ΗΠΑ: Σφοδρή σύγκρουση Τραμπ με το Ανώτατο Δικαστήριο μετά την ακύρωση των ανταποδοτικών δασμών

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, εξαπέλυσε σκληρή επίθεση κατά των δικαστών του Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά την απόφαση που ακύρωσε τους λεγόμενους ανταποδοτικούς δασμούς. Δήλωσε δημόσια ότι αισθάνεται ντροπή για τη στάση ορισμένων μελών του Δικαστηρίου και έκανε λόγο για έλλειψη θάρρους σε μια υπόθεση που, κατά την εκτίμησή του, αφορά άμεσα το εθνικό συμφέρον.

Μιλώντας από την αίθουσα Τύπου του Λευκού Οίκου, ανέφερε ότι ορισμένοι δικαστές δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Υποστήριξε ότι η απόφαση στρέφεται κατά της χώρας και επιβαρύνει τη δυνατότητα της κυβέρνησης να εφαρμόσει την εμπορική της πολιτική.

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς χαρακτήρισε την απόφαση έκνομη, εκτιμώντας ότι δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στην προσπάθεια ενίσχυσης των αμερικανικών βιομηχανιών. Ανέφερε ότι η εξέλιξη αυτή δυσχεραίνει την άσκηση των αρμοδιοτήτων του προέδρου στον τομέα της οικονομικής προστασίας.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, σε συνέντευξή του στο Fox News, υποστήριξε ότι η ετυμηγορία του Δικαστηρίου αφαιρεί από τον πρόεδρο ένα κρίσιμο διαπραγματευτικό εργαλείο στο πεδίο του διεθνούς εμπορίου.

Έξι από τους εννέα δικαστές έκριναν παράνομους τους ανταποδοτικούς δασμούς που είχε επιβάλει ο πρόεδρος σε εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην πλειοψηφία συμμετείχαν οι δικαστές Σόνια Σοτομαγιόρ, Έλενα Κάγκαν και Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον, καθώς και ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς. Την ίδια θέση υιοθέτησαν επίσης οι Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ και Νιλ Γκόρσατς, οι οποίοι είχαν διοριστεί κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ.

Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί θεσμό με εκτεταμένες αρμοδιότητες και καθοριστική επιρροή στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο. Οι αποφάσεις του επηρεάζουν ζητήματα που εκτείνονται από την περιβαλλοντική πολιτική έως τα ατομικά δικαιώματα και την προεδρική ασυλία.

Η συγκεκριμένη ετυμηγορία επηρεάζει άμεσα τον πυρήνα του οικονομικού προγράμματος και της διπλωματικής στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ, καθώς οι δασμοί είχαν τεθεί στο επίκεντρο της εμπορικής πολιτικής της.

Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε την απόφαση γελοία, ελλιπή και επιζήμια. Προχώρησε σε προσωπικές αναφορές κατά δικαστών, αποδίδοντάς τους υποταγή σε πολιτική ορθότητα και σε αδιευκρίνιστες ξένες επιρροές. Σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου για το ενδεχόμενο διερεύνησης των καταγγελιών περί εξωτερικών παρεμβάσεων, περιορίστηκε να δηλώσει ότι θα υπάρξουν εξελίξεις.

Αναφερόμενος ειδικά στους δικαστές Μπάρετ και Γκόρσατς, οι οποίοι ψήφισαν υπέρ της ακύρωσης των δασμών, εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια για τη στάση τους. Υποστήριξε ότι η επιλογή τους συνιστά προσβολή και επανέλαβε τη διαφωνία του με το σκεπτικό της πλειοψηφίας.

Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι οι δικαστές που μειοψήφησαν θα προσκληθούν, σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική, στην ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης ενώπιον του Κογκρέσου. Διευκρίνισε ότι η παρουσία τους αποτελεί θεσμική διαδικασία που οργανώνεται από τη νομοθετική εξουσία.

Ο πρόεδρος εξέφρασε δημόσια ευχαριστίες προς τους δικαστές Κλάρενς Τόμας, Σάμιουελ Αλίτο και Μπρετ Κάβανο για τη στάση τους στη μειοψηφία. Ειδική αναφορά έκανε στο σκεπτικό που συνέταξε ο Κάβανο, διαβάζοντας αποσπάσματα από τη γνώμη του και αποδίδοντάς του ιδιαίτερη νομική οξυδέρκεια.

Ο Μπρετ Κάβανο είχε προταθεί από τον Τραμπ και ο διορισμός του εγκρίθηκε οριακά από τη Γερουσία το 2018, σε μια διαδικασία που συγκέντρωσε έντονη δημοσιότητα λόγω καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση κατά το παρελθόν του.