Λαριτζανί: ο ισχυρός άνδρας του Ιράν

Μετά τις αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ, οι οποίες οδήγησαν στον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και κορυφαίων Ιρανών αξιωματούχων, ο Αλί Λαριτζανί αναδείχθηκε σε κεντρικό πρόσωπο της εξουσίας στην Τεχεράνη και σε βασικό διαχειριστή της πιο δραματικής καμπής που γνώρισε η Ισλαμική Δημοκρατία από την ίδρυσή της.

Προερχόμενος από μία από τις ισχυρότερες πολιτικές και θρησκευτικές οικογένειες του Ιράν, με βαθιές ρίζες στον μηχανισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας και με μακρά παρουσία στα σημαντικότερα κέντρα λήψης αποφάσεων, ο Λαριτζανί είχε ταυτιστεί επί δεκαετίες με το πρόσωπο του έμπειρου πραγματιστή. Η επιρροή του υπήρξε διαχρονική, η αποδοχή του από τους σκληροπυρηνικούς ποτέ απόλυτη, η θέση του στο εσωτερικό του συστήματος πάντοτε κρίσιμη.

Σύμφωνα με το Ισραήλ, ο Αλί Λαριτζανί σκοτώθηκε σε αεροπορική επιδρομή την Τρίτη 17 Μαρτίου. Η Τεχεράνη επιχείρησε να αποδομήσει αυτή την εκδοχή, δίνοντας στη δημοσιότητα γραπτό μήνυμα που αποδόθηκε στον ίδιο, σε μια σαφή προσπάθεια να αναχαιτίσει τις εντυπώσεις και να αποτρέψει έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας στο εσωτερικό της χώρας.

Ο Λαριτζανί είχε διατελέσει πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου επί δώδεκα χρόνια, από τον Μάιο του 2008 έως τον Μάιο του 2020. Τον Αύγουστο του 2025 ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν τον τοποθέτησε επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, καθώς και εκπρόσωπο του εκλιπόντος Ανώτατου Ηγέτη στο συμβούλιο. Στα ιρανικά μέσα παρουσιαζόταν ταυτόχρονα ως στενός σύμβουλος του Χαμενεΐ. Είχε ακόμη διαχειριστεί για λογαριασμό της Τεχεράνης τον ευαίσθητο φάκελο των πυρηνικών διαπραγματεύσεων την περίοδο 2005-2007.

Ο αδελφός του, Σαντέγκ Λαριτζανί, αποτελεί επίσης πρόσωπο κορυφαίας βαρύτητας στο πολιτικό οικοδόμημα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Προεδρεύει του ανώτατου διαιτητικού οργάνου που παρεμβαίνει ως τελικός κριτής στις συγκρούσεις ανάμεσα στο κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των Φρουρών, έναν θεσμό με καθοριστικό ρόλο στη νομιμοποίηση του ιρανικού πολιτικού συστήματος.

Για χρόνια, ο Αλί Λαριτζανί εξέφραζε το πιο ήπιο και τεχνοκρατικό πρόσωπο του ιρανικού κατεστημένου. Είχε ασχοληθεί με τη φιλοσοφία, είχε συγγράψει έργα για τον Ιμμάνουελ Καντ και είχε βρεθεί στο τραπέζι διαπραγμάτευσης με τη Δύση για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Η δημόσια εικόνα του συνδεόταν με την ψυχραιμία, τη μεθοδικότητα και τον έλεγχο.

Η στιγμή της μεγάλης μετατόπισης

Η 1η Μαρτίου 2026 αποτέλεσε τομή για τον ίδιο και για τον τρόπο με τον οποίο εμφανίστηκε μπροστά στο ιρανικό κοινό. Μόλις ένα εικοσιτετράωρο μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιδρομές που εξόντωσαν τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και τον διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης Μοχάμαντ Πακπούρ, ο 67χρονος τότε γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας επέλεξε έναν τόνο σκληρό, πολεμικό και απολύτως εκδικητικό.

Με εμφάνιση στην κρατική τηλεόραση και με δημόσιες παρεμβάσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Λαριτζανί διακήρυξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έπληξαν την καρδιά του ιρανικού έθνους. Το μήνυμά του εξέπεμπε απόλυτη πρόθεση αντεκδίκησης και προανήγγελλε απάντηση μεγάλης κλίμακας απέναντι σε όσους χαρακτήριζε εγκληματίες και διεθνείς καταπιεστές.

Στο ίδιο πλαίσιο, κατηγόρησε τον Ντόναλντ Τραμπ ότι παγιδεύτηκε από το Ισραήλ και τοποθέτησε τις ΗΠΑ στον άξονα της ευθύνης για τη μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση που γνώρισε η Τεχεράνη μετά το 1979. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ο Λαριτζανί βρέθηκε στο επίκεντρο της στρατηγικής αντίδρασης του Ιράν.

Οι «Κένεντι» του Ιράν και η δυναστεία Λαριτζανί

Γεννημένος στις 3 Ιουνίου 1958 στη Νατζάφ του Ιράκ, με καταγωγή από εύπορη οικογένεια του Αμόλ, ο Αλί Λαριτζανί ανήκει σε μια δυναστεία που έχει διαμορφώσει σε βάθος τη μεταεπαναστατική ιστορία της χώρας. Το περιοδικό Time είχε χαρακτηρίσει ήδη από το 2009 την οικογένεια Λαριτζανί ως τους «Κένεντι του Ιράν», θέλοντας να αποτυπώσει το εύρος της διείσδυσής της σε κάθε κρίσιμο θεσμό εξουσίας.

Ο πατέρας του, Μιρζά Χασέμ Αμόλι, υπήρξε εξέχων αγιατολάχ. Τα αδέλφια του κατέλαβαν κορυφαίες θέσεις στη δικαιοσύνη, στη θρησκευτική ιεραρχία και στα πιο νευραλγικά όργανα του ιρανικού κράτους. Η οικογένεια συνδέθηκε στενά με τη δομή εξουσίας που οικοδομήθηκε μετά την Ισλαμική Επανάσταση.

Ο Σαντέκ Αρντεσίρ Λαριτζανί απέκτησε τον βαθμό του αγιατολάχ και ανέλαβε την ηγεσία της ιρανικής δικαστικής εξουσίας από το 2009 έως το 2019. Ένας ακόμη αδελφός, ο Μοχάμεντ Τζαβάντ Λαριτζανί, εξελίχθηκε σε κεντρικό στέλεχος της εξωτερικής πολιτικής και σε σύμβουλο του Χαμενεΐ. Πριν από τον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη, κυκλοφορούσαν επίμονα εκτιμήσεις ότι η οικογένεια επιχειρούσε να ενισχύσει τη θέση της και στον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας στην κορυφή της ιρανικής πυραμίδας.

Οι δεσμοί του Αλί Λαριτζανί με την επαναστατική ελίτ είχαν και προσωπική διάσταση. Σε ηλικία 20 ετών παντρεύτηκε τη Φαρίντε Μοταχαρί, κόρη του Μορτέζα Μοταχαρί, στενού συνεργάτη του Ρουχολάχ Χομεϊνί και εμβληματικής μορφής της πρώτης περιόδου της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η οικογενειακή του διαδρομή συμπλέχθηκε εξαρχής με τον πυρήνα του συστήματος.

Παρά το αυστηρά συντηρητικό και θρησκευτικό υπόβαθρο της οικογένειας, οι νεότερες γενιές ακολούθησαν διαδρομές με διεθνές αποτύπωμα. Η κόρη του, Φατέμε, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Τεχεράνης, ολοκλήρωσε την ειδικότητά της στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Κλίβελαντ, στο Οχάιο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μετά τις αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ, οι οποίες οδήγησαν στον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και κορυφαίων Ιρανών αξιωματούχων, ο Αλί Λαριτζανί αναδείχθηκε σε κεντρικό πρόσωπο της εξουσίας στην Τεχεράνη και σε βασικό διαχειριστή της πιο δραματικής καμπής που γνώρισε η Ισλαμική Δημοκρατία από την ίδρυσή της.

