Τα ξημερώματα της 22ας Ιουνίου 2025, η Μέση Ανατολή εισήλθε σε μια από τις πιο επικίνδυνες φάσεις των τελευταίων δεκαετιών, μετά από μια αιφνιδιαστική και εκτεταμένη στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών σε συνεργασία με το Ισραήλ κατά των βασικών πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Η επίθεση, που πραγματοποιήθηκε με στρατηγικά βομβαρδιστικά τύπου B-2 Spirit και πυραύλους cruise εκτοξευμένους από αμερικανικά υποβρύχια, στόχευσε τρία κεντρικά σημεία του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος: το υπόγειο συγκρότημα της Fordow, το κέντρο εμπλουτισμού ουρανίου στη Natanz και τις στρατηγικές αποθήκες υλικών στην Isfahan.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump, σε διάγγελμά του λίγο μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης, έκανε λόγο για «ιστορική επιτυχία» και δήλωσε ότι «δεν υπάρχει άλλη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο που να μπορούσε να το κάνει αυτό». Παράλληλα, προειδοποίησε πως αν η Τεχεράνη δεν επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, θα ακολουθήσουν νέοι στόχοι.
Ωστόσο, η ιρανική πλευρά εμφανίστηκε προετοιμασμένη. Μέσα από ανακοινώσεις, διαρροές και πηγές του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν πως το εμπλουτισμένο ουράνιο είχε ήδη απομακρυνθεί πριν την επίθεση και ότι οι ζημιές περιορίστηκαν σε βοηθητικές υποδομές. Εικόνες από δορυφόρους και βίντεο που μετέδωσαν τα κρατικά πρακτορεία IRNA και Fars δεν παρουσίαζαν ενδείξεις σοβαρών εκρήξεων, ενώ η Υπηρεσία Πυρηνικής Άμυνας του Κουβέιτ ανέφερε μηδενικά επίπεδα ραδιενεργών σωματιδίων στην ατμόσφαιρα της περιοχής.

Ειδική μνεία γίνεται στις βόμβες bunker-buster GBU-57 που χρησιμοποιήθηκαν κατά της υπόγειας εγκατάστασης της Fordow, η οποία βρίσκεται 90 μέτρα κάτω από βραχώδες έδαφος, ενώ η εμβέλεια των βομβών φτάνει έως τα 60 μέτρα. Σύμφωνα με ανεξάρτητες αναλύσεις, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα πλήγματα έφτασαν στον πυρήνα της εγκατάστασης.

Στη Μόσχα, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, Dmitry Medvedev, χαρακτήρισε την επίθεση φιάσκο και επιτέθηκε στον Donald Trump, υποστηρίζοντας ότι «δεν έχει καμία ελπίδα για το Νόμπελ Ειρήνης». Ο Medvedev αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής επιχείρησης, υπαινίχθηκε ενίσχυση της θέσης του ιρανικού καθεστώτος και υπογράμμισε τον κίνδυνο κλιμάκωσης της σύρραξης, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο εξωτερικής υποστήριξης προς την Τεχεράνη με πυρηνικά όπλα.
Μέσα σε λίγες ώρες από το αμερικανικό χτύπημα, το Ιράν προχώρησε σε άμεση και σφοδρή στρατιωτική απάντηση, στο πλαίσιο της επιχείρησης «True Promise – 3». Η Ισλαμική Επαναστατική Φρουρά (IRGC) εξαπέλυσε 27 βαλλιστικούς πυραύλους και περισσότερα από 100 drones αυτοκτονίας κατά στόχων στο Ισραήλ. Ανάμεσα στους στόχους που ανακοίνωσε ότι έπληξε περιλαμβάνονται το αεροδρόμιο Ben Gurion, βιολογικά ερευνητικά κέντρα και στρατιωτικές διοικητικές εγκαταστάσεις.
JUST IN: 🇮🇷🇮🇱 Iran launches new wave of ballistic missiles at Israel. pic.twitter.com/JilApRuR4C
— BRICS News (@BRICSinfo) June 22, 2025
Η επίθεση προκάλεσε εκτεταμένο πανικό και ζημιές στο Τελ Αβίβ, τη Χάιφα και την Ness Giona, ενώ αναφέρθηκαν τουλάχιστον 16 τραυματισμοί, τρεις εκ των οποίων σοβαροί. Σύμφωνα με αναφορές από τοπικά μέσα, τουλάχιστον ένας τραυματισμός προήλθε από αποτυχημένη αναχαίτιση πυραύλου από ισραηλινό αμυντικό σύστημα.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu δήλωσε ότι η αμερικανική επίθεση ήταν «η σωστή απόφαση» και ανακοίνωσε αντίποινα με χτυπήματα σε στρατιωτικές υποδομές του Ιράν στα δυτικά της χώρας.
Στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ο μόνιμος αντιπρόσωπος του Ιράν χαρακτήρισε την επίθεση «εγκληματική πράξη επιθετικότητας» και ζήτησε την άμεση σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη προειδοποίησε ότι θα εξαπολύσει νέες επιθέσεις, συμπεριλαμβανομένων χτυπημάτων σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στη Μέση Ανατολή, με πρώτους στόχους το Ιράκ και τη Σαουδική Αραβία. Σύμφωνα με το NBC, η Ουάσινγκτον έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή αμυντικά σχέδια για την προστασία περισσότερων από 40.000 στρατιωτών της στην περιοχή.
Iran launches 20-30 more ballistic missiles at Israel, hitting Tel Aviv and Haifa pic.twitter.com/ivphLnVaeI
— Sprinter Observer (@SprinterObserve) June 22, 2025
Επίθεση «ακριβείας» στο Ιράν χωρίς στόχο την αλλαγή καθεστώτος, δηλώνει ο Πιτ Χέγκσεθ
Η επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν δεν είχε ως στόχο την αλλαγή καθεστώτος, δήλωσε ξεκάθαρα ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφων. Όπως διευκρίνισε, «αυτή η αποστολή δεν αφορούσε και δεν αφορά την αλλαγή καθεστώτος», επισημαίνοντας ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση «ακριβείας», σχεδιασμένη ώστε να εξουδετερώσει τις απειλές που θέτει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα για τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Σε ενημέρωση από το Πεντάγωνο, ο Χέγκσεθ υπογράμμισε ότι πρόκειται για ένα σχέδιο που «χρειάστηκε μήνες και εβδομάδες προετοιμασίας και τοποθέτησης», ώστε οι αμερικανικές δυνάμεις να είναι έτοιμες ανά πάσα στιγμή. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, η επιχείρηση απαίτησε «μεγάλη ακρίβεια» και περιλάμβανε «παραπλάνηση», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η εκτέλεσή της βασίστηκε και σε τακτικές απόκρυψης των προθέσεων των ΗΠΑ από την Τεχεράνη.
Αναφερόμενος στον ρόλο του Αμερικανού προέδρου, ο Χέγκσεθ δήλωσε με έμφαση ότι «όταν μιλάει ο πρόεδρος, ο κόσμος πρέπει να ακούει». Συμπλήρωσε μάλιστα ότι «ο αμερικανικός στρατός μπορεί να τον υποστηρίξει. Ο ισχυρότερος στρατός που γνώρισε ποτέ ο κόσμος – κανένα άλλο κράτος στον πλανήτη δεν θα μπορούσε να διεξάγει την επιχείρηση που θα περιγράψει ο πρόεδρος σήμερα το πρωί».
Στο ίδιο πλαίσιο, ο στρατηγός Νταν Κέιν, κληθείς να σχολιάσει αν το Ιράν διατηρεί ακόμη πυρηνική ικανότητα μετά την επίθεση, απέφυγε να προχωρήσει σε εκτιμήσεις, επισημαίνοντας ότι είναι «πρόωρο να σχολιάσουμε πριν ολοκληρωθεί η εκτίμηση των ζημιών».
H Τεχεράνη απειλεί με όλες τις επιλογές
Σε συνέντευξη τύπου στην Κωνσταντινούπολη, ο ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί χαρακτήρισε την αμερικανική επίθεση «εξωφρενική, σοβαρή και άνευ προηγούμενου», καταγγέλλοντας παραβίαση του Χάρτη του ΟΗΕ και του διεθνούς δικαίου. Τόνισε ότι για την Τεχεράνη «όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι» και κάλεσε τον ΠΟΥ και τον IAEA να επέμβουν. Επισήμανε ότι το Ιράν δεν εμπιστεύεται τη Δύση, εφόσον, όπως κατήγγειλε, «οι ΗΠΑ έσκισαν την προηγούμενη πυρηνική συμφωνία και διέκοψαν τον τελευταίο γύρο συνομιλιών με στρατιωτικά πλήγματα».
Οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC), με επίσημη ανακοίνωση, απείλησαν τις ΗΠΑ με «αντίποινα που θα κάνουν να μετανιώσουν», δεσμευόμενοι να συνεχίσουν επιθέσεις κατά του Ισραήλ και επισημαίνοντας πως το δίκτυο αμερικανικών βάσεων στην περιοχή δεν είναι πλεονέκτημα, αλλά αδυναμία. Ο αμερικανικός στόλος, όπως αναφέρουν, παρακολουθείται στενά.
Την ίδια στιγμή, η Ρωσία μέσω του ρωσικού ΥΠΕΞ καταδίκασε την επίθεση ως «κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και του Χάρτη του ΟΗΕ», αναφέροντας πως τέτοιες πράξεις απειλούν την παγκόσμια ειρήνη. Ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ σχολίασε πως «ο Τραμπ άρχισε έναν νέο πόλεμο για τις ΗΠΑ» και χαρακτήρισε τις ενέργειες ως «ανεύθυνες και επικίνδυνες», ενώ το Κρεμλίνο τόνισε ότι παρά τη στρατηγική εταιρική σχέση με την Τεχεράνη, δεν υπάρχει αυτοματοποιημένη υποχρέωση βοήθειας σε περίπτωση επίθεσης. Ο Αραγτσί ανακοίνωσε ότι θα ταξιδέψει στη Μόσχα τη Δευτέρα για διαβουλεύσεις με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν.
Ο IAEA ανακοίνωσε έκτακτη συνεδρίαση αύριο, ενώ επιβεβαίωσε πως δεν έχει εντοπιστεί αύξηση ραδιενέργειας στις στοχευμένες εγκαταστάσεις. Σε αντίστοιχη επιστολή του ο Ιρανός επικεφαλής της ιρανικής πυρηνικής επιτροπής προς τον επικεφαλής της Υπηρεσίας, Ραφαέλ Γκρόσι, ζήτησε να καταδικασθούν οι επιθέσεις και να ληφθούν κατάλληλα νομικά μέτρα, επικαλούμενος παραβιάσεις του NPT.
Apparently chanting “Death to America” for the last 40 plus years has side effects. #Iran 💥💥💥🇺🇸 pic.twitter.com/Wb46SVus9b
— 𝕿𝖍𝖊 𝕷𝖎𝖔𝖓𝖊𝖘𝖘™️ (@CL4WS_OUT) June 22, 2025
Σύμφωνα με ιρανικές αναφορές, μεγάλο μέρος του εμπλουτισμένου ουρανίου είχε απομακρυνθεί πριν από τις επιθέσεις, ενώ το προσωπικό των εγκαταστάσεων είχε ήδη μειωθεί στο ελάχιστο. Ο εκπρόσωπος της κρατικής τηλεόρασης σημείωσε πως «τα αποθέματα δεν παρέμειναν στις στοχευμένες τοποθεσίες για να προκαλέσουν διαρροή».
