13 Απριλίου 2026

Καταθέσεις φωτιά για τα εμβόλια mRNA, σκιές σε δεδομένα και βαριές καταγγελίες

Σοκ προκαλεί η κατάθεση του Δρ. Χέλμουτ Στερτς, πρώην επικεφαλής τοξικολόγου της Pfizer Europe, ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Bundestag στις 19 Μαρτίου 2026, όπου παρουσίασε στοιχεία για τη διαδικασία έγκρισης του εμβολίου mRNA της Pfizer-BioNTech, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκαν τα δεδομένα ασφάλειας, καθώς και τις αναφορές για παρενέργειες και θανάτους που καταγράφηκαν τα επόμενα χρόνια.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάστηκαν επίσης δεδομένα που συνδέονται με την εμφάνιση ασυνήθιστων μορφών καρκίνου, την αύξηση περιστατικών θρομβώσεων, καθώς και άλλων παθήσεων του ανοσοποιητικού συστήματος και καρδιακών βλαβών μετά την κυκλοφορία των εμβολίων κατά του COVID-19. Τα στοιχεία αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης από τον παθολόγο Δρ. Ράιαν Κόουλ, ο οποίος προχώρησε σε ανάλυση περιστατικών και προηγούμενων επιστημονικών δεδομένων.

Ο ίδιος ανέφερε ότι τα εμβόλια σχεδιάστηκαν με βάση ένα στέλεχος του ιού που πλέον δεν κυκλοφορεί, επισημαίνοντας ότι η πρωτεΐνη ακίδας που περιέχεται στις ενέσεις προέρχεται από το αρχικό στέλεχος της Γουχάν, κάτι που, σύμφωνα με την εκτίμησή του, σχετίζεται με τις παρατηρούμενες επιπτώσεις στην υγεία. Σε συνέντευξή του στο πρόγραμμα «American Thought Leaders» του EpochTV, υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη πρωτεΐνη εμφανίζει ιδιότητες που συνδέονται με τη διαδικασία πήξης και την πρόκληση φλεγμονωδών αντιδράσεων.

Όπως σημείωσε, η αρχική φάση της πανδημίας χαρακτηρίστηκε από αυξημένο κίνδυνο θρόμβωσης, ενώ με την εμφάνιση της παραλλαγής Όμικρον η εικόνα αυτή διαφοροποιήθηκε. Ωστόσο, ανέφερε ότι η πρωτεΐνη ακίδας που χρησιμοποιείται στα εμβόλια παραμένει αυτή του αρχικού στελέχους, αποδίδοντάς της ιδιότητες που σχετίζονται με την πήξη.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η συγκεκριμένη πρωτεΐνη επιδρά στο ανθρώπινο σώμα σε επίπεδο παθοφυσιολογίας, ενώ μέρος των παρατηρήσεών του συνδέεται με στατιστικά δεδομένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες. Ο Κόουλ ανέφερε περιστατικά που του μεταφέρθηκαν από επαγγελματίες υγείας, περιγράφοντας αυξημένη συχνότητα εμφάνισης επιθετικών μορφών καρκίνου σε νεαρές γυναίκες, καθώς και δυσκολίες πρόσβασης σε ογκολογικές υπηρεσίες λόγω αυξημένης ζήτησης.

Όπως ανέφερε, λαμβάνει καθημερινά αναφορές από γιατρούς διεθνώς που εκφράζουν έντονη ανησυχία για την αύξηση συγκεκριμένων παθήσεων, ενώ παρέπεμψε και σε δημοσκόπηση της οργάνωσης Children’s Health Defense, σύμφωνα με την οποία το 15% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εμφάνισε νέα ιατρική κατάσταση μετά τον εμβολιασμό. Ο ίδιος εκτίμησε ότι το ποσοστό αυτό ενδέχεται να επηρεάζεται από τη χορήγηση δόσεων mRNA που είχαν υποβαθμιστεί λόγω συνθηκών αποθήκευσης.

