4 Αυγούστου 2026

Κατώτατος μισθός έως 1.200 ευρώ το 2030 – Τα τρία σενάρια της κυβέρνησης

Ένα πολυετές κυβερνητικό σχέδιο για την αύξηση των εισοδημάτων έως το 2030 επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο, υπό την προϋπόθεση ότι η Νέα Δημοκρατία θα εξασφαλίσει νέα κυβερνητική θητεία. Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκεται ο κατώτατος μισθός, με το Μέγαρο Μαξίμου να εξετάζει σταδιακές αυξήσεις οι οποίες θα συνδέονται με την πορεία της οικονομίας, την παραγωγικότητα και τα δημοσιονομικά περιθώρια.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει από τώρα την οικονομική ατζέντα της επόμενης τετραετίας, προβάλλοντας ως κεντρικό στόχο την ενίσχυση των αποδοχών και τη σύγκλιση των ελληνικών εισοδημάτων με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι τελικές παρεμβάσεις, ωστόσο, παραμένουν πλήρως εξαρτημένες από τις οικονομικές επιδόσεις και από υποθέσεις που δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί.

Η πρώτη επίσημη εικόνα για τις κυβερνητικές προθέσεις αναμένεται να παρουσιαστεί τον Σεπτέμβριο από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Το πακέτο της ΔΕΘ θα λειτουργήσει ως αφετηρία μιας ευρύτερης προεκλογικής στρατηγικής, με επίκεντρο τους μισθούς, το διαθέσιμο εισόδημα και τη βελτίωση της καθημερινότητας των νοικοκυριών.

Ο σχεδιασμός έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια εξακολουθεί να απορροφά σημαντικό μέρος των αυξήσεων που έχουν δοθεί τα προηγούμενα χρόνια. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι οι ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς δεν αρκούν όταν το κόστος στέγασης, ενέργειας, τροφίμων και βασικών υπηρεσιών παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Βασική επιδίωξη είναι έως το τέλος της δεκαετίας να έχει περιοριστεί η απόσταση που χωρίζει τις ελληνικές αποδοχές από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, το οικονομικό επιτελείο θέτει ως προϋπόθεση την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, ώστε οι αυξήσεις των μισθών να θεωρηθούν διατηρήσιμες και να μην προκαλέσουν δημοσιονομικές ή επιχειρηματικές πιέσεις.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι μόνιμες αυξήσεις εισοδημάτων δεν μπορούν να εξαρτώνται αποκλειστικά από υπουργικές αποφάσεις, επιδόματα και προεκλογικές παροχές. Χρειάζονται περισσότερες επενδύσεις, ισχυρότερες επιχειρήσεις, νέες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη παραγωγή ανά εργαζόμενο.

Στην πράξη, η κυβέρνηση μεταφέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης για την πορεία των μισθών στην ανάπτυξη και στην παραγωγικότητα. Η πολιτική υπόσχεση για υψηλότερες αποδοχές συνοδεύεται έτσι από σειρά προϋποθέσεων, οι οποίες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο οι τελικές αυξήσεις να περιοριστούν εάν η οικονομία κινηθεί με χαμηλότερους ρυθμούς.

Τα τρία σενάρια για τον κατώτατο μισθό έως το 2030

Ο κατώτατος μισθός διαμορφώθηκε από την 1η Απριλίου 2026 στα 920 ευρώ μεικτά. Με βάση αυτό το ποσό, το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται τρία διαφορετικά σενάρια για την πορεία του έως το 2030.

Η επιλογή του τελικού δρόμου θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τις αντοχές των επιχειρήσεων. Καμία από τις εκδοχές δεν αποτελεί σήμερα δεσμευτική απόφαση, καθώς πρόκειται για κυβερνητικές προβολές που μπορεί να αναθεωρηθούν ανάλογα με τις συνθήκες.

Το συντηρητικό σενάριο προβλέπει ετήσιες αυξήσεις από 40 έως 50 ευρώ. Εφόσον εφαρμοστεί, ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να φτάσει περίπου στα 1.080 ευρώ μεικτά έως το τέλος της δεκαετίας.

Για να επιβεβαιωθεί αυτή η πορεία, η ελληνική οικονομία θα πρέπει να διατηρήσει μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 2%, χωρίς σοβαρές διεθνείς κρίσεις, ενεργειακές αναταράξεις ή νέα έξαρση του πληθωρισμού.

Πρόκειται για την πιο περιορισμένη εκδοχή, η οποία θα προσφέρει σωρευτική αύξηση, χωρίς να εξασφαλίζει από μόνη της ουσιαστική σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά εισοδήματα. Η πραγματική αξία των 1.080 ευρώ θα εξαρτηθεί κυρίως από το επίπεδο των τιμών το 2030.

Το βασικό σενάριο, το οποίο θεωρείται επικρατέστερο με τα σημερινά δεδομένα, προβλέπει αυξήσεις της τάξης των 50 έως 60 ευρώ ετησίως. Με αυτή τη διαδρομή, ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 1.120 ευρώ μεικτά το 2030.

Η υλοποίησή του προϋποθέτει διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης, σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και πραγματική βελτίωση της παραγωγικότητας. Η επίτευξη αυτών των στόχων θα κρίνει αν οι εξαγγελίες θα μετατραπούν σε μόνιμες αυξήσεις ή θα παραμείνουν μέρος ενός μακροπρόθεσμου πολιτικού αφηγήματος.

Το αισιόδοξο σενάριο στηρίζεται σε σταθερή ανάπτυξη άνω του 3% και προβλέπει ετήσιες αυξήσεις από 60 έως 70 ευρώ. Σε αυτή την περίπτωση, ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να πλησιάσει ή να ξεπεράσει τα 1.200 ευρώ μεικτά μέχρι το 2030.

Η πιο φιλόδοξη εκδοχή απαιτεί σημαντική αύξηση των επενδύσεων, ενίσχυση των εξαγωγών, υψηλότερη απασχόληση και βελτίωση της παραγωγικής δυναμικότητας. Αποτελεί το πιο ελκυστικό πολιτικά σενάριο και ταυτόχρονα το δυσκολότερο να επιτευχθεί.

Η κυβέρνηση συνδέει τις αυξήσεις με τη δημιουργία νέου πλούτου και με τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να καταβάλλουν υψηλότερους μισθούς. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η οικονομική ανάπτυξη θα μεταφέρεται πραγματικά στους εργαζομένους ή αν το μεγαλύτερο μέρος της θα εξακολουθεί να αποτυπώνεται στους εταιρικούς ισολογισμούς.

Αυτόματος μηχανισμός από το 2028 και το στοίχημα της παραγωγικότητας

Το 2027 θα είναι η τελευταία χρονιά κατά την οποία ο κατώτατος μισθός θα καθοριστεί με τη μεταβατική διαδικασία που ισχύει σήμερα. Από το 2028 προβλέπεται η εφαρμογή νέου αυτοματοποιημένου μηχανισμού, ο οποίος θα βασίζεται σε συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα.

Ο μαθηματικός τύπος θα λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη των τιμών για τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα, καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας. Στόχος είναι να περιοριστεί η άμεση πολιτική παρέμβαση και να δημιουργηθεί μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για εργαζομένους και επιχειρήσεις.

Ο νέος μηχανισμός δεν θα επιτρέπει ονομαστική μείωση του κατώτατου μισθού. Σε περίπτωση ύφεσης ή επιβράδυνσης, οι αποδοχές θα μπορούν να παραμένουν σταθερές. Η προστασία αυτή δεν εγγυάται, ωστόσο, ότι θα διατηρείται και η αγοραστική τους δύναμη, εφόσον οι τιμές συνεχίσουν να αυξάνονται.

Η παραγωγικότητα αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο πυλώνα του κυβερνητικού σχεδίου. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες σε σύγκριση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για μεγάλες και μόνιμες αυξήσεις αποδοχών.

Χωρίς επενδύσεις σε τεχνολογία, κατάρτιση, εκπαίδευση, καινοτομία και σύγχρονο εξοπλισμό, η παραγωγή ανά εργαζόμενο θα παραμείνει χαμηλή. Η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι η ενίσχυση της παραγωγικότητας θα στηριχθεί σε πραγματικές μεταρρυθμίσεις και όχι σε συνεχή συμπίεση του εργασιακού κόστους.

Ο τρίτος άξονας αφορά τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Το κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνει περαιτέρω ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, μείωση της γραφειοκρατίας και απλοποίηση των διαδικασιών για πολίτες και επιχειρήσεις.

Η λογική του οικονομικού επιτελείου είναι ότι ένα ταχύτερο Δημόσιο θα μειώσει το κόστος λειτουργίας της οικονομίας και θα απελευθερώσει χρόνο και κεφάλαια για επενδύσεις. Η αποτελεσματικότητα αυτού του σχεδιασμού θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή του και από το αν οι ψηφιακές αλλαγές θα συνοδευτούν από ουσιαστική βελτίωση των υπηρεσιών.

Το συνολικό σχέδιο παρουσιάζεται ως στρατηγική εισοδηματικής σύγκλισης μέχρι το 2030. Η πολιτική πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη: οι αυξήσεις εξαρτώνται από την επανεκλογή της κυβέρνησης, την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, την παραγωγικότητα και μια σειρά μεταρρυθμίσεων που βρίσκονται ακόμη σε επίπεδο σχεδιασμού.

Η ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου αναμένεται να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο πεδίο παρουσίασης των δεσμεύσεων. Το Μέγαρο Μαξίμου θα επιχειρήσει να πείσει ότι οι μισθοί μπορούν να αυξάνονται χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Οι εργαζόμενοι, όμως, θα κρίνουν το σχέδιο με βάση το καθαρό εισόδημα που θα απομένει μετά τους φόρους και την ακρίβεια, όχι με βάση τα μεικτά ποσά των κυβερνητικών σεναρίων.