Μονοψήφια ανεργία για πρώτη φορά από το 2009

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε 8,9% το 2025, μονοψήφιο για πρώτη φορά από το 2009.
  • Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, με την ιδιωτική κατανάλωση και το Ταμείο Ανάκαμψης να συμβάλλουν καθοριστικά.
  • Η ανεργία των γυναικών παραμένει υψηλότερη (10,8%) από αυτή των ανδρών (6,3%), αλλά η ψαλίδα μειώνεται.
  • Η μακροχρόνια ανεργία αυξήθηκε στο 58,0% των ανέργων, αποτελώντας σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα.
  • Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας καταγράφονται στη Δυτική Μακεδονία (15,1%) και τα χαμηλότερα στα Ιόνια Νησιά (4,5%).

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει την ανοδική της πορεία, με την ανεργία να υποχωρεί σε μονοψήφια επίπεδα για πρώτη φορά μετά το 2009, σύμφωνα με τη φετινή μελέτη της ICAP CRIF. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στην επιχειρηματική έκδοση "Leading Employers in Greece" (2026), αποτυπώνει μια συνολικά θετική εικόνα για την αγορά εργασίας, αν και αναδεικνύει διαχρονικές προκλήσεις.

Μακροοικονομικό περιβάλλον και ανάπτυξη

Το 2025 αποτέλεσε ένα ακόμη έτος σταθερής ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, παρά το διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας λόγω γεωπολιτικών εντάσεων. Το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 2,1% σε όρους όγκου, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της ΕΛ.ΣΤΑΤ., διατηρώντας τον ίδιο ρυθμό με το 2024. Η ανάπτυξη πυροδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, ο οποίος ενισχύθηκε κατά 8,9%, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,0%, ως αποτέλεσμα της βελτίωσης της απασχόλησης και των ονομαστικών εισοδημάτων. Οι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης συνέβαλαν αποφασιστικά στη μεγέθυνση του ΑΕΠ, ευνοώντας την ολοκλήρωση πολλαπλών έργων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας ήταν υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια.

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η χώρα έχει εισέλθει σε μια φάση σταθερής και ήπιας ανάπτυξης, με δημοσιονομική πειθαρχία και μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών, το δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στο 154% το 2024. Παράλληλα, τα επιτόκια των νέων δανείων κατέγραψαν μείωση για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, διαμορφούμενα στο 4,24% τον Δεκέμβριο του 2025, έναντι 5,21% τον Δεκέμβριο του 2024 και 6,06% τον αντίστοιχο μήνα του 2023.

Η πορεία της ανεργίας

Η παρατεταμένη οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα την προηγούμενη δεκαετία, επιφέροντας κλυδωνισμούς στην αγορά εργασίας, ανήκει πλέον στο παρελθόν. Το ποσοστό ανεργίας παρουσιάζει αδιάκοπη πτώση την περίοδο 2014-2025, με την καθοδική πορεία να διατηρείται ακόμη και κατά την περίοδο 2021-2022, παρά την ενεργειακή κρίση και την αύξηση του πληθωρισμού. Το 2025 παρατηρήθηκε μικρή άνοδος στο εργατικό δυναμικό (+5,9 χιλ.), ενώ ήπια μεταβολή σημειώθηκε και στον μη οικονομικά ενεργό πληθυσμό (-21,6 χιλ.), γεγονός που υποδηλώνει ότι μέρος του πληθυσμού που βρισκόταν εκτός αγοράς εργασίας εισήλθε σε αυτή. Οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν κατά 63,7 χιλ., με τη μείωση της ανεργίας να προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση της απασχόλησης, δεδομένου ότι ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας παρέμεινε σχετικά σταθερός.

Ο αριθμός των ανέργων κατέγραψε μείωση για ακόμα ένα έτος, συνεχίζοντας την τάση των προηγουμένων ετών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το δ' τρίμηνο του 2025 ο αριθμός των ανέργων περιορίστηκε σε 394,9 χιλ. άτομα, μειωμένος κατά 12,1% σε ετήσια βάση (ή μείωση κατά 54,2 χιλ. άτομα). Το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε σε 8,3% στο δ' τρίμηνο του 2025, από 9,5% το 2024, 10,5% το 2023 και 11,9% στα τέλη του 2022. Το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε 8,9% το 2025, από 10,1% το 2024 και 11,1% το 2023, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά που το ποσοστό διαμορφώνεται σε μονοψήφιο νούμερο μετά το 2009.

Ανισότητες και προκλήσεις

Παρά τη συνολική βελτίωση, η ανεργία των γυναικών παραμένει διαχρονικά υψηλότερη σε σύγκριση με αυτή των ανδρών. Ειδικότερα, το δ' τρίμηνο του 2025 η ανεργία στις γυναίκες διαμορφώθηκε σε 10,8%, ενώ στους άνδρες το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 6,3%. Η "ψαλίδα" στα ποσοστά ανεργίας μεταξύ ανδρών και γυναικών συνεχίζει να εξομαλύνεται, με τη διαφορά να περιορίζεται στις 4,5 ποσοστιαίες μονάδες το δ' τρίμηνο του 2025, από 7,7 ποσοστιαίες μονάδες το δ' τρίμηνο του 2021.