Προερχόμενος από μία από τις ισχυρότερες πολιτικές και θρησκευτικές οικογένειες του Ιράν, με βαθιές ρίζες στον μηχανισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας και με μακρά παρουσία στα σημαντικότερα κέντρα λήψης αποφάσεων, ο Λαριτζανί είχε ταυτιστεί επί δεκαετίες με το πρόσωπο του έμπειρου πραγματιστή. Η επιρροή του υπήρξε διαχρονική, η αποδοχή του από τους σκληροπυρηνικούς ποτέ απόλυτη, η θέση του στο εσωτερικό του συστήματος πάντοτε κρίσιμη.

Σύμφωνα με το Ισραήλ, ο Αλί Λαριτζανί σκοτώθηκε σε αεροπορική επιδρομή την Τρίτη 17 Μαρτίου. Η Τεχεράνη επιχείρησε να αποδομήσει αυτή την εκδοχή, δίνοντας στη δημοσιότητα γραπτό μήνυμα που αποδόθηκε στον ίδιο, σε μια σαφή προσπάθεια να αναχαιτίσει τις εντυπώσεις και να αποτρέψει έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας στο εσωτερικό της χώρας.

Ο Λαριτζανί είχε διατελέσει πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου επί δώδεκα χρόνια, από τον Μάιο του 2008 έως τον Μάιο του 2020. Τον Αύγουστο του 2025 ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν τον τοποθέτησε επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, καθώς και εκπρόσωπο του εκλιπόντος Ανώτατου Ηγέτη στο συμβούλιο. Στα ιρανικά μέσα παρουσιαζόταν ταυτόχρονα ως στενός σύμβουλος του Χαμενεΐ. Είχε ακόμη διαχειριστεί για λογαριασμό της Τεχεράνης τον ευαίσθητο φάκελο των πυρηνικών διαπραγματεύσεων την περίοδο 2005-2007.

Ο αδελφός του, Σαντέγκ Λαριτζανί, αποτελεί επίσης πρόσωπο κορυφαίας βαρύτητας στο πολιτικό οικοδόμημα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Προεδρεύει του ανώτατου διαιτητικού οργάνου που παρεμβαίνει ως τελικός κριτής στις συγκρούσεις ανάμεσα στο κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των Φρουρών, έναν θεσμό με καθοριστικό ρόλο στη νομιμοποίηση του ιρανικού πολιτικού συστήματος.

Για χρόνια, ο Αλί Λαριτζανί εξέφραζε το πιο ήπιο και τεχνοκρατικό πρόσωπο του ιρανικού κατεστημένου. Είχε ασχοληθεί με τη φιλοσοφία, είχε συγγράψει έργα για τον Ιμμάνουελ Καντ και είχε βρεθεί στο τραπέζι διαπραγμάτευσης με τη Δύση για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Η δημόσια εικόνα του συνδεόταν με την ψυχραιμία, τη μεθοδικότητα και τον έλεγχο.

Η στιγμή της μεγάλης μετατόπισης

Η 1η Μαρτίου 2026 αποτέλεσε τομή για τον ίδιο και για τον τρόπο με τον οποίο εμφανίστηκε μπροστά στο ιρανικό κοινό. Μόλις ένα εικοσιτετράωρο μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιδρομές που εξόντωσαν τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και τον διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης Μοχάμαντ Πακπούρ, ο 67χρονος τότε γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας επέλεξε έναν τόνο σκληρό, πολεμικό και απολύτως εκδικητικό.

Με εμφάνιση στην κρατική τηλεόραση και με δημόσιες παρεμβάσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Λαριτζανί διακήρυξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έπληξαν την καρδιά του ιρανικού έθνους. Το μήνυμά του εξέπεμπε απόλυτη πρόθεση αντεκδίκησης και προανήγγελλε απάντηση μεγάλης κλίμακας απέναντι σε όσους χαρακτήριζε εγκληματίες και διεθνείς καταπιεστές.

Στο ίδιο πλαίσιο, κατηγόρησε τον Ντόναλντ Τραμπ ότι παγιδεύτηκε από το Ισραήλ και τοποθέτησε τις ΗΠΑ στον άξονα της ευθύνης για τη μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση που γνώρισε η Τεχεράνη μετά το 1979. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ο Λαριτζανί βρέθηκε στο επίκεντρο της στρατηγικής αντίδρασης του Ιράν.

Οι «Κένεντι» του Ιράν και η δυναστεία Λαριτζανί

Γεννημένος στις 3 Ιουνίου 1958 στη Νατζάφ του Ιράκ, με καταγωγή από εύπορη οικογένεια του Αμόλ, ο Αλί Λαριτζανί ανήκει σε μια δυναστεία που έχει διαμορφώσει σε βάθος τη μεταεπαναστατική ιστορία της χώρας. Το περιοδικό Time είχε χαρακτηρίσει ήδη από το 2009 την οικογένεια Λαριτζανί ως τους «Κένεντι του Ιράν», θέλοντας να αποτυπώσει το εύρος της διείσδυσής της σε κάθε κρίσιμο θεσμό εξουσίας.

Ο πατέρας του, Μιρζά Χασέμ Αμόλι, υπήρξε εξέχων αγιατολάχ. Τα αδέλφια του κατέλαβαν κορυφαίες θέσεις στη δικαιοσύνη, στη θρησκευτική ιεραρχία και στα πιο νευραλγικά όργανα του ιρανικού κράτους. Η οικογένεια συνδέθηκε στενά με τη δομή εξουσίας που οικοδομήθηκε μετά την Ισλαμική Επανάσταση.

Ο Σαντέκ Αρντεσίρ Λαριτζανί απέκτησε τον βαθμό του αγιατολάχ και ανέλαβε την ηγεσία της ιρανικής δικαστικής εξουσίας από το 2009 έως το 2019. Ένας ακόμη αδελφός, ο Μοχάμεντ Τζαβάντ Λαριτζανί, εξελίχθηκε σε κεντρικό στέλεχος της εξωτερικής πολιτικής και σε σύμβουλο του Χαμενεΐ. Πριν από τον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη, κυκλοφορούσαν επίμονα εκτιμήσεις ότι η οικογένεια επιχειρούσε να ενισχύσει τη θέση της και στον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας στην κορυφή της ιρανικής πυραμίδας.

Οι δεσμοί του Αλί Λαριτζανί με την επαναστατική ελίτ είχαν και προσωπική διάσταση. Σε ηλικία 20 ετών παντρεύτηκε τη Φαρίντε Μοταχαρί, κόρη του Μορτέζα Μοταχαρί, στενού συνεργάτη του Ρουχολάχ Χομεϊνί και εμβληματικής μορφής της πρώτης περιόδου της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η οικογενειακή του διαδρομή συμπλέχθηκε εξαρχής με τον πυρήνα του συστήματος.

Παρά το αυστηρά συντηρητικό και θρησκευτικό υπόβαθρο της οικογένειας, οι νεότερες γενιές ακολούθησαν διαδρομές με διεθνές αποτύπωμα. Η κόρη του, Φατέμε, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Τεχεράνης, ολοκλήρωσε την ειδικότητά της στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Κλίβελαντ, στο Οχάιο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Από την ακαδημαϊκή διαδρομή στην καρδιά της εξουσίας

Σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου πολλοί πρωταγωνιστές προέρχονταν αποκλειστικά από θρησκευτικά σεμινάρια, ο Λαριτζανί ξεχώριζε για το κοσμικό και ακαδημαϊκό του υπόβαθρο. Το 1979 έλαβε πτυχίο στα Μαθηματικά και την Πληροφορική από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Σαρίφ και στη συνέχεια προχώρησε σε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές δυτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, με διατριβή αφιερωμένη στον Καντ.

Η πολιτική του διαδρομή άρχισε σύντομα να υπερισχύει κάθε άλλης ιδιότητας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 εντάχθηκε στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και αργότερα πέρασε σε κυβερνητικές θέσεις. Υπηρέτησε ως υπουργός Πολιτισμού επί προεδρίας Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί και ακολούθως ανέλαβε για μια δεκαετία περίπου τη διοίκηση του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού IRIB.

Κατά τη θητεία του στον IRIB βρέθηκε στο στόχαστρο μεταρρυθμιστικών κύκλων, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ότι με τις αυστηρές και περιοριστικές επιλογές του απομάκρυνε τη νεολαία από τα κρατικά μέσα και ενίσχυε τη στροφή της προς το εξωτερικό. Παρ’ όλα αυτά, η επιρροή του στο εσωτερικό του συστήματος παγιώθηκε.

Από το 2008 έως το 2020 διετέλεσε πρόεδρος του Ματζλίς για τρεις συνεχόμενες θητείες. Η παρουσία του στο κοινοβούλιο του έδωσε τη δυνατότητα να παρέμβει καταλυτικά στη χάραξη τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής του Ιράν. Μέσα από αυτόν τον ρόλο διατήρησε ισχυρό αποτύπωμα και στο πυρηνικό ζήτημα.

Το 2005 είχε διεκδικήσει την προεδρία ως συντηρητικός υποψήφιος, χωρίς να περάσει στον δεύτερο γύρο. Την ίδια χρονιά τοποθετήθηκε γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα. Η αποχώρησή του το 2007 ήρθε ύστερα από ρήξη με την πολιτική που ακολουθούσε ο τότε πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ.

Η είσοδός του στο κοινοβούλιο το 2008, ως εκπροσώπου της Κουμ, ενίσχυσε περαιτέρω το ειδικό βάρος του. Μέσα από την προεδρία της Βουλής εξασφάλισε και τη θεσμική έγκριση της συμφωνίας του 2015 με τις παγκόσμιες δυνάμεις, του γνωστού JCPOA, επιβεβαιώνοντας ότι παρέμενε συνδεδεμένος με τον κεντρικό γεωπολιτικό φάκελο του Ιράν.

Μετά την αποχώρησή του από την προεδρία της Βουλής και από το βουλευτικό αξίωμα το 2020, επιχείρησε να διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία το 2021. Το Συμβούλιο των Φρουρών τον απέκλεισε. Το ίδιο συνέβη και στις εκλογές του 2024. Καμία επίσημη αιτιολόγηση δεν δόθηκε. Στον δημόσιο διάλογο επικράτησε η εκτίμηση ότι το κατεστημένο ήθελε να διασφαλίσει καθαρό πεδίο για την άνοδο του σκληροπυρηνικού Εμπραχίμ Ραϊσί. Ο ίδιος χαρακτήρισε τον αποκλεισμό του το 2024 αδιαφανή.

Η επάνοδός του σε θέση πρώτης γραμμής ήρθε τον Αύγουστο του 2025, όταν ο Μασούντ Πεζεσκιάν τον επανέφερε στην ηγεσία του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Από εκεί και μετά, η γραμμή του έγινε σαφώς σκληρότερη. Τον Οκτώβριο του 2025 εμφανίστηκαν πληροφορίες ότι είχε ακυρώσει συμφωνία συνεργασίας με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι οι εκθέσεις του οργανισμού έχασαν την αποτελεσματικότητά τους.

Το περασμένο καλοκαίρι, η επιστροφή του στην παλιά του θέση τον κατέστησε τον κορυφαίο αξιωματούχο ασφαλείας του Ιράν μετά τον 12ήμερο πόλεμο με το Ισραήλ. Στους μήνες που ακολούθησαν, η πρόσβασή του στον Χαμενεΐ και το βάρος του στις κρατικές αποφάσεις φάνηκαν να υπερβαίνουν ακόμη και την πολιτική εμβέλεια του ίδιου του προέδρου Πεζεσκιάν.

Ο Λαριτζανί θεωρήθηκε η κινητήρια δύναμη των παρασκηνίων πίσω από την επανέναρξη των πυρηνικών επαφών ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον. Παράλληλα, πραγματοποίησε επανειλημμένες αποστολές στη Μόσχα ως απεσταλμένος του Χαμενεΐ προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν, με τη στήριξη, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, του Ιρανού πρέσβη Καζέμ Τζαλαλί, ο οποίος συγκαταλέγεται στους στενούς συνεργάτες του.

Διπλωματία, πόλεμος και το τέλος του ρεαλιστικού προσώπου

Παρά την έντονα σκληρή ρητορική που υιοθέτησε στην τελευταία φάση της πορείας του, ο Λαριτζανί διατηρούσε για μεγάλο διάστημα τη φήμη ενός ρεαλιστή παράγοντα, ικανού να κινηθεί μέσα στο ιρανικό σύστημα με ευελιξία και διαπραγματευτική λογική. Ο ρόλος του στη στήριξη της συμφωνίας του 2015 είχε ενισχύσει αυτή την εικόνα.

Λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τη νέα κλιμάκωση, φερόταν να συμμετέχει σε έμμεσες επαφές με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον Φεβρουάριο, στο πλαίσιο συνομιλιών με μεσολάβηση του Ομάν, δήλωνε ότι η Τεχεράνη δεν είχε λάβει σαφή πρόταση από την Ουάσιγκτον και απέδιδε στο Ισραήλ πρόθεση παρεμπόδισης της διπλωματικής διαδρομής, με στόχο την ανάφλεξη της περιοχής.

Σε συνέντευξή του στο Al Jazeera, πριν από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, περιέγραφε τη στάση της Τεχεράνης απέναντι στις συνομιλίες ως θετική και υπογράμμιζε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αντιληφθεί πως η στρατιωτική επιλογή δεν μπορούσε να δώσει λύση. Η διαπραγμάτευση, έλεγε τότε, αποτελούσε λογική οδό.

Οι αεροπορικές επιδρομές που άρχισαν στις 28 Φεβρουαρίου σάρωσαν αυτό το πεδίο. Το διπλωματικό παράθυρο έκλεισε μέσα σε λίγες ώρες και η ιρανική ηγεσία πέρασε σε φάση αμιγώς πολεμικής διαχείρισης.

Στην τελευταία δημόσια παρέμβασή του, ο Λαριτζανί διαβεβαίωσε ότι υπάρχουν έτοιμοι μηχανισμοί για τη ρύθμιση της διαδοχής στην ηγεσία, με βάση το Σύνταγμα της χώρας. Έστειλε παράλληλα σαφές μήνυμα προς την Ουάσιγκτον ότι η εξόντωση ηγετικών μορφών δεν πρόκειται να κάμψει το ιρανικό κράτος.

Διευκρίνισε ότι η Τεχεράνη δεν στοχεύει κράτη της περιοχής. Προσδιόρισε, ωστόσο, ως νόμιμους στόχους οποιεσδήποτε βάσεις χρησιμοποιούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η δήλωσή του αποτύπωσε έναν σχεδιασμό στρατιωτικής ανταπόδοσης με γεωγραφική ακρίβεια και με σαφή πρόθεση αποτροπής.

Στο τελικό στάδιο της κρίσης, ο παλαιότερος τόνος της μετρημένης πολιτικής γλώσσας είχε πλέον χαθεί. Ο Λαριτζανί απέρριψε δημοσιεύματα που τον εμφάνιζαν υπέρ νέων συνομιλιών με την Ουάσιγκτον και τη Δευτέρα 16 Μαρτίου διακήρυξε ότι το Ιράν δεν πρόκειται να διαπραγματευτεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με τον Χαμενεΐ εκτός σκηνής, με την περιφερειακή αστάθεια να κορυφώνεται και με την Τεχεράνη να αναζητεί κέντρο βάρους μέσα σε συνθήκες πολέμου, ο Αλί Λαριτζανί εμφανίστηκε ως το πρόσωπο που συμπύκνωσε την πολιτική συνέχεια, την οικογενειακή ισχύ, τη διαπραγματευτική εμπειρία και τη σκληρή απειλή αντιποίνων. Στην τελευταία φάση της δημόσιας παρουσίας του, η δέσμευσή του ήταν απόλυτη: το Ιράν θα απαντήσει σε ΗΠΑ και Ισραήλ με δύναμη που, όπως ο ίδιος διαμήνυσε, δεν έχουν ξαναζήσει.

Σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου πολλοί πρωταγωνιστές προέρχονταν αποκλειστικά από θρησκευτικά σεμινάρια, ο Λαριτζανί ξεχώριζε για το κοσμικό και ακαδημαϊκό του υπόβαθρο. Το 1979 έλαβε πτυχίο στα Μαθηματικά και την Πληροφορική από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Σαρίφ και στη συνέχεια προχώρησε σε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές δυτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, με διατριβή αφιερωμένη στον Καντ.