Αντίθετα, ο πρόεδρος του Ισραήλ Ισαάκ Χέρτζογκ θεώρησε την αμερικανική δράση «ιστορική και γενναία», κάνοντας λόγο για σημαντική βλάβη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, B‑2 bombers με βόμβες GBU‑57A/B “bunker buster” και πύραυλοι Tomahawk χρησιμοποιήθηκαν για να πλήξουν την υπόγεια εγκατάσταση της Φορντό. Το CNN ανέφερε πως πρόκειται για την πρώτη πραγματική χρήση των συγκεκριμένων όπλων.
Τέλος, οι διεθνείς αντιδράσεις υπήρξαν έντονες: η ΕΕ μέσω της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κάλεσε σε άμεση αποκλιμάκωση και διπλωματία, η Βρετανία απαίτησε την επιστροφή του Ιράν στις διαπραγματεύσεις, ενώ η Γερμανία απέφυγε σαφή εκτίμηση, αναμένοντας λεπτομερές απολογισμό των ζημιών. Η Σαουδική Αραβία, το Ομάν και το Κατάρ εξέφρασαν ανησυχία, κάλεσαν σε συγκράτηση και πολιτική λύση, τονίζοντας τον κίνδυνο ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
Σκηνικό γεωπολιτικών ανατροπών και σκιώδους προετοιμασίας
Για τουλάχιστον οκτώ μήνες, σύμφωνα με πηγές ασφαλείας, πράκτορες της ισραηλινής Μοσάντ δρούσαν εντός του Ιράν από μυστική βάση, με στόχο την υπονόμευση του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης. Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν εμφανή εμπλοκή στην ισραηλινή επιχείρηση, εκτιμάται ευρέως πως οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών παρείχαν ουσιαστική υποστήριξη. Η στάση της Ουάσινγκτον προς την Τεχεράνη ήταν σαφής: ο πρόεδρος Τραμπ είχε δώσει διορία 60 ημερών στο Ιράν να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Με την παρέλευση της προθεσμίας και την άρνηση του Ιράν να συμμορφωθεί, ακολούθησε η ισραηλινή στρατιωτική δράση, γεγονός που υποδηλώνει ότι το χτύπημα είχε προετοιμαστεί με ακρίβεια και συγκεκριμένο χρονισμό.
Η νέα πολεμική κλιμάκωση μεταξύ Ιράν και Ισραήλ δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Η αντιπαράθεση αυτή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό ανάμεσα στη Δύση και το ευρασιατικό μπλοκ, που ενισχύθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η Ρωσία και η Κίνα έχουν αναπτύξει στενότερες σχέσεις, συγκροτώντας έναν νέο ευρασιατικό σχηματισμό, στον οποίο προσχωρούν και άλλες χώρες, όπως το Ιράν. Οι BRICS, ως αναδυόμενη οικονομική και γεωπολιτική συμμαχία, επιδιώκουν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία της Δύσης και να αντιμετωπίσουν τον εμπορικό πόλεμο που έχει εγκαινιάσει ο Τραμπ, κυρίως μέσω των αυξημένων δασμών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να στοχεύουν στη διάσπαση του ευρασιατικού αυτού συμπλέγματος, αναγνωρίζοντας το Ιράν ως έναν από τους κομβικούς ενεργειακούς τροφοδότες της Κίνας. Το Ισραήλ, από την πλευρά του, επιδιώκει την εξάλειψη της υπαρξιακής απειλής που συνιστά το ιρανικό καθεστώς και με τη στρατιωτική του επέμβαση επιχειρεί να ανοίξει τον δρόμο για τη Δύση ώστε να επιδιώξει την αποδυνάμωση ή ακόμη και την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, που κυβερνά τη χώρα από το 1979. Ο τελικός στόχος είναι η εγκαθίδρυση ενός φιλοδυτικού καθεστώτος στο Ιράν, το οποίο δεν θα υποστηρίζει τρομοκρατικές οργανώσεις και θα συνεργάζεται ενεργά στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη.