Σε ό,τι αφορά τους θρόμβους αίματος, ανέφερε ότι η πρωτεΐνη ακίδας του αρχικού ιού μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία θρομβογόνων μηχανισμών, εξηγώντας ότι συνδέεται με υποδοχείς που βρίσκονται σε διάφορα σημεία του οργανισμού, όπως τα αιμοπετάλια και τα ενδοθηλιακά κύτταρα. Η διαδικασία αυτή, όπως περιέγραψε, ενεργοποιεί αλληλουχίες αντιδράσεων που οδηγούν στη δημιουργία θρόμβων.

Ο ίδιος δήλωσε ότι έχει παρατηρήσει τέτοιους θρόμβους τόσο σε περιπτώσεις θανάτων όσο και σε ζώντες ασθενείς, περιγράφοντας τα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην επίδραση των εμβολίων στην ιντερφερόνη, ουσία που συνδέεται με την άμυνα του οργανισμού απέναντι σε λοιμώξεις και καρκινικές διεργασίες.

Σύμφωνα με τον Κόουλ, οι επιπτώσεις αυτές σχετίζονται με μεταβολές στο ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο εμφανίζει μειωμένη ικανότητα αντίδρασης σε εξωτερικές απειλές. Όπως ανέφερε, τα κύτταρα που συμμετέχουν στην άμεση ανοσολογική απόκριση παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις στη λειτουργία τους, με αποτέλεσμα την αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις.

Τόνισε ότι η διάρκεια αυτής της κατάστασης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, εκτιμώντας ότι συνδέεται με τη συνολική δόση της πρωτεΐνης ακίδας που έχει δεχθεί ο οργανισμός. Υποστήριξε ότι η τοξικότητα της συγκεκριμένης πρωτεΐνης είναι δοσοεξαρτώμενη και επηρεάζει πολλαπλά συστήματα του σώματος.

Παρέπεμψε επίσης σε επιστημονικές μελέτες, όπως εκείνη του Ολλανδού ερευνητή Φ. Κωνσταντίν Φέζε, η οποία αναφέρει ότι το mRNA του εμβολίου επηρεάζει τον επαναπρογραμματισμό των έμφυτων ανοσολογικών αποκρίσεων. Αντίστοιχα, έκανε αναφορά σε μελέτη της Καταρίνα Ρέλτγκεν από το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, σύμφωνα με την οποία η πρωτεΐνη ακίδας μπορεί να παραμένει στον οργανισμό για διάστημα τουλάχιστον 60 ημερών.

Σε σύγκριση με άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί, ο Κόουλ ανέφερε ότι η ανοσολογική απόκριση διαφέρει, επισημαίνοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η παρουσία της πρωτεΐνης ακίδας παρατείνεται και συνδέεται με επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα ακόμη και σε χαμηλά επίπεδα.

Αναφερόμενος στις καρδιακές επιπτώσεις, υποστήριξε ότι η πρωτεΐνη ακίδας μπορεί να εντοπιστεί σε καρδιακούς ιστούς, προκαλώντας έντονες φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Περιέγραψε περιστατικά που εξέτασε, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων αθλητών που κατέληξαν, όπου καταγράφηκε διόγκωση της καρδιάς σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τον εμβολιασμό.

Επεσήμανε ότι η φλεγμονώδης αντίδραση αποτελεί βασικό μηχανισμό βλάβης, καθώς η παρουσία της πρωτεΐνης ενεργοποιεί ανοσολογικά κύτταρα που απελευθερώνουν κυτοκίνες και άλλες ουσίες, οδηγώντας σε αλλοιώσεις των ιστών. Σχετικά με τη μυοκαρδίτιδα, υποστήριξε ότι πρόκειται για κατάσταση με μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Παράλληλα, παρουσίασε στοιχεία που αφορούν αυξημένα ποσοστά θανάτων σε ηλικιακές ομάδες εργασιακής ηλικίας, βασιζόμενος σε δεδομένα ασφαλιστικών εταιρειών που ανέλυσε ο Έντουαρντ Ντάουντ, πρώην διαχειριστής χαρτοφυλακίου της BlackRock. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά, καταγράφονται αυξήσεις της τάξης του 30% έως 50% σε ορισμένες χώρες.

