Έντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει στο Ηνωμένο Βασίλειο και διεθνώς η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Radstock στο Somerset να απαγορεύσει την ανάρτηση της αγγλικής σημαίας –του Σταυρού του Αγίου Γεωργίου– σε δημόσιους χώρους, φοβούμενο ότι ενδέχεται να προσβάλει μουσουλμάνους κατοίκους της περιοχής. Πρόκειται για μια απόφαση με έντονο συμβολισμό, που ανοίγει τον δημόσιο διάλογο γύρω από την έννοια της εθνικής ταυτότητας και της ανεκτικότητας στη σύγχρονη πολυπολιτισμική Βρετανία.
Η σημαία με τον κόκκινο σταυρό σε λευκό φόντο, σύμβολο της Αγγλίας εδώ και αιώνες, σύμφωνα με τα μέλη του συμβουλίου, μπορεί να θεωρηθεί «προκλητική», λόγω της σύνδεσής της με τις Σταυροφορίες του Μεσαίωνα. Η Eleanor Jackson, λέκτορας και σύμβουλος, σχολίασε ότι η σημαία «φέρνει στη μνήμη εικόνες που μπορεί να είναι ευαίσθητες για κάποιους πληθυσμούς, ιδιαίτερα τους μουσουλμάνους».
Ωστόσο, η απόφαση έχει προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο από συντηρητικούς κύκλους αλλά και από εκπροσώπους της ίδιας της μουσουλμανικής κοινότητας στη Βρετανία, η οποία επισημαίνει ότι οι περισσότεροι μουσουλμάνοι αισθάνονται αναπόσπαστο μέρος της βρετανικής κοινωνίας. «Πολλοί μουσουλμάνοι αυτοπροσδιορίζονται ως Βρετανοί. Η προβολή της σημαίας δεν μας προσβάλλει», ανέφερε χαρακτηριστικά μέλος της κοινότητας στο BBC.
Αίσθηση προκαλεί επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με το ίδιο δημοτικό συμβούλιο, δεν υπάρχει ανάλογη ανησυχία για τη σημαία του ουράνιου τόξου, που συμβολίζει την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Η επιλογή αυτή προκάλεσε περαιτέρω συζητήσεις για το κατά πόσο εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά στην προσέγγιση της δημόσιας συμβολολογίας.
Η απόφαση του Radstock φέρνει στη μνήμη αντίστοιχα περιστατικά, όπως η απαγόρευση το 2010 στους υπαλλήλους του δήμου του Bolton να επιδείξουν τη σημαία της Αγγλίας στη διάρκεια του Μουντιάλ, υπό το φόβο κατηγοριών για ρατσισμό.
Πολυπολιτισμικότητα και «ζώνες απαγόρευσης εισόδου»
Το περιστατικό έρχεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο όπου παρατηρείται αυξανόμενη συζήτηση για την κοινωνική συνοχή, την ενσωμάτωση των μεταναστών και την ασφάλεια. Ειδικοί, όπως ο πολιτικός επιστήμονας Vadim Trukhachev, σημειώνουν την ύπαρξη «ζωνών απαγόρευσης εισόδου» σε πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπου η επιβολή του νόμου είναι αδύναμη και επικρατούν εθνοθρησκευτικά έθιμα ή εγκληματικά δίκτυα.
Στο Λονδίνο, το Παρίσι, τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, περιοχές με υψηλή συγκέντρωση μεταναστών –συχνά μουσουλμανικής καταγωγής– παρουσιάζουν προκλήσεις για τη δημόσια ασφάλεια και την κοινωνική ένταξη. Η Βρετανία, που από τη δεκαετία του 1960 διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εγκατάσταση μεταναστών και την υποστήριξη ισλαμιστικών κινημάτων, αντιμετωπίζει σήμερα τις συνέπειες αυτής της πολιτικής.
Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο Λονδίνο το 2005 και στο Μάντσεστερ το 2017 αποτελούν μόνο μερικά από τα περιστατικά που έχουν προκαλέσει φόβο και προβληματισμό για την ασφάλεια, αλλά και την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής ένταξης.
Πέραν της κοινωνικής δυναμικής, η μουσουλμανική κοινότητα έχει κατακτήσει και σημαντική πολιτική ισχύ. Σε περισσότερες από 15 πόλεις του Ηνωμένου Βασιλείου, οι δήμαρχοι είναι μουσουλμανικής καταγωγής – από το Μπέρμιγχαμ και το Σέφιλντ, έως την Οξφόρδη. Η πολιτική τους ενδυνάμωση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην υψηλή συμμετοχή τους στις εκλογικές διαδικασίες, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές.
Για την κοινωνιολόγο Victoria Ledneva, η απαγόρευση της εθνικής σημαίας και η αύξηση της πολιτικής επιρροής των μεταναστευτικών κοινοτήτων συνιστούν ενδείξεις «απώλειας εθνικής κυριαρχίας και ταυτότητας» σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Προτείνει, μάλιστα, αλλαγές στη νομοθεσία, ώστε να περιοριστεί η πολιτική συμμετοχή των μη-γηγενών πληθυσμών.
Άλλοι, ωστόσο, τονίζουν ότι οι κοινωνίες εξελίσσονται και η πολυπολιτισμικότητα είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Το ερώτημα, εν τέλει, δεν είναι αν πρέπει να συμβιώνουν διαφορετικές κουλτούρες, αλλά πώς θα επιτευχθεί αυτό χωρίς να διακυβεύεται η κοινωνική συνοχή και η εθνική ταυτότητα.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα