Η ρευστότητα του πολιτικού τοπίου και οι κοινωνικές τάσεις μπροστά στις εκλογές
Οι υπολογισμοί και οι στρατηγικές των πολιτικών κομμάτων συνεχίζονται αδιάκοπα, ακόμη και κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, παρατηρείται μια μικρή αύξηση στο ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας, παρόμοια με την τάση που καταγράφηκε τον Δεκέμβριο του 2024, αν και το κόμμα είχε στη συνέχεια μια πτώση στην αποδοχή του. Παράλληλα, εντός του αντισυστημικού χώρου παρατηρείται μια σημαντική ανακατανομή των δυνάμεων, με μερικά κόμματα που εμφανίστηκαν πρόσφατα να υποχωρούν, ενώ ταυτόχρονα η ψήφος δεν επιστρέφει στην κυβερνητική παράταξη, αλλά μετατοπίζεται προς τα «αριστερά» κόμματα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης είναι η Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία φαίνεται να κερδίζει ψήφους όχι μόνο από τη διαμαρτυρία, αλλά και από τη Νέα Δημοκρατία.
Ωστόσο, το πολιτικό τοπίο παραμένει αβέβαιο, και ιδιαίτερα στον αντισυστημικό χώρο, δεν έχει αναδειχθεί ακόμα κάποιος ηγέτης ή καταλύτης που να καθορίσει την κατεύθυνση των εξελίξεων. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη φαίνεται να βυθίζεται σε εσωτερικές αντιπαραθέσεις και σε μια φθίνουσα εικόνα στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Εντός του κόμματος, τα κορυφαία στελέχη επικεντρώνονται στις προσωπικές τους επιχειρηματικές δραστηριότητες, με εσωκομματικές διαμάχες να επιδεινώνουν την κατάσταση.
Η νέα εκλογική πραγματικότητα δείχνει ότι οι ψήφοι είναι πλέον πιο κινητικοί και μπορούν να μετακινηθούν ευκολότερα από το ένα κόμμα στο άλλο, χωρίς σαφή διαχωριστικά όρια, ειδικά σε ηλικιακές ομάδες κάτω των 65 ετών. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το 2,5% του εκλογικού σώματος μετακινείται από τη Νέα Δημοκρατία προς την Πλεύση Ελευθερίας, μια τάση που μπορεί να αντιστραφεί αν ακουστούν ανατρεπτικές και ακραίες προτάσεις.
Το εκλογικό τοπίο παραμένει ρευστό, και η προεκλογική περίοδος αναμένεται να παίξει καθοριστικό ρόλο στην κινητικότητα των ψηφοφόρων, η οποία είναι σημαντικά μεγαλύτερη σε σύγκριση με το παρελθόν. Οι πολιτικοί, και κυρίως η κυβέρνηση, φαίνεται να υποεκτιμούν την πραγματική αιτία πίσω από την αντισυστημική ψήφο και τη διαμαρτυρία. Ενώ η κυβέρνηση έχει εφησυχάσει, θεωρώντας ότι η κρίση που προέκυψε από το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών έχει εκτονωθεί, η πραγματικότητα είναι ότι το σύστημα βρίσκεται σε μια γενικότερη κρίση, με πολλές αθέατες πλευρές που συνεχώς επηρεάζουν την εκλογική συμπεριφορά.
Οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας, με την εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης και τη ραγδαία εξέλιξη των τεχνολογιών, προοιωνίζουν καταργήσεις χιλιάδων θέσεων εργασίας σε τομείς όπως τα καταστήματα ένδυσης και υπόδησης, με τη χρήση ρομπότ να αντικαθιστά εργαζόμενους. Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί έντονη ανησυχία σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το οποίο επιθυμεί να καθυστερήσει τις αλλαγές και να ζήσει τις τελευταίες στιγμές μιας κοινωνίας που υφίσταται αλλαγές χωρίς να έχει περιθώρια προσαρμογής.
