24 Οκτωβρίου 2026

Καλύτερη στέγαση, θολή αποτροπή: Η άλλη όψη της κυβερνητικής ρύθμισης

Η εικόνα ανθρώπων που πληρώνουν 10 ευρώ για να κοιμηθούν σε μια καρέκλα, 20 ευρώ για ένα στρώμα και ακόμη περισσότερα για ένα κρεβάτι αποτελεί αναμφίβολα μια κατάσταση εκμετάλλευσης που δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Η λειτουργία διαμερισμάτων ως παράνομων υπνωτηρίων, χωρίς κανόνες υγιεινής, χωρίς πυρασφάλεια και με δεκάδες ανθρώπους στοιβαγμένους σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, απαιτεί κρατική παρέμβαση.

Μέχρι εδώ, η προωθούμενη ρύθμιση του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την ανάγκη να σταματήσει ένα παράνομο και κερδοσκοπικό μοντέλο. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, σαφώς πολιτικότερη ανάγνωση. Η κυβέρνηση παρεμβαίνει στο αποτέλεσμα ενός πολύ μεγαλύτερου προβλήματος, χωρίς η συγκεκριμένη πρωτοβουλία να αγγίζει την αιτία του.

Το δημοσίευμα περιγράφει εξαντλητικά τον τρόπο με τον οποίο θα απαγορευτούν τα άτυπα υπνωτήρια, τα πρόστιμα που θα επιβληθούν, τις υπηρεσίες που θα κάνουν τους ελέγχους και τις προδιαγραφές που παραβιάζονται. Εκείνο που απουσιάζει από την εικόνα είναι η μεταναστευτική διάσταση που προηγείται της καρέκλας, του στρώματος και του υπόγειου διαμερίσματος.

Διότι η πραγματική πολιτική συζήτηση δεν τελειώνει στο εάν ένας άνθρωπος πρέπει να κοιμάται αξιοπρεπώς. Προφανώς και πρέπει. Αρχίζει από το ποιο καθεστώς παραμονής έχει, για ποιον λόγο βρίσκεται στην Ελλάδα, εάν δικαιούται διεθνή προστασία και τι συμβαίνει όταν δεν δικαιούται να παραμείνει στη χώρα.

Από την καταστολή της παρανομίας στην οργάνωση της παραμονής

Το πρώτο στοιχείο που έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία είναι ότι οι κυρώσεις στρέφονται αποκλειστικά εναντίον εκείνων που εκμεταλλεύονται τους χώρους και όχι εναντίον των ανθρώπων που διαμένουν σε αυτούς. Ως επιλογή προστασίας θυμάτων εκμετάλλευσης είναι εύλογη. Ως μεταναστευτική πολιτική, όμως, αφήνει ένα μεγάλο κενό.

Η διάλυση ενός παράνομου υπνωτηρίου απαντά στο πού δεν πρέπει να κοιμούνται οι συγκεκριμένοι άνθρωποι. Δεν απαντά στο τι ακολουθεί για τον καθένα ανάλογα με το νομικό καθεστώς του. Το δημοσίευμα δεν συνδέει την επιχείρηση ελέγχου των ακινήτων με ταυτοποίηση καθεστώτος παραμονής, εξέταση δικαιώματος διεθνούς προστασίας ή διαδικασίες επιστροφής όπου αυτές προβλέπονται από τον νόμο.

Αντίθετα, η συνολική φιλοσοφία της παρέμβασης στρέφεται στη δημιουργία συνθηκών ασφαλέστερης και αξιοπρεπέστερης διαμονής. Τα παράνομα υπνωτήρια πρέπει να εξαφανιστούν, οι άνθρωποι δεν πρέπει να στοιβάζονται, οι νόμιμες δομές και οι θεσμοθετημένοι ξενώνες παραμένουν εκτός της απαγόρευσης, ενώ το κράτος αναλαμβάνει να ελέγξει ποια μορφή στέγασης είναι επιτρεπτή και ποια όχι.

Αυτό ακριβώς δημιουργεί την πολιτική αντίφαση. Μια κυβέρνηση που θέλει να εμφανίζει σκληρή γραμμή στο Μεταναστευτικό καταλήγει στο εσωτερικό της χώρας να οργανώνει περισσότερο το πλαίσιο διαμονής όσων έχουν ήδη φτάσει στην Ελλάδα. Η αποτροπή περνά σε δεύτερο επίπεδο και η διαχείριση της εγκατάστασης γίνεται όλο και πιο θεσμική.

Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι πρέπει να διατηρηθούν οι άθλιες συνθήκες ώστε να λειτουργούν αποτρεπτικά. Μια τέτοια λογική θα ήταν και απάνθρωπη και παράνομη. Σημαίνει όμως ότι μια ολοκληρωμένη μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη βελτίωση των συνθηκών για όσους έχουν φτάσει, αφήνοντας θολό το τι συμβαίνει με όσους δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης παραμονής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η διατύπωση σύμφωνα με την οποία από το νέο πλαίσιο εξαιρούνται θεσμοθετημένες δομές, ξενώνες και εγκαταστάσεις που λειτουργούν βάσει ειδικών διατάξεων. Με άλλα λόγια, η πολιτεία δεν καταργεί τη δυνατότητα μαζικής ή οργανωμένης στέγασης. Καταργεί την ανεξέλεγκτη και παράνομη εκδοχή της.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο που χάνεται πίσω από τον τίτλο περί «τέλους στα κοινόβια». Το τέλος αφορά συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο εκμετάλλευσης. Δεν σημαίνει τέλος στη φιλοξενία, στη στέγαση ή στην παραμονή μεταναστευτικών πληθυσμών στην Ελλάδα.

Το κρίσιμο πολιτικό μήνυμα που απουσιάζει

Η κυβέρνηση οφείλει να ξεκαθαρίσει ποιο ακριβώς μήνυμα επιθυμεί να εκπέμπει προς το εξωτερικό. Μια χώρα στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αντιμετωπίζει μόνο ανθρωπιστικό και στεγαστικό ζήτημα. Αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ζήτημα συνόρων, ασύλου, παράνομης διακίνησης ανθρώπων, επιστροφών και μακροχρόνιας ενσωμάτωσης όσων τελικά αποκτούν νόμιμο δικαίωμα παραμονής.

Όταν η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στις καλύτερες συνθήκες στέγασης, στην υγιεινή, στην κοινωνική κατοικία και στην προστασία από τους επιτήδειους, δημιουργείται σταδιακά μια διαφορετική εικόνα για τη χώρα. Η Ελλάδα παρουσιάζεται όχι αποκλειστικά ως εξωτερικό σύνορο της Ευρώπης και χώρα πρώτης υποδοχής, αλλά και ως τόπος στον οποίο η παραμονή μπορεί να οργανωθεί θεσμικά και να αποκτήσει μεγαλύτερη ασφάλεια.

Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θα αυξήσει τις μεταναστευτικές ροές. Μια τέτοια αιτιώδης σύνδεση θα απαιτούσε στοιχεία που το συγκεκριμένο δημοσίευμα δεν παρέχει. Πολιτικά, όμως, γεννά ένα απολύτως θεμιτό ζήτημα στρατηγικής: όταν βελτιώνεται συνεχώς το πλαίσιο παραμονής, χωρίς να προβάλλεται με την ίδια ένταση η αποτελεσματική επιστροφή όσων δεν έχουν δικαίωμα να βρίσκονται στη χώρα, το τελικό μήνυμα της πολιτικής γίνεται αντιφατικό.

Υπάρχει ακόμη ένα χαρακτηριστικό στοιχείο. Στο δημοσίευμα γίνεται μεγάλη αναφορά στην προστασία των οικογενειών που κατοικούν στις πολυκατοικίες, στην κοινωνική συνοχή, στη φοροδιαφυγή, στην υγιεινή και στον αθέμιτο ανταγωνισμό προς τα νόμιμα καταλύματα. Όλα αυτά είναι πραγματικά προβλήματα. Απουσιάζει όμως σχεδόν ολοκληρωτικά η συζήτηση για τον έλεγχο του καθεστώτος των ανθρώπων που βρίσκονται μέσα στα συγκεκριμένα ακίνητα.

Το κράτος εμφανίζεται έτοιμο να ελέγξει τον ιδιοκτήτη, τον μισθωτή, τον υπεκμισθωτή, την πολεοδομική χρήση, τη φορολογική δραστηριότητα, την πυρασφάλεια και τις υγειονομικές προδιαγραφές. Η περιγραφή δεν δίνει αντίστοιχο βάρος στον έλεγχο του εάν ο κάθε διαμένων έχει δικαίωμα παραμονής στη χώρα.

Εδώ βρίσκεται και η βασική αντιπολιτευτική κριτική. Η κυβέρνηση επιχειρεί να θεραπεύσει τις πιο ακραίες συνέπειες μιας πραγματικότητας που έχει ήδη παγιωθεί, αντί να παρουσιάσει μια συνολική στρατηγική που να συνδέει ανθρώπινες συνθήκες υποδοχής με αυστηρό έλεγχο συνόρων, γρήγορη εξέταση αιτήσεων ασύλου και εφαρμογή των νόμιμων επιστροφών.

Η προστασία ενός φτωχού ανθρώπου από εκείνον που του νοικιάζει μια καρέκλα για 10 ευρώ είναι υποχρέωση της Πολιτείας. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί ολόκληρη τη μεταναστευτική πολιτική της χώρας.

Η Ελλάδα χρειάζεται δύο καθαρές γραμμές ταυτόχρονα. Αξιοπρεπείς συνθήκες για όσους νόμιμα βρίσκονται ή εξετάζεται νόμιμα η παραμονή τους και πραγματική εφαρμογή της νομοθεσίας για όσους δεν δικαιούνται να παραμείνουν. Όταν προβάλλεται μόνο η πρώτη πλευρά, δημιουργείται η εντύπωση ότι το κράτος μετακινείται σταδιακά από την πολιτική προσωρινής υποδοχής προς μια πολιτική μόνιμης διαχείρισης πληθυσμών.

Και αυτή ακριβώς είναι η πλευρά που ο τίτλος περί «ταρίφας της ντροπής» αφήνει στο περιθώριο. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να εξαφανιστεί η καρέκλα των 10 ευρώ. Είναι να υπάρχει σαφής απάντηση για το τι ακολουθεί μετά. Διαφορετικά, το κράτος θα εξακολουθεί να παρεμβαίνει κάθε φορά στο επόμενο στάδιο του προβλήματος, βελτιώνοντας τις συνθήκες μιας ήδη διαμορφωμένης πραγματικότητας, χωρίς να αλλάζει τους όρους που τη δημιουργούν.