Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΕΝΟΒΕΦΑ

21 Αυγούστου 2025

Κραυγή κινδύνου για την ασφάλεια πτήσεων στο «Ελ. Βενιζέλος»

Το περιστατικό της περασμένης Τρίτης στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» ήρθε να υπενθυμίσει με οδυνηρό τρόπο τις διαχρονικές αδυναμίες και τις αγκυλώσεις που ταλανίζουν την ασφάλεια της αεροναυτιλίας στη χώρα. Ένα τεχνικό πρόβλημα στο ραντάρ προσέγγισης, το οποίο προκλήθηκε ύστερα από διακοπές ρεύματος και βλάβες στις οπτικές ίνες στην περιοχή των Σπάτων, οδήγησε σε καθυστερήσεις τουλάχιστον δώδεκα πτήσεων και επηρέασε χιλιάδες επιβάτες, ανάμεσά τους και πάνω από 2.000 πελάτες της Ryanair, η οποία έσπευσε να ζητήσει άμεση αναμόρφωση του πύργου ελέγχου του αεροδρομίου. Το συμβάν ανέδειξε την παλαιότητα και την ευαισθησία των συστημάτων, που αποτελούν κρίσιμα εργαλεία για την ασφαλή διαχείριση των πτήσεων.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Ηλεκτρονικών Μηχανικών Ασφαλείας Εναέριας Κυκλοφορίας, Κωνσταντίνος Κανδεράκης, εξήγησε πως το πρόβλημα εντοπίστηκε στο σύστημα που μεταφέρει φωνή και δεδομένα ραντάρ από τον Λόφο Μερέντα στα Σπάτα. Όπως διευκρίνισε, στην περιοχή λειτουργούν δύο ραντάρ, στο Μερέντα και στην Καμάρα, ενώ το τρίτο στο Ελληνικό έχει τεθεί εκτός λειτουργίας εδώ και δυόμισι χρόνια χωρίς να έχει αντικατασταθεί. Τα δύο εναπομείναντα ραντάρ καλύπτουν σε ακτίνα 60 μιλίων το «Ελευθέριος Βενιζέλος», παρέχοντας καθοδήγηση στα αεροσκάφη που μπαίνουν στη διαδικασία προσέγγισης πριν παραδοθούν στον έλεγχο του πύργου. Στις 20 Αυγούστου, το ένα εκ των δύο ραντάρ τέθηκε εκτός λειτουργίας, με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθούν εκτάκτως οι μηχανικοί, οι οποίοι κατάφεραν να αποκαταστήσουν τη βλάβη στο ραντάρ το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, ενώ το πρόβλημα στις συχνότητες διήρκεσε έως τις 21 Αυγούστου. Το γεγονός μείωσε αισθητά τα επίπεδα ασφαλείας, καθώς οι εφεδρικοί πομποδέκτες δεν επαρκούσαν για την πλήρη κάλυψη.

Το ζήτημα της γήρανσης των συστημάτων παραμένει ανοιχτό εδώ και χρόνια. Σύμφωνα με πληροφορίες, είχε εξεταστεί η αγορά νέων συστημάτων από το ίδιο το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία, με το κόστος να μετακυλιστεί στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας μέσω της υφιστάμενης σύμβασης. Ωστόσο, η πρόταση δεν προχώρησε, καθώς θεωρήθηκε ότι θα επισπευδόταν η συμφωνία για συνολική ανανέωση μέσω της Κομισιόν, με αποτέλεσμα να παραμείνει σε χρήση ένα σύστημα πεπαλαιωμένο που παρουσιάζει συχνές βλάβες. Έτσι, την κρίσιμη στιγμή, οι υπεύθυνοι βρέθηκαν να αναρωτιούνται γιατί δεν είχε εγκατασταθεί το νέο σύστημα, την ώρα που οι μηχανικοί έδιναν μάχη για να επαναφέρουν την ασφάλεια των πτήσεων.

Την ίδια ώρα, προκύπτουν σοβαρά ζητήματα και με την εκπαίδευση των ηλεκτρονικών μηχανικών στα 19 νέα συστήματα που πρόκειται να εγκατασταθούν σε ισάριθμα περιφερειακά αεροδρόμια. Δέκα εργαζόμενοι, πέντε εκ των οποίων υπηρετούν σε αεροδρόμια της περιφέρειας, καλούνται να μετακινηθούν και να παραμείνουν στην Αθήνα για περίπου πενήντα ημέρες. Η Ένωση καταγγέλλει ότι τους ζητείται να καλύψουν με δικά τους έξοδα τη διαμονή, τη διατροφή και τη μετακίνησή τους – ποσό που αγγίζει τα 7.500 ευρώ – με αόριστες υποσχέσεις ότι θα τους επιστραφεί μελλοντικά. Το αποτέλεσμα, όπως καταγγέλλει ο κ. Κανδεράκης, είναι να δημιουργείται διακριτική μεταχείριση εις βάρος όσων δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα, με κίνδυνο να στερηθούν την απαραίτητη εκπαίδευση σε συστήματα κρίσιμα για την ασφάλεια της εναέριας κυκλοφορίας.

Σε ανακοίνωση της Ένωσης τονίζεται ότι η βλάβη της 19ης Αυγούστου επηρέασε καίρια την εναέρια κυκλοφορία, οδηγώντας σε καθυστερήσεις πτήσεων από και προς το μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας, και πως χάρη στις επίμονες προσπάθειες των μηχανικών το ραντάρ τέθηκε ξανά σε λειτουργία. Ωστόσο, οι εργασίες αποκατάστασης των επικοινωνιών συνεχίζονται, ενώ την ίδια στιγμή η διοίκηση, αντί να στηρίζει τους τεχνικούς, τους μετακυλίει το βάρος της εκπαίδευσης. «Η ασφάλεια των πτήσεων και η αξιοπιστία της αεροναυτιλίας δεν μπορεί να βασίζονται μόνο στο φιλότιμο και στις θυσίες του προσωπικού», υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά.

Το επεισόδιο, πέρα από τις πρακτικές του συνέπειες, ανοίγει ξανά το ζήτημα της θεσμικής αδράνειας και της υποτίμησης των κρίσιμων υποδομών ασφάλειας πτήσεων. Την ώρα που η χώρα επενδύει στη διεθνή της εικόνα ως τουριστικός προορισμός, η αεροναυτιλία παραμένει εκτεθειμένη σε βλάβες και ελλείψεις που θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί και αποτραπεί. Για άλλη μια φορά, αποδεικνύεται ότι η ασφάλεια των επιβατών και η αξιοπιστία του ελληνικού αεροπορικού συστήματος στηρίζονται κυρίως στο φιλότιμο και την υπεράνθρωπη προσπάθεια του εξειδικευμένου προσωπικού, αντί σε μια σύγχρονη και συνεκτική στρατηγική για την αναβάθμιση των υποδομών.

Η  ανακοίνωση Τύπου

«Η Ένωση Ηλεκτρονικών Μηχανικών Ασφάλειας Εναέριας Κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΕΝΗΜΑΕΚ/ΥΠΑ) ενημερώνει το επιβατικό κοινό ότι την Tρίτη 19/8/2025, και ώρα 23:00 τοπική, παρουσιάστηκε σοβαρή βλάβη στις εγκαταστάσεις της ΥΠΑ στον λόφο Μερέντα στο Μαρκόπουλο Αττικής, με αποτέλεσμα να τεθεί εκτός λειτουργίας το Τερματικό Radar Μερέντας καθώς και οι εφεδρικές συχνότητες της Προσέγγισης Αθηνών.

Τόσο το Τερματικό Radar Μερέντας όσο και οι συγκεκριμένες συχνότητες, αποτελούν κρίσιμα συστήματα αεροναυτιλίας για τη διαχείριση των διαδικασιών προσέγγισης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Η απώλειά τους οδήγησε στην επιβολή περιορισμών στην εναέρια κυκλοφορία, με συνέπεια να προκληθούν σημαντικές καθυστερήσεις σε πτήσεις από και προς το «Ελ. Βενιζέλος».

Χάρη στις συντονισμένες και επίμονες προσπάθειες των Μηχανικών μας ΗΜΑΕΚ (ATSEP), το Τερματικό Radar δόθηκε σε επιχειρησιακή λειτουργία, χθες το μεσημέρι, με την έκδοση σχετικής αγγελίας ΝΟΤΑΜ. Οι εργασίες αποκατάστασης συνεχίζονται, ώστε να τεθούν σε πλήρη λειτουργία και τα συστήματα επικοινωνιών που επηρεάστηκαν.

Την ίδια ώρα, αντί η Διοίκηση να στηρίζει έμπρακτα το έργο των ΗΜΑΕΚ, συνεχίζει να ζητά από τους ίδιους τους εργαζόμενους να προκαταβάλουν οι ίδιοι το κόστος των εκπαιδεύσεών τους –περίπου 7.500 ευρώ ανά υπάλληλο, σε πρόσφατη περίπτωση– με άγνωστο τον χρόνο εκκαθάρισης των δαπανών (έξι μήνες, ένας χρόνος ή και περισσότερο).

Η ασφάλεια των πτήσεων και η αξιοπιστία της αεροναυτιλίας δεν μπορεί να βασίζονται μόνο στο φιλότιμο και στις θυσίες του προσωπικού. Απαιτείται έμπρακτη στήριξη και ισότιμη μεταχείριση».

Ετικέτες: