Λάι: Το μέλλον της Ταϊβάν δεν αποφασίζεται από ξένες δυνάμεις

Σύνοψη Άρθρου

  • Ο Λάι Τσινγκ-τε τόνισε ότι το μέλλον της Ταϊβάν δεν μπορεί να αποφασιστεί από ξένες δυνάμεις.
  • Η Ταϊβάν αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες για να αποφύγει έναν πόλεμο, σύμφωνα με τον πρόεδρο.
  • Το κοινοβούλιο της Ταϊβάν ενέκρινε 25 δισ. δολάρια για αγορά αμερικανικών όπλων.
  • Ο Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο νέου πακέτου όπλων και τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Λάι.

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, προχώρησε σε μια σειρά από δηλώσεις που αναδεικνύουν την ένταση που επικρατεί στην περιοχή, υπογραμμίζοντας ότι το μέλλον του νησιού δεν μπορεί να καθοριστεί από εξωτερικούς παράγοντες. Σε ομιλία του με αφορμή τη συμπλήρωση δύο ετών από την εκλογή του, ο Λάι τόνισε ότι η Ταϊβάν δεν πρέπει να γίνει όμηρος του φόβου ή των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση.

Οι τοποθετήσεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες στην περιοχή δοκιμάζονται, ιδιαίτερα μετά τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Ο Τραμπ, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής του στο Πεκίνο, άφησε να εννοηθεί ότι οι πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα διαπραγματευτικό χαρτί έναντι της Κίνας, η οποία διεκδικεί το νησί ως αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της. Η κινεζική ηγεσία, με τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ να έχει ήδη προειδοποιήσει τον Αμερικανό ομόλογό του, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.

Η ταϊβανέζικη κυβέρνηση, από την πλευρά της, επιμένει ότι η αμερικανική πολιτική έναντι του νησιού παραμένει αμετάβλητη και ότι ο Τραμπ δεν προέβη σε καμία δέσμευση προς την Κίνα σχετικά με το ζήτημα των εξοπλισμών. Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει, με τον Λάι να υπογραμμίζει ότι η Ταϊβάν πρέπει να είναι σε θέση να προστατεύσει τον εαυτό της και να διατηρήσει την ειρήνη και τη σταθερότητα στο στενό της Ταϊβάν. Ο ίδιος διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή του αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες με αποκλειστικό σκοπό την αποτροπή μιας πολεμικής σύρραξης, καθώς οι απειλές, όπως είπε, είναι μεγαλύτερες από ποτέ.

Παράλληλα, ο Λάι εξέφρασε την προθυμία της Ταϊβάν να διατηρήσει υγιείς και συντεταγμένες συναλλαγές με την Κίνα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα γίνονται σε ισότιμη βάση. Κατέστησε, ωστόσο, σαφές ότι δεν πρόκειται να γίνει καμία παραχώρηση σε ζητήματα κυριαρχίας ή δημοκρατικού τρόπου ζωής. Η αντίδραση από το Πεκίνο ήταν άμεση, με το κινεζικό γραφείο αρμόδιο για τις υποθέσεις της Ταϊβάν να χαρακτηρίζει την ομιλία του Λάι γεμάτη ψέματα και εχθρότητα, σύμφωνα με το πρακτορείο Xinhua.

Η αμυντική στρατηγική και οι αμερικανικές πιέσεις

Μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η Ουάσινγκτον πιέζει την Ταϊβάν να επενδύσει ακόμη περισσότερο στην άμυνά της. Η ταϊβανέζικη βουλή ενέκρινε πρόσφατα ένα πακέτο ύψους 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αγορά αμερικανικών όπλων, από τα οποία το νησί εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό. Το ποσό αυτό προορίζεται να καλύψει, μεταξύ άλλων, την αγορά όπλων αξίας 11,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων που ανακοινώθηκε τον Δεκέμβριο, καθώς και ένα δεύτερο πακέτο που εκκρεμεί προς έγκριση από την Ουάσινγκτον.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι μελετά το δεύτερο αυτό πακέτο και ότι θα λάβει απόφαση σύντομα. Η αμερικανική δέσμευση για παροχή αμυντικών όπλων στην Ταϊβάν βασίζεται στον νόμο Taiwan Relations Act του 1979, ο οποίος υιοθετήθηκε μετά την αναγνώριση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, με την προϋπόθεση ότι το νησί δεν θα κηρύξει την ανεξαρτησία του. Ο Λάι, σε περίπτωση που είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον Αμερικανό πρόεδρο, δήλωσε ότι θα του υπογράμμιζε πως η κυβέρνησή του διατηρεί το στάτους κβο, ενώ η Κίνα είναι αυτή που υπονομεύει την ειρήνη και τη σταθερότητα.

Το ενδεχόμενο μιας τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ Τραμπ και Λάι, το οποίο έχει τεθεί στο τραπέζι, θα αποτελούσε μια σημαντική αλλαγή στην αμερικανική διπλωματική στρατηγική, με άγνωστες συνέπειες για τις σχέσεις με το Πεκίνο. Η εξέλιξη αυτή παρακολουθείται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες, καθώς θα μπορούσε να προκαλέσει νέα ρήξη στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα.