Τα στοιχεία είναι αμείλικτα και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για «δημιουργικές» αναγνώσεις. Την ώρα που τα νοικοκυριά περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, αναζητούν προσφορές και μετρούν κέρματα στο ταμείο, οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ καταγράφουν εντυπωσιακές –σχεδόν προκλητικές– οικονομικές επιδόσεις. Από το 2019 έως το 2025, στη διάρκεια δηλαδή της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, ο συνολικός τους τζίρος αυξήθηκε κατά 78%, αγγίζοντας τα 16,24 δισ. ευρώ, με νέα άνοδο σε σχέση με το 2024. Αυτό το φαινόμενο δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως «ανάπτυξη». Πρόκειται για μια μεταφορά πλούτου σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Τα δεδομένα προέρχονται από τη NielsenIQ, διεθνή εταιρεία ανάλυσης καταναλωτικών δεδομένων και αγοραστικής συμπεριφοράς, η οποία βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία πωλήσεων της αγοράς. Δεν πρόκειται για υποθέσεις ή πολιτικές εκτιμήσεις, αλλά για καταγεγραμμένα μεγέθη που αποτυπώνουν με ψυχρή ακρίβεια τι συμβαίνει στο ράφι. Και αυτά τα μεγέθη φωτίζουν μια ωμή πραγματικότητα: σε συνθήκες γενικευμένης οικονομικής πίεσης, κάποιοι συσσωρεύουν υπερκέρδη, ενώ η κοινωνία στραγγαλίζεται οικονομικά.
Η ακρίβεια δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Παρά τις επαναλαμβανόμενες κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι πρόκειται για «εισαγόμενο» ή «αναπόφευκτο» αποτέλεσμα διεθνών κρίσεων, τα ίδια τα στοιχεία καταρρίπτουν αυτό το αφήγημα. Αν η ακρίβεια ήταν απλώς αντανάκλαση αυξημένου κόστους, δεν θα συνοδευόταν από εκρηκτική αύξηση τζίρων και κερδών. Αυτό που καταγράφεται είναι μια συστηματική και ανεξέλεγκτη αισχροκέρδεια, η οποία εξελίσσεται με την ανοχή –αν όχι με τη σιωπηρή στήριξη– της πολιτείας.
Τα περιβόητα «καλάθια», οι επικοινωνιακές εξαγγελίες και οι αποσπασματικοί έλεγχοι αποδείχθηκαν ανεπαρκή και προσχηματικά. Την ώρα που οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι, οι συντάξεις εξανεμίζονται και η αγοραστική δύναμη καταρρέει, οι μεγάλες αλυσίδες θησαυρίζουν κυρίως από βασικά είδη διατροφής, φρέσκα προϊόντα και αγαθά πρώτης ανάγκης – δηλαδή από όσα δεν μπορούν να λείψουν από κανένα νοικοκυριό.
Σε μια αγορά που συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων ισχυρών παικτών, η απουσία ουσιαστικής κρατικής παρέμβασης δεν συνιστά «ελεύθερη οικονομία», αλλά κλασικό ολιγοπώλιο. Και όταν το ολιγοπώλιο λειτουργεί χωρίς πραγματικούς περιορισμούς, η πολιτική εξουσία που το επιτρέπει καθίσταται αναπόφευκτα συνυπεύθυνη. Η κυβέρνηση δεν προχώρησε σε ουσιαστικό πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, δεν ενίσχυσε αποτελεσματικά τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, δεν φορολόγησε τα υπερκέρδη και δεν προστάτευσε ούτε τους μικρούς παραγωγούς ούτε τα λαϊκά νοικοκυριά. Αντίθετα, οι επιλογές της ευνόησαν τη συγκέντρωση ισχύος και πλούτου στους ήδη ισχυρούς.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε διαπιστώσεις. Απαιτούνται σαφείς και εφαρμόσιμες πολιτικές παρεμβάσεις: αυστηρό και μόνιμο πλαφόν στα περιθώρια κέρδους βασικών ειδών διατροφής και πρώτης ανάγκης, φορολόγηση των υπερκερδών με επιστροφή των εσόδων στην κοινωνία μέσω μείωσης του ΦΠΑ και ενίσχυσης των χαμηλών εισοδημάτων, πραγματική ανεξαρτησία και ενδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών με βαριές κυρώσεις και διαφάνεια, στήριξη των μικρών παραγωγών και των τοπικών δικτύων διάθεσης ώστε να περιοριστεί η κυριαρχία των ολιγοπωλίων, καθώς και μόνιμη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Παράλληλα, η υποχρεωτική δημοσιοποίηση του κόστους, του περιθωρίου κέρδους και της τελικής τιμής σε βασικά προϊόντα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως στοιχειώδες μέτρο κοινωνικού ελέγχου.
Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με ευχολόγια ούτε με επικοινωνιακές παρεμβάσεις. Αντιμετωπίζεται μόνο με πολιτική βούληση, θεσμικό έλεγχο και κοινωνική πίεση. Και αυτή η πίεση συσσωρεύεται, γιατί η κοινωνία έχει φτάσει στα όριά της και δεν αντέχει άλλο.
Πιο Δημοφιλή