Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΣΕΒΙΟΣ

ΧΛΟΗ

15 Φεβρουαρίου 2026

Λερναία Ύδρα το δημόσιο χρέος

Τα Μνημόνια που, κατά την επίσημη αφήγηση, θα έσωζαν τη χώρα από τη χρεοκοπία, φαίνεται ότι τελικά οδήγησαν το ελληνικό δημόσιο χρέος σε δυσθεώρητα ύψη, καθιστώντας ακόμη και τα αποκαλούμενα «ματωμένα» πλεονάσματα του προϋπολογισμού ανεπαρκή για την ουσιαστική μείωσή του. Παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις περί δημοσιονομικής σταθεροποίησης, οι δομικοί κίνδυνοι παραμένουν και εντείνονται.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο του «Debt Monitor», η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με το υψηλότερο ρίσκο όσον αφορά τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Αν και η Κομισιόν εκτιμά ότι το χρέος αναμένεται να μειωθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια, αυτό εξακολουθεί να κινείται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, προσεγγίζοντας το 124% του ΑΕΠ έως το 2036.

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που δυσχεραίνουν τη μείωση του χρέους είναι το ασφυκτικό πλαίσιο των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, σε συνδυασμό με την υπέρμετρη αύξηση του χρέους κατά τη δεκαετία των Μνημονίων. Παρά τις δέκα και πλέον χρονιές δημοσιονομικής λιτότητας, το συνολικό αποτέλεσμα δεν αποδείχθηκε ανακουφιστικό για τη χώρα, καθώς η ανάπτυξη δεν ήταν επαρκής για να αντισταθμίσει τις απώλειες.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιλαμβάνει την Ελλάδα ανάμεσα στα κράτη με αυξημένο δημοσιονομικό κίνδυνο, όχι τόσο λόγω των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών, όσο εξαιτίας του μεγέθους του σωρευμένου χρέους. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο ανάλυσης βιωσιμότητας, το ελληνικό χρέος μεν εμφανίζει πτωτική πορεία, ωστόσο παραμένει ευάλωτο σε εξωτερικούς κραδασμούς, δημογραφικές πιέσεις και μεταβολές στο κόστος δανεισμού.

Προβληματισμός

Ιδιαίτερος προβληματισμός εκφράζεται και για τη σύνδεση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας με τις μελλοντικές εξελίξεις. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, «αυτό το επίπεδο δημοσιονομικής προσαρμογής ισοδυναμεί περισσότερο με διαχείριση παρά με επίλυση του προβλήματος». Οι αναφορές της Κομισιόν επισημαίνουν ότι η βιωσιμότητα του χρέους παραμένει εύθραυστη σε περίπτωση επιβράδυνσης της ανάπτυξης ή αύξησης των επιτοκίων.

Καθοριστικό ρόλο παίζουν τέσσερις βασικοί δημοσιονομικοί κίνδυνοι: οι δημογραφικές εξελίξεις, το ύψος των «κόκκινων» δανείων, το επενδυτικό κενό και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία, παρά τη μείωσή τους τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να βρίσκονται σε επίπεδα άνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου και να απειλούν τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

Παράλληλα, το επενδυτικό κενό παραμένει έντονο. Η Ελλάδα συνεχίζει να υστερεί σε ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις, γεγονός που περιορίζει τις αναπτυξιακές της δυνατότητες και υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη δυναμική της οικονομίας. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι χωρίς ουσιαστική αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων, η αποκλιμάκωση του χρέους θα παραμείνει περισσότερο λογιστική παρά πραγματική.

Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ

Στην ίδια έκθεση γίνεται ειδική μνεία και σε παράγοντες θεσμικής αβεβαιότητας, με αναφορά στις συνεχιζόμενες έρευνες και ελέγχους που σχετίζονται με τη διαχείριση κοινοτικών πόρων. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αναφέρεται ως ενδεικτική περίπτωση, καθώς ενδεχόμενες οικονομικές επιπτώσεις από καταλογισμούς ή επιστροφές κονδυλίων θα μπορούσαν να επιβαρύνουν περαιτέρω το δημοσιονομικό ισοζύγιο.

Όπως σημειώνεται, ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει και στο παρελθόν προκαλέσει σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις, οι οποίες αφορούσαν τόσο το δημοσιονομικό πλαίσιο όσο και τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας. Το επενδυτικό κλίμα επηρεάζεται άμεσα από τέτοιες υποθέσεις, καθώς ενισχύεται η εικόνα θεσμικής αστάθειας.

Παρά τις διακηρύξεις περί «επιστροφής στην κανονικότητα», τα στοιχεία δείχνουν ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να λειτουργεί ως Λερναία Ύδρα: κάθε προσπάθεια περιορισμού του συνοδεύεται από νέους κινδύνους και νέες πιέσεις. Χωρίς βαθύτερες διαρθρωτικές παρεμβάσεις, παραγωγική ανασυγκρότηση και θεσμική αξιοπιστία, η δημοσιονομική σταθερότητα παραμένει εύθραυστη και εξαρτώμενη από εξωτερικούς παράγοντες.

Ετικέτες: