά σε προσωρινές υποσχέσεις, τον εξουδετερώνει με πόλωση και φόβο. Όσο η κοινωνική οργή μένει διάσπαρτη, χωρίς συνεκτικό πολιτικό σχέδιο, η εξουσία δεν απειλείται ουσιαστικά.
Η νέα κανονικότητα στηρίχθηκε σε μια σκληρή ανταλλαγή: λιγότερες προσδοκίες με αντάλλαγμα μια εύθραυστη αίσθηση σταθερότητας. Ο πολίτης καλείται να θεωρεί επιτυχία το αυτονόητο, να αποδέχεται ως πρόοδο τη μερική ανακούφιση και να φοβάται κάθε σύγκρουση ως πιθανή επιστροφή στο χάος. Έτσι, ο θυμός παραμένει υπαρκτός, αλλά συχνά ακινητοποιημένος.
Η πιο κρίσιμη αλλαγή είναι ότι η αγανάκτηση σήμερα δεν έχει ενιαίο πρόσωπο. Δεν στρέφεται μόνο κατά ενός μνημονίου, ενός κόμματος ή μιας κυβέρνησης. Στρέφεται κατά ενός συνολικού μοντέλου εξουσίας που εμφανίζεται αποτελεσματικό στην εικόνα και αδύναμο στην ουσία, γρήγορο στην επικοινωνία και βραδύ στη δικαιοσύνη, πρόθυμο στις εξαγγελίες και ανεπαρκές στη λογοδοσία.
Αυτός ο θυμός εκφράζεται όταν οι πολίτες βλέπουν υποσχέσεις χωρίς αποτέλεσμα, θεσμούς χωρίς κύρος, ελέγχους χωρίς βάθος και πολιτικούς χωρίς ανάληψη ευθύνης. Εκφράζεται στην αποχή από τις κάλπες, στην περιφρόνηση των κομματικών μηχανισμών, στην αίσθηση ότι η δημόσια ζωή έχει μετατραπεί σε κλειστό σύστημα αναπαραγωγής ισχύος.
Η ιστορική σημασία των Αγανακτισμένων δεν βρίσκεται μόνο στο τι πέτυχαν ή τι απέτυχαν να πετύχουν. Βρίσκεται στο ότι αποκάλυψαν ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική αντιπροσώπευση. Το ρήγμα αυτό δεν έκλεισε. Καλύφθηκε προσωρινά από εκλογικούς κύκλους, κυβερνητικές εναλλαγές, επικοινωνιακές καμπάνιες και μια διαρκή υπόσχεση επιστροφής στην κανονικότητα.
Σήμερα, ο θυμός εκείνης της περιόδου επιστρέφει με πιο ώριμο, πιο βαρύ και πιο δύσπιστο τρόπο. Δεν ζητά εύκολα συνθήματα. Ζητά αποδείξεις. Δεν αρκείται σε αντιμνημονιακές ρητορείες ή σε γενικές καταγγελίες. Απαιτεί θεσμική σοβαρότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, πραγματική λογοδοσία και πολιτική που να μην αντιμετωπίζει τον πολίτη ως θεατή.
Το ερώτημα για το πού βρίσκεται σήμερα ο θυμός των Αγανακτισμένων έχει σαφή απάντηση. Βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια. Στην απογοήτευση των νέων, στην οικονομική πίεση των οικογενειών, στην ανασφάλεια των εργαζομένων, στην κούραση των μικρομεσαίων, στην απαξίωση της πολιτικής συμμετοχής. Δεν κάνει πάντα θόρυβο, όμως παραμένει εκεί.
Η κοινωνία που σιώπησε δεν σημαίνει ότι συμφώνησε. Συχνά σημαίνει ότι περιμένει, ότι εξαντλήθηκε ή ότι δεν έχει ακόμη βρει νέο τρόπο συλλογικής έκφρασης. Και για κάθε σύστημα εξουσίας που μπερδεύει τη σιωπή με συναίνεση, η ιστορία έχει δείξει πως αυτή είναι η πιο επικίνδυνη αυταπάτη.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ελλάδα: Τρίτη στους δημοφιλέστερους προορισμούς για Βέλγους
Υπ. Εσωτερικών: Απάντηση σε Δούκα για αρμοδιότητες
Η Ευρώπη απεξαρτάται από την τεχνολογία των ΗΠΑ