Η πολιτική του διαδρομή άρχισε σύντομα να υπερισχύει κάθε άλλης ιδιότητας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 εντάχθηκε στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και αργότερα πέρασε σε κυβερνητικές θέσεις. Υπηρέτησε ως υπουργός Πολιτισμού επί προεδρίας Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί και ακολούθως ανέλαβε για μια δεκαετία περίπου τη διοίκηση του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού IRIB.

Κατά τη θητεία του στον IRIB βρέθηκε στο στόχαστρο μεταρρυθμιστικών κύκλων, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ότι με τις αυστηρές και περιοριστικές επιλογές του απομάκρυνε τη νεολαία από τα κρατικά μέσα και ενίσχυε τη στροφή της προς το εξωτερικό. Παρ’ όλα αυτά, η επιρροή του στο εσωτερικό του συστήματος παγιώθηκε.

Από το 2008 έως το 2020 διετέλεσε πρόεδρος του Ματζλίς για τρεις συνεχόμενες θητείες. Η παρουσία του στο κοινοβούλιο του έδωσε τη δυνατότητα να παρέμβει καταλυτικά στη χάραξη τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής του Ιράν. Μέσα από αυτόν τον ρόλο διατήρησε ισχυρό αποτύπωμα και στο πυρηνικό ζήτημα.

Το 2005 είχε διεκδικήσει την προεδρία ως συντηρητικός υποψήφιος, χωρίς να περάσει στον δεύτερο γύρο. Την ίδια χρονιά τοποθετήθηκε γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα. Η αποχώρησή του το 2007 ήρθε ύστερα από ρήξη με την πολιτική που ακολουθούσε ο τότε πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ.

Η είσοδός του στο κοινοβούλιο το 2008, ως εκπροσώπου της Κουμ, ενίσχυσε περαιτέρω το ειδικό βάρος του. Μέσα από την προεδρία της Βουλής εξασφάλισε και τη θεσμική έγκριση της συμφωνίας του 2015 με τις παγκόσμιες δυνάμεις, του γνωστού JCPOA, επιβεβαιώνοντας ότι παρέμενε συνδεδεμένος με τον κεντρικό γεωπολιτικό φάκελο του Ιράν.

Μετά την αποχώρησή του από την προεδρία της Βουλής και από το βουλευτικό αξίωμα το 2020, επιχείρησε να διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία το 2021. Το Συμβούλιο των Φρουρών τον απέκλεισε. Το ίδιο συνέβη και στις εκλογές του 2024. Καμία επίσημη αιτιολόγηση δεν δόθηκε. Στον δημόσιο διάλογο επικράτησε η εκτίμηση ότι το κατεστημένο ήθελε να διασφαλίσει καθαρό πεδίο για την άνοδο του σκληροπυρηνικού Εμπραχίμ Ραϊσί. Ο ίδιος χαρακτήρισε τον αποκλεισμό του το 2024 αδιαφανή.

Η επάνοδός του σε θέση πρώτης γραμμής ήρθε τον Αύγουστο του 2025, όταν ο Μασούντ Πεζεσκιάν τον επανέφερε στην ηγεσία του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Από εκεί και μετά, η γραμμή του έγινε σαφώς σκληρότερη. Τον Οκτώβριο του 2025 εμφανίστηκαν πληροφορίες ότι είχε ακυρώσει συμφωνία συνεργασίας με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι οι εκθέσεις του οργανισμού έχασαν την αποτελεσματικότητά τους.

Το περασμένο καλοκαίρι, η επιστροφή του στην παλιά του θέση τον κατέστησε τον κορυφαίο αξιωματούχο ασφαλείας του Ιράν μετά τον 12ήμερο πόλεμο με το Ισραήλ. Στους μήνες που ακολούθησαν, η πρόσβασή του στον Χαμενεΐ και το βάρος του στις κρατικές αποφάσεις φάνηκαν να υπερβαίνουν ακόμη και την πολιτική εμβέλεια του ίδιου του προέδρου Πεζεσκιάν.

Ο Λαριτζανί θεωρήθηκε η κινητήρια δύναμη των παρασκηνίων πίσω από την επανέναρξη των πυρηνικών επαφών ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον. Παράλληλα, πραγματοποίησε επανειλημμένες αποστολές στη Μόσχα ως απεσταλμένος του Χαμενεΐ προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν, με τη στήριξη, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, του Ιρανού πρέσβη Καζέμ Τζαλαλί, ο οποίος συγκαταλέγεται στους στενούς συνεργάτες του.