Trump: "We achieved great success tonight. Israel is now much safer."
— Satyam Patel (@SatyamInsights1) June 22, 2025
Reality: Israel is now burning after a heavy missile attack from Iran.
Trump will be responsible for World War III if it starts.#WorldWar3 #Iran #IsraelIranWar #USAirForce #MiddleEast pic.twitter.com/4TXZbwihFV
Ο πρόεδρος Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα δύσκολο δίλημμα: αν θα παρέμενε συνεπής στις προεκλογικές του δεσμεύσεις για αποφυγή στρατιωτικών επεμβάσεων ή αν θα προχωρούσε σε στρατιωτική σύμπραξη με το Ισραήλ, ικανοποιώντας ταυτόχρονα το ισχυρό εβραϊκό λόμπι εντός των ΗΠΑ. Η εκστρατεία του στηρίχθηκε στο σύνθημα MAGA (Make America Great Again), που προκρίνει τον οικονομικό εθνικισμό και την ανασυγκρότηση της εγχώριας παραγωγής, απορρίπτοντας τις μακροχρόνιες στρατιωτικές εμπλοκές. Στο παρελθόν, οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν θεωρήθηκαν αποτυχημένες επεμβάσεις, που όχι μόνο διέλυσαν τις τοπικές κοινωνίες, αλλά κόστισαν και τη ζωή χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών, κάτι που ο Τραμπ επιθυμεί να αποφύγει.
Ωστόσο, η Ουάσινγκτον προχώρησε τελικά σε αεροπορική επίθεση με στόχο τις κύριες πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, χαρακτηρίζοντάς την ως καίριο και αποφασιστικό πλήγμα στο ισλαμικό καθεστώς. Οι αμερικανικές αρχές εκτιμούν ότι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί σταθερότητα στην περιοχή, καθώς θα αποδυναμωθούν οι επιθέσεις της Χαμάς και της Χεζμπολάχ κατά του Ισραήλ. Ελπίζουν επίσης ότι αυτή η εξέλιξη ίσως ανοίξει τον δρόμο για μια δίκαιη λύση στο Παλαιστινιακό ζήτημα και τον τερματισμό της αιματηρής σύγκρουσης στη Λωρίδα της Γάζας. Κομβικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση θα διαδραματίσει η ανάδειξη μιας μετριοπαθούς ηγεσίας στο Ισραήλ, ικανής να προχωρήσει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.
Από την άλλη πλευρά, και οι Παλαιστίνιοι καλούνται να υιοθετήσουν μια πιο διαλλακτική στάση, εγκαταλείποντας την επιρροή των ακραίων ισλαμιστικών οργανώσεων, οι οποίες, σύμφωνα με αναλυτές, χρησιμοποιούν τον παλαιστινιακό λαό ως εργαλείο για την υλοποίηση δικών τους σκοπιμοτήτων. Η ενεργοποίηση των Συμφωνιών του Αβραάμ και η επέκτασή τους θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην οικονομική και πολιτική ανάπτυξη της περιοχής, δημιουργώντας προοπτικές ευημερίας τόσο για τους Άραβες όσο και για τους Ισραηλινούς, ενώ θα απαλλάξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από μια μακροχρόνια εστία αστάθειας.
Ο Τραμπ στον ρόλο του παγκόσμιου σερίφη
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται πλέον να ενσαρκώνει τον ρόλο του παγκόσμιου σερίφη, πρόθυμος να επιβάλει την τάξη με το όπλο στο χέρι σε όσους δεν ακολουθούν τις επιταγές του. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι ρυθμιστικοί οργανισμοί που δημιουργήθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν χάσει την ισχύ τους, η πιθανότητα να εκτραπεί η κατάσταση είναι ορατή, ειδικά υπό το βάρος των πρόσφατων εξελίξεων στη σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ισραήλ.
Παρά τη ρητορική περί ειρήνης και αποκλιμάκωσης, ιδίως στο ουκρανικό ζήτημα, ο Τραμπ δεν δίστασε να εξασφαλίσει οικονομικά ανταλλάγματα, αποσπώντας από την ουκρανική ηγεσία παραχωρήσεις που αφορούν τα πολύτιμα κοιτάσματα σπάνιων γαιών στη χώρα. Η εξωτερική του πολιτική θυμίζει πλέον παιχνίδι πόκερ με διαδοχικές μπλόφες, με στόχο την ενίσχυση της αμερικανικής οικονομίας, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με ελλείμματα και δυσθεώρητο δημόσιο χρέος. Η πολιτική των δασμών που επέβαλε έχει αποδειχθεί σε αρκετές περιπτώσεις συμβολική, καθώς η αλληλεξάρτηση που δημιούργησε η παγκοσμιοποίηση καθιστά αναποτελεσματικές τις μονομερείς παρεμβάσεις.
Η περίπτωση της Βρετανίας μετά το Brexit είναι χαρακτηριστική. Όταν ανακοινώθηκε πρόθεση επιβολής δασμών σε όλες τις εισαγωγές, προέκυψε ότι περίπου το 75% των εξαρτημάτων των εγχώρια παραγόμενων αυτοκινήτων είναι εισαγόμενα. Οι συνέπειες ήταν προφανείς: αυξημένο κόστος παραγωγής, μείωση ανταγωνιστικότητας και το ενδεχόμενο μεταφοράς των βιομηχανικών μονάδων στο εξωτερικό.
Το προεκλογικό σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» φαίνεται να επισκιάζεται από τις στρατηγικές επιδιώξεις του Ισραήλ, καθώς το εβραϊκό λόμπι στις ΗΠΑ φαίνεται να διατηρεί ισχυρότατη επιρροή, ικανή να κατευθύνει ακόμη και την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Παράλληλα, και στην Ευρώπη υπάρχουν δυνάμεις που ωθούν την Ουάσινγκτον να εμβαθύνει την εμπλοκή της στη σύγκρουση της Ουκρανίας, παρόλο που η Ρωσία, διαθέτοντας τον μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, είναι σε θέση, ακόμα και αν δεν επικρατήσει, να αποτρέψει την ήττα διασφαλίζοντας μια στρατηγική ισοπαλία.
Ο Τραμπ, δηλώνοντας ότι χρειάζεται δύο εβδομάδες για να αποφασίσει αν θα προχωρήσει σε στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν, δείχνει να αντιλαμβάνεται το βάρος της απόφασης. Οι ΗΠΑ, διχασμένες εσωτερικά και πολιτικά αποσταθεροποιημένες, δεν διαθέτουν την ενότητα που απαιτείται για μια τέτοια στρατιωτική ενέργεια. Το Κογκρέσο έχει ήδη προειδοποιήσει ότι μια επίθεση χωρίς την έγκρισή του θα αποτελούσε αντισυνταγματική ενέργεια. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του αντιπροέδρου του Τραμπ, Τζέι Βανς, ο οποίος τόνισε δημόσια ότι οι πολίτες έχουν δίκιο να φοβούνται την εμπλοκή των ΗΠΑ σε νέες συγκρούσεις, ύστερα από 25 χρόνια αποτυχημένων εξωτερικών παρεμβάσεων.
Οι τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ, οι οποίες περιλαμβάνουν τη συντήρηση άνω των 1.000 βάσεων παγκοσμίως και πάνω από 40 στην περιφέρεια του Ιράν, συνεχίζουν να επιβαρύνουν τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Την ίδια ώρα, η Κίνα, χωρίς να διατηρεί στρατιωτικές βάσεις εκτός συνόρων, κερδίζει έδαφος και διεκδικεί πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάθε τομέα της παγκόσμιας ισχύος.
