Καισαρικές στην Ελλάδα: Στο 67% οι γεννήσεις, έως 84% σε νοσοκομεία

Σταθερά στις υψηλότερες θέσεις διεθνώς παραμένει η Ελλάδα ως προς τη συχνότητα των καισαρικών τομών, καθώς περίπου το 67% των γεννήσεων πραγματοποιείται χειρουργικά. Πρόκειται για σχεδόν επτά στα δέκα παιδιά, όταν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες τα αντίστοιχα ποσοστά περιορίζονται μεταξύ 15% και 30%.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη σε ορισμένα επαρχιακά νοσοκομεία, όπου στοιχεία του 2023 καταγράφουν ποσοστά καισαρικών που φτάνουν ακόμη και το 84%. Τα δεδομένα παρουσίασε στο Πρακτορείο FM και στην εκπομπή «104,9 Μυστικά Υγείας» η πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Μαιευτικής Βίας Ελλάδος, υποψήφια διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και αντιπρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Συλλόγου Μαιών Πατρών, Κωνσταντίνα Νούσια.

Επικαλούμενη επιστημονικές μελέτες, η κ. Νούσια ανέφερε ότι τα παιδιά που γεννιούνται με καισαρική τομή εμφανίζουν αυξημένες πιθανότητες εκδήλωσης αλλεργιών και άσθματος. Τόνισε, παράλληλα, ότι ο φυσιολογικός τοκετός διευκολύνει τη μεταφορά του μικροβιώματος στο νεογνό, στοιχείο που συνδέεται με την ομαλότερη ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος.

Το Παρατηρητήριο Μαιευτικής Βίας Ελλάδος αποτελεί, σύμφωνα με την ίδια, το ένατο αδελφό Παρατηρητήριο παγκοσμίως και συμμετέχει στη Διεθνή Ομοσπονδία InterOVO. Βασικός του στόχος είναι η καταγραφή και η ανάδειξη περιστατικών μαιευτικής βίας σε χώρους παροχής φροντίδας, η συγκέντρωση μαρτυριών γυναικών και η προώθηση αλλαγών στις πρακτικές που εφαρμόζονται κατά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό και τη λοχεία.

Η αναίτια καισαρική ως μορφή μαιευτικής βίας

Η Κωνσταντίνα Νούσια υποστήριξε ότι η καισαρική χωρίς σαφή ιατρική ένδειξη αποτελεί μία από τις συχνότερες μορφές μαιευτικής βίας που καταγράφονται από το Παρατηρητήριο. Όταν η επέμβαση δεν είναι πραγματικά αναγκαία, η μητέρα υποβάλλεται σε χειρουργείο και αντιμετωπίζει μεγαλύτερο χρόνο ανάρρωσης, χωρίς να υπάρχει τεκμηριωμένο όφελος για την ίδια ή το παιδί.

Η μαιευτική βία, όπως εξήγησε, μπορεί να λάβει λεκτική, ψυχολογική ή σωματική μορφή. Περιλαμβάνει τη διενέργεια ιατρικών πράξεων χωρίς πλήρη ενημέρωση και συναίνεση, την ανεπαρκή πληροφόρηση της εγκύου, τις επαναλαμβανόμενες κολπικές εξετάσεις χωρίς σαφή ένδειξη και την εφαρμογή παρεμβάσεων που έχουν εγκαταλειφθεί σε πολλά συστήματα υγείας.

Μεταξύ αυτών βρίσκεται ο χειρισμός Christeller, δηλαδή η άσκηση έντονης πίεσης στην κοιλιά της επιτόκου κατά την έξοδο του εμβρύου. Η πρακτική θεωρείται επικίνδυνη για τη μητέρα και το παιδί και έχει εγκαταλειφθεί σε αρκετές χώρες, ωστόσο εξακολουθεί να καταγράφεται σε μαρτυρίες γυναικών στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, η εξέλιξη του τραχήλου κατά τον φυσιολογικό τοκετό πρέπει να ελέγχεται περίπου ανά τέσσερις ώρες, εκτός αν υπάρχει συγκεκριμένος ιατρικός λόγος για συχνότερη εξέταση. Στην ελληνική πραγματικότητα, όπως υποστηρίζει η πρόεδρος του Παρατηρητηρίου, οι κολπικές εξετάσεις πραγματοποιούνται συχνά πολύ πιο τακτικά, χωρίς να εξηγείται επαρκώς η αναγκαιότητά τους.

Η κ. Νούσια αποκάλυψε ότι έχει βιώσει και η ίδια διαφορετικές μορφές μαιευτικής βίας κατά τους δικούς της τοκετούς. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν επιδιώκει να επικεντρωθεί η δημόσια συζήτηση στη δική της εμπειρία, αλλά στη συνολική έκταση του φαινομένου και στην ανάγκη θεσμικής αντιμετώπισής του.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ψυχολογικής πίεσης ανέφερε την προειδοποίηση προς μια επίτοκο ότι το παιδί της κινδυνεύει να πεθάνει αν δεν υποβληθεί αμέσως σε καισαρική, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πραγματική ιατρική ένδειξη που να δικαιολογεί την επέμβαση.

Η ίδια περιέγραψε ότι κατά τη διάρκεια δικού της τοκετού τής είχαν πει πως το μωρό της θα πεθάνει αν δεν γινόταν άμεσα καισαρική. Επειδή ήταν μαία και μπορούσε να αξιολογήσει τους καρδιακούς παλμούς του εμβρύου, αντιλήφθηκε ότι η κατάσταση ήταν καλή και παρέμεινε στην αίθουσα φυσιολογικού τοκετού.

Όπως ανέφερε, αν δεν διέθετε την επαγγελματική γνώση και την αυτοπεποίθηση να αρνηθεί, είναι βέβαιο ότι θα είχε οδηγηθεί σε χειρουργική επέμβαση μέσω μιας μορφής έντονης ψυχολογικής πίεσης. Το περιστατικό αποτυπώνει τη μεγάλη ανισορροπία πληροφόρησης και εξουσίας που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στην επίτοκο και στο ιατρικό προσωπικό.

Η πρόεδρος του Παρατηρητηρίου συνέδεσε τα υψηλά ποσοστά καισαρικών στην Ελλάδα με το έντονα ιατροκεντρικό μοντέλο που εξακολουθεί να κυριαρχεί στη μαιευτική φροντίδα. Σε άλλα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας, οι μαίες έχουν πιο ενεργό και αυτόνομο ρόλο στη διαχείριση των φυσιολογικών κυήσεων και τοκετών, με τους γιατρούς να παρεμβαίνουν όταν προκύπτει επιπλοκή ή αυξημένος κίνδυνος.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο τοκετός αντιμετωπίζεται συχνά ως ιατρικό περιστατικό που απαιτεί εκτεταμένη παρέμβαση, ακόμη και όταν εξελίσσεται ομαλά. Αυτή η προσέγγιση ευνοεί την υπερβολική χρήση της καισαρικής και περιορίζει την αυτονομία της γυναίκας στη λήψη αποφάσεων για το σώμα της και τον τρόπο με τον οποίο θα γεννήσει.

Οι συνέπειες στη μητέρα, το παιδί και το δημογραφικό

Ο φυσιολογικός τοκετός, σύμφωνα με την κ. Νούσια, συνδέεται με ταχύτερη ανάρρωση της μητέρας και ευκολότερη κινητοποίησή της μετά τη γέννα. Επιπλέον, η επαφή του νεογνού με το μικροβίωμα του γεννητικού σωλήνα θεωρείται ότι συμβάλλει στην ανάπτυξη και στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού του συστήματος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η καισαρική δεν αποτελεί κρίσιμη και σωτήρια ιατρική πράξη όταν υπάρχει πραγματική ένδειξη. Το πρόβλημα εντοπίζεται στην κατάχρησή της και στην επιλογή της χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, ενημέρωση και συναίνεση της εγκύου.

Η πρόεδρος του Παρατηρητηρίου κάλεσε τις γυναίκες να ενημερώνονται αναλυτικά πριν από τον τοκετό, να συζητούν τις επιλογές τους με μαίες και γιατρούς και να καταρτίζουν σχέδιο τοκετού. Παράλληλα, πρέπει να ζητούν πλήρη ενημέρωση για κάθε προτεινόμενη ιατρική πράξη και να γνωρίζουν ότι έχουν δικαίωμα συναίνεσης ή άρνησης, εφόσον δεν υπάρχει επείγουσα κατάσταση.

Υπογράμμισε ακόμη ότι, υπό τις κατάλληλες ιατρικές προϋποθέσεις, μια γυναίκα που έχει ήδη γεννήσει με καισαρική μπορεί σε επόμενη εγκυμοσύνη να επιχειρήσει φυσιολογικό τοκετό. Η προηγούμενη χειρουργική γέννα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι όλες οι επόμενες πρέπει να πραγματοποιηθούν με τον ίδιο τρόπο.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις ψυχολογικές συνέπειες μιας τραυματικής εμπειρίας τοκετού. Πολλές γυναίκες που έχουν υποστεί μαιευτική βία εμφανίζουν δευτεροπαθή τοκοφοβία, δηλαδή έντονο φόβο απέναντι στο ενδεχόμενο μιας νέας εγκυμοσύνης και γέννας.

Στο Παρατηρητήριο έχουν καταγραφεί μαρτυρίες γυναικών που δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να αποκτήσουν δεύτερο παιδί, επειδή αισθάνονται τρομοκρατημένες από όσα έζησαν στον πρώτο τους τοκετό. Η εμπειρία της γέννας, αντί να λειτουργεί ως γεγονός φροντίδας και ασφάλειας, μετατρέπεται σε πηγή φόβου, θυμού και μακροχρόνιου ψυχικού τραύματος.

Η μαιευτική βία, επομένως, δεν περιορίζεται στη στιγμή του τοκετού. Μπορεί να επηρεάσει τη σχέση της μητέρας με το σώμα της, την ψυχική της υγεία, τη λοχεία, τον θηλασμό και την απόφασή της να αποκτήσει περισσότερα παιδιά.

Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα που αντιμετωπίζει οξύ δημογραφικό πρόβλημα. Όταν γυναίκες αποφεύγουν μια δεύτερη εγκυμοσύνη εξαιτίας της βίας, της ταπείνωσης ή της πίεσης που υπέστησαν στον πρώτο τοκετό, το ζήτημα υπερβαίνει πλέον τα όρια της ατομικής ιατρικής εμπειρίας.

Η αντιμετώπιση των αναίτιων καισαρικών και της μαιευτικής βίας απαιτεί ενίσχυση του ρόλου των μαιών, σαφή πρωτόκολλα, πλήρη καταγραφή των ιατρικών ενδείξεων και πραγματική εφαρμογή της ενημερωμένης συναίνεσης. Χρειάζεται επίσης ουσιαστικός έλεγχος των πρακτικών που εφαρμόζονται σε δημόσια και ιδιωτικά μαιευτήρια.

Τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά καισαρικών στην Ελλάδα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αναπόφευκτη ιατρική πραγματικότητα. Αποτελούν ένδειξη ενός συστήματος που χρειάζεται βαθιές αλλαγές, ώστε η ασφάλεια της μητέρας και του παιδιού να συνδυάζεται με τον σεβασμό της αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και των δικαιωμάτων κάθε γυναίκας.