Διπλωματία, πόλεμος και το τέλος του ρεαλιστικού προσώπου

Παρά την έντονα σκληρή ρητορική που υιοθέτησε στην τελευταία φάση της πορείας του, ο Λαριτζανί διατηρούσε για μεγάλο διάστημα τη φήμη ενός ρεαλιστή παράγοντα, ικανού να κινηθεί μέσα στο ιρανικό σύστημα με ευελιξία και διαπραγματευτική λογική. Ο ρόλος του στη στήριξη της συμφωνίας του 2015 είχε ενισχύσει αυτή την εικόνα.

Λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τη νέα κλιμάκωση, φερόταν να συμμετέχει σε έμμεσες επαφές με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον Φεβρουάριο, στο πλαίσιο συνομιλιών με μεσολάβηση του Ομάν, δήλωνε ότι η Τεχεράνη δεν είχε λάβει σαφή πρόταση από την Ουάσιγκτον και απέδιδε στο Ισραήλ πρόθεση παρεμπόδισης της διπλωματικής διαδρομής, με στόχο την ανάφλεξη της περιοχής.

Σε συνέντευξή του στο Al Jazeera, πριν από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, περιέγραφε τη στάση της Τεχεράνης απέναντι στις συνομιλίες ως θετική και υπογράμμιζε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αντιληφθεί πως η στρατιωτική επιλογή δεν μπορούσε να δώσει λύση. Η διαπραγμάτευση, έλεγε τότε, αποτελούσε λογική οδό.

Οι αεροπορικές επιδρομές που άρχισαν στις 28 Φεβρουαρίου σάρωσαν αυτό το πεδίο. Το διπλωματικό παράθυρο έκλεισε μέσα σε λίγες ώρες και η ιρανική ηγεσία πέρασε σε φάση αμιγώς πολεμικής διαχείρισης.

Στην τελευταία δημόσια παρέμβασή του, ο Λαριτζανί διαβεβαίωσε ότι υπάρχουν έτοιμοι μηχανισμοί για τη ρύθμιση της διαδοχής στην ηγεσία, με βάση το Σύνταγμα της χώρας. Έστειλε παράλληλα σαφές μήνυμα προς την Ουάσιγκτον ότι η εξόντωση ηγετικών μορφών δεν πρόκειται να κάμψει το ιρανικό κράτος.

Διευκρίνισε ότι η Τεχεράνη δεν στοχεύει κράτη της περιοχής. Προσδιόρισε, ωστόσο, ως νόμιμους στόχους οποιεσδήποτε βάσεις χρησιμοποιούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η δήλωσή του αποτύπωσε έναν σχεδιασμό στρατιωτικής ανταπόδοσης με γεωγραφική ακρίβεια και με σαφή πρόθεση αποτροπής.

Στο τελικό στάδιο της κρίσης, ο παλαιότερος τόνος της μετρημένης πολιτικής γλώσσας είχε πλέον χαθεί. Ο Λαριτζανί απέρριψε δημοσιεύματα που τον εμφάνιζαν υπέρ νέων συνομιλιών με την Ουάσιγκτον και τη Δευτέρα 16 Μαρτίου διακήρυξε ότι το Ιράν δεν πρόκειται να διαπραγματευτεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με τον Χαμενεΐ εκτός σκηνής, με την περιφερειακή αστάθεια να κορυφώνεται και με την Τεχεράνη να αναζητεί κέντρο βάρους μέσα σε συνθήκες πολέμου, ο Αλί Λαριτζανί εμφανίστηκε ως το πρόσωπο που συμπύκνωσε την πολιτική συνέχεια, την οικογενειακή ισχύ, τη διαπραγματευτική εμπειρία και τη σκληρή απειλή αντιποίνων. Στην τελευταία φάση της δημόσιας παρουσίας του, η δέσμευσή του ήταν απόλυτη: το Ιράν θα απαντήσει σε ΗΠΑ και Ισραήλ με δύναμη που, όπως ο ίδιος διαμήνυσε, δεν έχουν ξαναζήσει.