Επιπλέον, η οικονομική κατάσταση της χώρας αποδεικνύει την αυξανόμενη ανισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με την Ελλάδα να εξάγει λιγότερα και να εισάγει περισσότερα. Αυτή η τάση συνδέεται με τις δυσκολίες των ελληνικών επιχειρήσεων να παραμείνουν βιώσιμες στην παγκόσμια αγορά. Παράλληλα, χιλιάδες μεσαίοι επιχειρηματίες θεωρούν ότι η κυβέρνηση εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, ενώ η αδιαφορία για τα μεσαία και μικρά στρώματα της κοινωνίας μεγαλώνει.
Αναφορικά με την καταναλωτική δύναμη, τα πρόσφατα ρεπορτάζ σχετικά με την αυξημένη κίνηση στις ταβέρνες και τα νησιά κατά τη διάρκεια του Πάσχα, δεν αναφέρουν το αυτονόητο: οι ισχυρές καταναλωτικές δυνάμεις προέρχονται από ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού. Το υπόλοιπο 9 εκατομμύρια, πλην των συνταξιούχων, εργάζεται πολλές ώρες και σε πολλές δουλειές για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες και να μπορέσει να απολαύσει κάποιες ανέσεις, όπως μια εκδρομή ή μια έξοδο για φαγητό. Αυτό όμως δεν πρέπει να συγχέεται με την ευημερία. Τα χρήματα που σήμερα συγκεντρώνει κάποιος από πολλές δουλειές δεν είναι τα ίδια με εκείνα που απέκτησε κάποιος πριν 15 χρόνια από μια μόνο εργασία.
Αυτό το σύστημα, μετά από 10 χρόνια σφοδρών Μνημονίων και με την προοπτική των μεταρρυθμίσεων, έχει οδηγήσει τους νέους σε απόρριψη δουλειών και σε μετανάστευση προς χώρες με καλύτερες συνθήκες ζωής. Το κυρίαρχο συναίσθημα είναι ότι το πολιτικό σύστημα δεν αφουγκράζεται τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Υπάρχει ένα σκληρός πυρήνας ψηφοφόρων (περίπου το 35%) που στηρίζει τα παραδοσιακά κόμματα, ενώ το υπόλοιπο 65% αποτελείται από δυναμικά αλλά διχασμένα στρώματα που αναζητούν πολιτική εκπροσώπηση.
Αν και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 1/3 του εκλογικού σώματος στηρίζει τις παραδοσιακές δυνάμεις, το υπόλοιπο 2/3 συνεχίζει να αναζητά πολιτική λύση που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Αν το πολιτικό σύστημα δεν λάβει σοβαρά υπόψη αυτή την ανισορροπία, είναι πιθανό ότι το 65% θα γίνει ακόμα μεγαλύτερο, προκαλώντας νέες πολιτικές ανατροπές στο μέλλον.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ο δρόμος προς το Βατερλό της
Ο Βίκτορ Ουγκό, αναφερόμενος στην ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό, είχε πει ότι «εξαφανίστηκε ο Ναπολέων κάτω από την ισχυρή υπνοβασία ενός ονείρου». Στη σκιά αυτής της ρήσης, μπορούμε να παραλληλίσουμε την πορεία του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον ίδιο δρόμο της ήττας, έναν δρόμο όπου κάθε κυβερνητική ενέργεια μοιάζει να συνοδεύεται από μια αποτυχία. Η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας δείχνει να διαγράφει το δικό της Βατερλό, με μια ακολουθία λαθών που συνεχώς ενισχύουν την απογοήτευση του κόσμου. Ένα κλίμα άρνησης υπερίπταται της κυβερνητικής δράσης, με την τακτική της κυβέρνησης να χαρακτηρίζεται από σφάλματα και αστοχίες, καθώς φαίνεται να λειτουργεί με «σπασμένα γρανάζια».
Η κυβέρνηση φαίνεται να αγνοεί πλήρως τις συνέπειες των πράξεών της, με τις ισχυρές ασταθείς ισορροπίες στο εσωτερικό της να οδηγούν σε αδιέξοδα. Εμφανείς κρίσεις και αποτυχίες εντός της κυβέρνησης, όπως η τραγωδία των Τεμπών και οι καταγγελίες για απόκρυψη στοιχείων, η ατολμία στις στρατηγικές κινήσεις απέναντι στις τουρκικές απειλές και το σκάνδαλο με την «Ομάδα Αλήθειας», αποκαλύπτουν την αβεβαιότητα που διακατέχει τη Νέα Δημοκρατία. Η ακρίβεια και η οικονομική πίεση στους πολίτες εντείνουν το κλίμα αμφισβήτησης, κάνοντας ακόμη πιο εμφανές το χάσμα ανάμεσα στην κυβερνητική προπαγάνδα και την πραγματικότητα.
Η σύγχυση που επικρατεί, η αλληλοσυγκρουόμενη στρατηγική και οι παγίδες που δημιουργούνται από την ίδια την κυβέρνηση δείχνουν την αδυναμία της να διαχειριστεί τις εξελίξεις. Μεταξύ άλλων, η παραίτηση του αντιπροέδρου του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, Χρήστου Παπαδημητρίου, μετά τα τραγελαφικά με το πόρισμα της τραγωδίας των Τεμπών, επιβεβαιώνει την ανεπάρκεια των θεσμικών μηχανισμών που η κυβέρνηση είχε προωθήσει ως δείγματα αριστείας. Η αποτυχία αυτών των προσπαθειών, υπό την καθοδήγηση της Ν.Δ., υπογραμμίζει την αδυναμία των κυβερνητικών στελεχών να ανταποκριθούν στις περιστάσεις.
Η προσπάθεια της κυβέρνησης να ενισχύσει το αφήγημα ότι «αντεπιτίθεται η αλήθεια», με την έκρηξη του ΕΟΔΑΣΑΑΜ και τις προπαγανδιστικές «τρολιές», συνιστά μια ακόμη φάρσα, που αναδεικνύει τη βαθιά κρίση εντός του κυβερνητικού μηχανισμού. Η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη βρίσκεται σε πλήρη σύγκρουση με τον ίδιο της τον εαυτό, προσπαθώντας να εξηγήσει τις αποτυχίες της μέσω μιας συνεχούς αντιπαράθεσης με φανταστικούς εχθρούς. Η εσωτερική αυτή κυκλοθυμία αποδεικνύει την ανικανότητα της κυβέρνησης να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες της χώρας.
Για να καλύψουν την κυβερνητική ανεπάρκεια, οι κυβερνητικοί παράγοντες καταφεύγουν σε υπερβολές και συχνά ανυπόστατες υποσχέσεις, προσπαθώντας να «σώσουν» την κατάσταση με πολιτικά τεχνάσματα που θυμίζουν παλιές πρακτικές. Όμως, αυτό δεν αρκεί. Η απόπειρα δημιουργίας ενός ισχυρού και αδιάσπαστου πολιτικού αφηγήματος έχει αποτύχει, καθώς η πραγματικότητα της καθημερινής ζωής των πολιτών είναι εντελώς διαφορετική.
Στο τέλος, αυτό που καταφέρνει η κυβέρνηση είναι να ενισχύει την οργή και την απογοήτευση του λαού. Έχοντας χάσει την πίστη και την υποστήριξη των πολιτών, η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται πλέον σε ένα ασταθές πολιτικό έδαφος, που μοιάζει όλο και περισσότερο με το «Βατερλό» της. Η κυβέρνηση φαντάζει πλέον ως «λάφυρο» των ανέμων της συμφοράς, ένα σύμβολο ανασφάλειας και αποτυχίας.
Ο Γουέντελ Φίλιπς είχε πει ότι «καθένας τελειώνει βρίσκοντας το Βατερλό του». Και φαίνεται ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι πλέον πολύ κοντά στη στιγμή που θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την τελική της ήττα.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα