Κρίση στην εναέρια κυκλοφορία: Πώς η πολυετής αδράνεια οδήγησε το FIR Αθηνών στα όριά του

Η κατάρρευση των επικοινωνιών στο FIR Αθηνών δεν ήταν ένα «απρόβλεπτο τεχνικό συμβάν», ούτε μια κακή στιγμή. Ήταν το απολύτως αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου διοικητικής αδράνειας, καθυστερήσεων και λανθασμένων στρατηγικών επιλογών, που επί περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια υπονόμευσαν τη λειτουργική ανθεκτικότητα του συστήματος εναέριας κυκλοφορίας της χώρας. Το σημερινό επεισόδιο ανέδειξε με τον πιο ωμό τρόπο τις διαχρονικές ευθύνες του Υπουργείου Μεταφορών και των αρμόδιων φορέων, κυρίως της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας, οι οποίες απέτυχαν να ανταποκριθούν έγκαιρα στις δεσμεύσεις που απορρέουν από το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο.

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η χρόνια υποβάθμιση της θεσμικής και τεχνικής επάρκειας της διοίκησης. Πρόσωπα χωρίς ουσιαστική γνώση της αεροναυτιλίας τοποθετήθηκαν σε καίριες θέσεις, χρειάστηκαν μήνες για να κατανοήσουν στοιχειώδεις λειτουργίες του συστήματος και, ακόμη περισσότερο, για να αντιληφθούν τη σοβαρότητα των συνεπειών που συνεπάγονταν οι διαρκείς αναβολές. Σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια εξαρτάται από τον απόλυτο συγχρονισμό τεχνολογίας, διαδικασιών και ανθρώπινου παράγοντα, η άγνοια αυτή μετατράπηκε σε συστημικό κίνδυνο.

Το παράδοξο είναι ότι, παρά τις διοικητικές αστοχίες, η σημερινή κρίση δεν εξελίχθηκε σε ατύχημα. Αυτό οφείλεται αποκλειστικά στον επαγγελματισμό των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, οι οποίοι, με ψυχραιμία, εμπειρία και υψηλή τεχνική επάρκεια, διαχειρίστηκαν μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση και απέτρεψαν τα χειρότερα. Η ανθρώπινη ικανότητα κάλυψε, για ακόμη μία φορά, τα κενά της πολιτείας.

 

ΤΟΜΕΑΣ

Τι έγινε

Τι έπρεπε να γίνει 

ATM Σύστημα

Υπογραφή σύμβασης για TopSky ATC One (2024), έργο σε εξέλιξη

Ολοκλήρωση εγκατάστασης πριν την αιχμή 2025

Φωνητικά Συστήματα

Σύμβαση για VoIP VCS σε 18 πύργους (2024), όχι πλήρως λειτουργικό

Πλήρης λειτουργία και εφεδρεία πριν το καλοκαίρι 2025

Ραντάρ Mode-S

Έγκριση αγοράς 8 νέων ραντάρ, καθυστέρηση εγκατάστασης

Εγκατάσταση και δοκιμές πριν το 2025

Data Link (CPDLC)

Μερική εφαρμογή, φωνητικά κανάλια υπερφορτωμένα

Πλήρης εφαρμογή για αποσυμφόρηση VHF

PBN Διαδικασίες

Καθυστέρηση δημοσίευσης, παραπομπή στο ΔΕΕ (2025)

Έγκαιρη συμμόρφωση πριν το 2020

Στελέχωση ATCO/ATSEP

Προκηρύξεις προσλήψεων, αργή διαδικασία

Ενίσχυση προσωπικού πριν την αιχμή 2024

Contingency RF

Περιορισμένα σχέδια εφεδρείας

Πλήρης γεωγραφική εφεδρεία και stress tests

Η σύγκριση ανάμεσα στο «τι έγινε» και στο «τι έπρεπε να γίνει» αποτυπώνει το μέγεθος της αποτυχίας. Το νέο σύστημα διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας TopSky ATC One, αν και αποτελεί βασικό εργαλείο του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού, υπογράφηκε μόλις το 2024 και παραμένει σε φάση υλοποίησης, όταν θα έπρεπε να έχει τεθεί σε πλήρη λειτουργία πριν από την αιχμή του 2025. Τα φωνητικά συστήματα VoIP VCS, κρίσιμα για την ανθεκτικότητα των επικοινωνιών, συμβασιοποιήθηκαν επίσης το 2024 για δεκαοκτώ πύργους ελέγχου, χωρίς όμως να έχουν καταστεί πλήρως λειτουργικά και με επαρκή εφεδρεία. Τα ραντάρ Mode-S, απαραίτητα για τη σύγχρονη επιτήρηση, εγκρίθηκαν αλλά καθυστέρησαν να εγκατασταθούν και να δοκιμαστούν. Παράλληλα, η εφαρμογή του Data Link (CPDLC), που θα αποσυμφόριζε τις φωνητικές συχνότητες, παραμένει μερική, αφήνοντας τα VHF κανάλια υπερφορτωμένα.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση των διαδικασιών PBN (Performance-Based Navigation). Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προέβλεπε την ολοκλήρωσή τους ήδη από το 2020 για τα άκρα διαδρόμων και έως τον Ιανουάριο του 2024 για όλα τα αεροδρόμια με IFR προσέγγιση. Η Ελλάδα δεν συμμορφώθηκε εγκαίρως, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Δεκέμβριο του 2025, τόσο για το PBN όσο και για την καθυστέρηση στην εφαρμογή του Mode-S Enhanced Surveillance. Η θεσμική αυτή αποτυχία δεν είναι απλώς νομικό ζήτημα· μεταφράζεται σε αυξημένη επιχειρησιακή πίεση και μειωμένα περιθώρια ασφάλειας.

Το χρονοδιάγραμμα των καθυστερήσεων αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα λάθη, αλλά για δομικό πρόβλημα διακυβέρνησης. Το 2023 ο εκσυγχρονισμός των συστημάτων ATM, στο πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού και του προγράμματος SESAR, έμεινε πίσω, παρότι οι ευρωπαϊκοί στόχοι προέβλεπαν σύγχρονα εργαλεία, ανταλλαγή δεδομένων, ελεύθερη δρομολόγηση και προηγμένες δυνατότητες ελέγχου έως το τέλος του 2025. Το 2024 υπογράφηκαν συμβάσεις που θα έπρεπε να είχαν υλοποιηθεί χρόνια νωρίτερα. Το 2026, η κατάρρευση των επικοινωνιών στο FIR Αθηνών ήρθε απλώς να επιβεβαιώσει τις προειδοποιήσεις.

Η σημερινή κρίση αποκάλυψε συγκεκριμένες ευπάθειες: ανεπαρκή εφεδρεία σε ραδιοσυχνότητες και φωνητικά συστήματα, απουσία γεωγραφικής εφεδρικότητας, περιορισμένες δοκιμές ανθεκτικότητας και ανεπαρκή στελέχωση για ταχεία μετάβαση σε διαδικασίες ανάγκης. Όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν μετριαστεί με έγκαιρη εγκατάσταση VoIP VCS με πλήρη εφεδρεία, με τακτικά stress tests σε πραγματικές συνθήκες και με ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού.

Οι παρεμβάσεις που έπρεπε να έχουν υλοποιηθεί ήταν σαφείς και γνωστές. Στον άξονα της τεχνολογικής ανθεκτικότητας, απαιτούνταν αναβάθμιση των κρίσιμων συστημάτων επικοινωνίας, επιτάχυνση του TopSky, πλήρης εφαρμογή CPDLC και εκσυγχρονισμός των ραντάρ Mode-S και WAM. Στον άξονα της στελέχωσης, ήταν αναγκαίες προσλήψεις ελεγκτών και τεχνικών, συνεχής εκπαίδευση σε σενάρια αποτυχίας και ορθολογική διαχείριση βαρδιών για την αποφυγή κόπωσης. Στον θεσμικό άξονα, επιβαλλόταν έγκαιρη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δίκαιο, συστηματική αξιολόγηση κινδύνων και ουσιαστικός συντονισμός με τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ασφάλειας πτήσεων.

Το συμπέρασμα είναι αμείλικτο. Η κρίση στην εναέρια κυκλοφορία δεν προέκυψε από την «κακιά στιγμή» της τεχνολογίας, αλλά από την παλαιότητα των υποδομών σε συνδυασμό με τη χρόνια καθυστέρηση υλοποίησης του εκσυγχρονισμού. Τα περισσότερα έργα βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, όταν θα έπρεπε να λειτουργούν ήδη. Το σύστημα κρατήθηκε όρθιο χάρη στον ανθρώπινο παράγοντα, όχι χάρη στον σχεδιασμό. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα: χωρίς άμεσες, ουσιαστικές και θεσμικά σοβαρές παρεμβάσεις, η επόμενη κρίση μπορεί να μην είναι διαχειρίσιμη.