Ο Κόουλ απηύθυνε έκκληση προς ιατροδικαστές να προχωρούν σε ειδικές εξετάσεις για την ανίχνευση της πρωτεΐνης ακίδας σε περιπτώσεις αιφνίδιων θανάτων νεαρών ατόμων, προκειμένου να διερευνηθούν πιθανοί συσχετισμοί.

Σε σχέση με το καθεστώς έγκρισης, ανέφερε ότι τα εμβόλια εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης, γεγονός που επηρεάζει το πλαίσιο ευθύνης εταιρειών και οργανισμών. Αναφέρθηκε επίσης στη χρήση ενισχυτικών δόσεων και δισθενών εμβολίων, επισημαίνοντας ότι περιλαμβάνουν την αρχική μορφή της πρωτεΐνης ακίδας.

Υποστήριξε ότι η επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσεων συνδέεται με επιπλέον επιβάρυνση του ανοσοποιητικού συστήματος και δήλωσε ότι δεν συνιστά τη χρήση τους, προτείνοντας αντ’ αυτού έγκαιρη θεραπευτική αντιμετώπιση των λοιμώξεων.

Αναφερόμενος στην προσωπική του εμπειρία, σημείωσε ότι η επαγγελματική του δραστηριότητα επηρεάστηκε, ενώ έκανε λόγο για πιέσεις από ασφαλιστικές εταιρείες και το ευρύτερο ιατρικό περιβάλλον. Τόνισε ότι έχει καλέσει δημόσια σε επιστημονικό διάλογο με παρουσίαση δεδομένων.

Υπογράμμισε ότι η επιστημονική διαδικασία βασίζεται στη διατύπωση ερωτημάτων και την επαλήθευση υποθέσεων, επισημαίνοντας ότι η παρουσίαση δεδομένων αποτελεί βασική υποχρέωση των επιστημόνων. Δήλωσε ότι η στάση του συνδέεται με την τήρηση της ιατρικής δεοντολογίας.

Επεσήμανε ότι η επιστημονική έρευνα οφείλει να διεξάγεται χωρίς επιρροές, αναφερόμενος σε ζητήματα χρηματοδότησης και στον ρόλο οργανισμών όπως το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ. Ανέφερε ότι ο φόβος πιθανών επιπτώσεων επηρεάζει τη στάση πανεπιστημίων και ερευνητών.

Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχει ανάγκη για ευρύτερη διερεύνηση των επιπτώσεων των εμβολίων, ενώ τόνισε ότι οι γιατροί οφείλουν να εξετάζουν τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες συνέπειες των επιλογών τους.

Αναφέρθηκε επίσης σε μικρή ομάδα επιστημόνων που συνεχίζει να θέτει ερωτήματα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των θεραπειών για τον COVID-19, επισημαίνοντας ότι πολλοί επαγγελματίες υγείας αποφεύγουν δημόσιες τοποθετήσεις λόγω πιθανών συνεπειών.

Τόνισε ότι ζητήματα χρηματοδότησης και επαγγελματικής ασφάλειας επηρεάζουν τη δημόσια συζήτηση, ενώ έκανε λόγο για πιέσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε αποκλεισμό από την επιστημονική κοινότητα.

Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι τα δεδομένα που προκύπτουν από ιστολογικές εξετάσεις και κλινικές παρατηρήσεις αποτελούν κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση των επιπτώσεων, επισημαίνοντας ότι η ανάλυση κυττάρων, ιστών και οργάνων παρέχει απτά ευρήματα για την επιστημονική αξιολόγηση.