Ο απόστρατος συνταγματάρχης Ντάγκλας Μακ Γκρέγκορ, γνωστός για τις κριτικές του παρεμβάσεις, υπενθυμίζει το τεράστιο κόστος των αμερικανικών πολέμων στη Μέση Ανατολή: από το 2003, οι ΗΠΑ δαπάνησαν 12 τρισεκατομμύρια δολάρια, με τραγικό απολογισμό 7.000 νεκρούς στρατιώτες, 50.000 τραυματίες και μια κοινωνία που αιμορραγεί από το εσωτερικό, με 100.000 ετήσιους θανάτους από υπερβολική δόση φαιντανύλης. Το εθνικό χρέος των ΗΠΑ ξεπερνά πλέον τα 37 τρισεκατομμύρια δολάρια. Οι πολίτες πίστεψαν τις υποσχέσεις του Τραμπ για τον τερματισμό των υπερπόντιων συγκρούσεων και την αποφυγή ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως δηλώνει ο Μακ Γκρέγκορ: «Η Ουάσινγκτον είπε ψέματα, η Αμερική μάτωσε. Ο χρόνος τελείωσε».
Η πιθανότητα βομβαρδισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν ενέχει κινδύνους παγκόσμιας εμβέλειας. Μια τέτοια ενέργεια θα απειλούσε με ραδιενεργό μόλυνση ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, ενώ οι επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και στις οικονομίες των χωρών που εξαρτώνται από το ιρανικό πετρέλαιο θα ήταν τεράστιες. Η Ευρώπη, ήδη εξασθενημένη από την ενεργειακή κρίση και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες λόγω της ρωσικής απειλής, αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλειά της αν η σύγκρουση επεκταθεί και στην Ασία. Για τον λόγο αυτόν, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κινούνται ήδη σε διπλωματικό επίπεδο, αναζητώντας δρόμους επικοινωνίας με την Τεχεράνη.
Any retaliation will be dealt with: Pete Hegseth (U.S Secy of Defence)#Iran #Israel #US | @suyeshasavant pic.twitter.com/k0h0VQazen
— IndiaToday (@IndiaToday) June 22, 2025
Παρά την ανάγκη για αποκλιμάκωση, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, υπό την ηγεσία του Γιώργου Γεραπετρίτη, χαρακτήρισε την Τεχεράνη «πηγή αποσταθεροποίησης», ευθυγραμμιζόμενο με τη θέση των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Η στάση αυτή προστίθεται στις ενδείξεις ότι η κρίση ενδέχεται να μετατραπεί σε ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση, με απρόβλεπτες συνέπειες για τη διεθνή ειρήνη και σταθερότητα.
Το ενδεχόμενο ευρύτερης περιφερειακής σύρραξης καθίσταται πλέον ιδιαίτερα ορατό. Ειδικοί επισημαίνουν τον κίνδυνο κατάρρευσης της συμφωνίας JCPOA για τα πυρηνικά του Ιράν, την πιθανότητα εμπλοκής της Ρωσίας και της Κίνας σε διπλωματικό ή στρατιωτικό επίπεδο, καθώς και τις σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, ιδιαίτερα στην αγορά ενέργειας.
Η κλιμάκωση αυτή αποτελεί τη σοβαρότερη στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ κρατών στη Μέση Ανατολή των τελευταίων δεκαετιών. Οι επόμενες ώρες και ημέρες θα είναι κρίσιμες για να διαφανεί αν υπάρχει διπλωματικό περιθώριο αποκλιμάκωσης ή αν ο πλανήτης βρίσκεται μπροστά σε μια γενικευμένη πολεμική αναμέτρηση. Προς το παρόν, ένα είναι σαφές: το φιτίλι άναψε. Και ο κόσμος κρατά την ανάσα του.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Πιο Πρόσφατα
Ιερώνυμος : «Όσο προσφέρετε, παράγετε ελπίδα»
Πρωτοχρονιά-σφαγή στη Χερσώνα: 24 νεκροί από drones
Ριφιφί στον Κολωνό: Τρύπα σε κατάστημα παιχνιδιών