Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παραμένει καθηλωμένη, παρά τις επαναλαμβανόμενες κυβερνητικές δεσμεύσεις για ανασυγκρότηση των Κέντρων Υγείας και των Τοπικών Μονάδων Υγείας. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό στους πολίτες και ορατό στα νοσοκομεία: τα μεγάλα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα, ειδικά στην Αθήνα, συνεχίζουν να σηκώνουν βάρος που θα μπορούσε να απορροφηθεί από τις δομές της γειτονιάς.

Το σχέδιο για ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Υγείας είχε παρουσιαστεί από την κυβέρνηση ως βασική μεταρρύθμιση σχεδόν από την αρχή της θητείας της. Επτά χρόνια μετά, η εικόνα παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη. Τα Κέντρα Υγείας δεν έχουν αποκτήσει το προσωπικό, τις υποδομές και τη λειτουργική επάρκεια που απαιτούνται ώστε να αντιμετωπίζουν ήπια περιστατικά, να παρέχουν εξετάσεις και να αποσυμφορούν τα νοσοκομεία.

Κέντρα Υγείας χωρίς επάρκεια και πολίτες μόνο για συνταγές

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική στο Λεκανοπέδιο της Αττικής. Τα Κέντρα Υγείας που θα μπορούσαν να λειτουργούν ως πρώτο ανάχωμα πριν από τα επείγοντα των νοσοκομείων εξακολουθούν να παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και δυνατότητες εξυπηρέτησης. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι πολίτες τα επισκέπτονται κυρίως για τη συνταγογράφηση φαρμάκων, καθώς αδυνατούν να καλύψουν άλλες βασικές ανάγκες υγείας.

Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Υγείας αποτυπώνουν καθαρά αυτή τη στρέβλωση. Πρώτο Κέντρο Υγείας στο Λεκανοπέδιο για συνταγογράφηση εμφανίζεται εκείνο της Πλατείας Αττικής, με 54.197 επισκέψεις το 2025. Ακολουθεί το Κέντρο Υγείας Νέας Μάκρης, με 33.291 επισκέψεις για συνταγές, και το Κέντρο Υγείας Καλλιθέας, με 33.173.

Στην ίδια κατάταξη βρίσκεται το Κέντρο Υγείας Αμαρουσίου, με 31.100 επισκέψεις, ενώ την πρώτη πεντάδα συμπληρώνει το Κέντρο Υγείας Δάφνης, όπου 25.810 πολίτες προσήλθαν μόνο για συνταγογράφηση. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των δομών λειτουργεί περισσότερο ως γραφείο συνταγών παρά ως ολοκληρωμένη μονάδα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Την ίδια ώρα, η εξαγγελία για 24ωρη εφημερία πολλών Κέντρων Υγείας στην Αττική έχει μείνει σε περιορισμένη εφαρμογή. Όσα λειτουργούν πραγματικά σε 24ωρη βάση παραμένουν ελάχιστα, με αποτέλεσμα οι πολίτες να συνεχίζουν να στρέφονται στα νοσοκομεία ακόμη και για περιστατικά που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εκτός εφημερίας.

Στα χαρτιά έμεινε και ο σχεδιασμός για μετατροπή οκτώ Κέντρων Υγείας της Αττικής σε πανεπιστημιακές μονάδες, που θα παρείχαν αναβαθμισμένες υπηρεσίες και θα συνέδεαν την Πρωτοβάθμια Φροντίδα με την εκπαίδευση και την κλινική πρακτική. Η κυβερνητική εξαγγελία δεν έχει μετατραπεί σε χειροπιαστή αλλαγή για τους πολίτες.

Το πρόβλημα είναι θεσμικό και επιχειρησιακό. Σύμφωνα με έρευνες που είναι σε γνώση της ηγεσίας του υπουργείου Υγείας, έως και 60% των περιστατικών που καταλήγουν σήμερα στα νοσοκομεία θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί σε δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, εφόσον αυτές λειτουργούσαν με επαρκές προσωπικό, κατάλληλο εξοπλισμό και οργανωμένο ωράριο.

Εγκαταλελειμμένες ΤΟΜΥ και χαμένη ευκαιρία πρόληψης

Ανάλογη είναι η εικόνα και στις Τοπικές Μονάδες Υγείας. Οι ΤΟΜΥ δημιουργήθηκαν για να φέρουν την πρόληψη, την παρακολούθηση και τις βασικές υπηρεσίες υγείας μέσα στις γειτονιές. Στην πράξη, όμως, εγκαταλείφθηκαν χωρίς ουσιαστική ενίσχυση και σήμερα λειτουργούν κυρίως ως σημεία συνταγογράφησης.

Οι εργαζόμενοι που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην παρακολούθηση της υγείας του πληθυσμού, στην πρόληψη και στη διαχείριση χρόνιων νοσημάτων περιορίζονται σε ενημερωτικές δράσεις, εμβολιασμούς και έκδοση συνταγών. Έτσι, ένας θεσμός που θα μπορούσε να στηρίξει την καθημερινή υγειονομική κάλυψη των πολιτών έχει μετατραπεί σε υπολειτουργική δομή χαμηλής παρέμβασης.

Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Υγείας δείχνουν ότι και στις ΤΟΜΥ χιλιάδες πολίτες προσέρχονται αποκλειστικά για συνταγογράφηση. Το 2025, πρώτη σε τέτοιες επισκέψεις εμφανίστηκε η 1η ΤΟΜΥ Νέας Ιωνίας, με 10.645 ασθενείς που έλαβαν συνταγές. Ακολούθησε η 2η ΤΟΜΥ Νέας Ιωνίας, με 8.481 επισκέψεις για τον ίδιο λόγο.

Η κυβερνητική στάση απέναντι στις ΤΟΜΥ υπήρξε από την αρχή αμφίθυμη. Από το 2019 διακινούνταν σενάρια ακόμη και για κλείσιμο των μονάδων, κάτι που τελικά δεν προχώρησε, καθώς οι δομές χρηματοδοτούνται από κοινοτικούς πόρους και η κατάργησή τους θα δημιουργούσε ευρωπαϊκό ζήτημα.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στον σχεδιασμό. Πολλές ΤΟΜΥ δεν διέθεταν καν δικό τους κτίριο, με αποτέλεσμα εργαζόμενοι και υπηρεσίες να στεγάζονται μέσα σε Κέντρα Υγείας. Η έλλειψη αυτόνομης υποδομής επιβεβαιώνει ότι η Πρωτοβάθμια Φροντίδα αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως διοικητική υποχρέωση παρά ως ουσιαστικός πυλώνας του ΕΣΥ.

Η σημερινή εικόνα αποκαλύπτει το κόστος της αδράνειας. Τα νοσοκομεία ασφυκτιούν, οι πολίτες περιμένουν, οι γιατροί και το προσωπικό πιέζονται, ενώ οι δομές που θα μπορούσαν να λειτουργούν ως πρώτη γραμμή άμυνας παραμένουν υποστελεχωμένες και περιορισμένες. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας δεν χρειάζεται νέες εξαγγελίες. Χρειάζεται προσωπικό, πόρους, ωράρια λειτουργίας, διαγνωστικές δυνατότητες και πολιτική απόφαση εφαρμογής.