Μελετώντας τη σύνθεση των ανέργων με βάση την ηλικιακή κλίμακα, προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Παρά την αξιόλογη μείωση που έχει σημειώσει το ποσοστό ανεργίας στους νέους (ηλικίες 15-24 ετών), οι συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες εξακολουθούν να καταγράφουν τα υψηλότερα επίπεδα ανεργίας. Συγκεκριμένα, το 17,7% των ατόμων αυτής της ομάδας δεν βρίσκουν θέση στην αγορά εργασίας, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από το 23,0% του δ' τριμήνου του 2024 και το 51,5% του δ' τριμήνου του 2014. Από τους 394,9 χιλ. άνεργους, ποσοστό 35,9% είναι άτομα ηλικίας 45-64 ετών, ενώ το ποσοστό ανέργων ηλικίας 30-44 ετών διαμορφώθηκε σε 33,6%, γεγονός που υποδηλώνει τη δυσκολία απορρόφησής τους από την αγορά εργασίας.

Το ποσοστό ανεργίας στο σύνολο του εργατικού δυναμικού μειώθηκε για όλες τις ηλικιακές ομάδες, ακόμα και για την ηλικιακή ομάδα των άνω των 65. Ωστόσο, το μερίδιο των μακροχρόνια ανέργων (εκτός εργασίας για περισσότερους από 12 μήνες) παρουσίασε σταθερή μείωση την περίοδο 2015-2023, αλλά η τάση αυτή αντιστράφηκε την τελευταία διετία. Το δ' τρίμηνο του 2025, το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων στο σύνολο των ανέργων διαμορφώθηκε στο 58,0%, έναντι 53,5% την ίδια περίοδο του 2024. Σε απόλυτο μέγεθος, οι μακροχρόνια άνεργοι ανήλθαν σε 229,1 χιλ. άτομα. Η μακροχρόνια ανεργία αποτελεί ένα από τα βαθύτερα και πιο δυσεπίλυτα προβλήματα της αγοράς εργασίας, με την παγίωσή της σε υψηλά επίπεδα να συνιστά σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, δεδομένου ότι η μερίδα αυτή των ανέργων δεν δικαιούται επιδόματος, ενώ όσο επεκτείνεται η περίοδος ανεργίας τους μειώνονται σημαντικά οι πιθανότητες επανένταξής τους.

Από την άλλη πλευρά, το 18,6% των ανέργων ήταν νέοι άνεργοι, δηλαδή εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας αναζητώντας απασχόληση. Το ποσοστό κυμαίνεται σε σχετικά υψηλά επίπεδα αλλά έχει φθίνουσα τάση, λαμβάνοντας μέγιστη τιμή δεκαετίας το 2022, όταν διαμορφώθηκε σε 25,3%.

Εκπαίδευση και περιφερειακές ανισότητες

Όσον αφορά τη σύνθεση των ανέργων βάσει μορφωτικού επιπέδου, η πλειονότητα των εγγεγραμμένων ανέργων (155,0 χιλ. άτομα ή το 39,3%) έχουν απολυτήριο Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ ακολουθούν οι πτυχιούχοι Α.Τ.Ε.Ι. (75,0 χιλ. άτομα ή το 19,0%) και οι πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών Εκπαίδευσης (73,2 χιλ. άτομα ή 18,5%). Τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας καταγράφονται στην κατηγορία κατόχων διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (4,7%) και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (7,7%), ενώ τα υψηλότερα ποσοστά αντιστοιχούν στα άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.

Σε επίπεδο περιφέρειας, το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (15,1%) παρατηρείται στη Δυτική Μακεδονία, ενώ ακολουθούν η Κεντρική Μακεδονία (11,8%) και η Ήπειρος (10,7%). Η χαμηλότερη ανεργία καταγράφεται στα Ιόνια Νησιά (4,5%) και στο Νότιο Αιγαίο (5,2%). Σε απόλυτα μεγέθη, ο μεγαλύτερος αριθμός ανέργων βρίσκεται στην Αττική (121,4 χιλ. άτομα ή το 30,7%) και στην Κεντρική Μακεδονία (96,7 χιλ. άτομα ή το 24,5%), γεγονός αναμενόμενο λόγω του μεγάλου πληθυσμού τους.

Ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου ICAP CRIF, Νικήτας Κωνσταντέλλος, δήλωσε: "Θετικές ήταν οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα, καθώς το 2025 επιτεύχθηκε μείωση της ανεργίας και παράλληλα αύξηση της απασχόλησης, συνεχίζοντας την τάση των τελευταίων ετών. Συγκεκριμένα, ο ετήσιος δείκτης ανεργίας το 2025 κατέγραψε ιστορική επίδοση, καθώς για δωδέκατη διαδοχική χρονιά μειώθηκε, διαμορφούμενος σε 8,9% από 10,1% το 2024. Είναι αξιοσημείωτο πως το ποσοστό της ανεργίας κυμάνθηκε σε μονοψήφια επίπεδα για πρώτη φορά μετά το 2009, που ήταν 9,6%. Από την άλλη πλευρά, το πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας εμμένει, καθώς το δ' τρίμηνο του 2025 το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων στο σύνολο των ανέργων διαμορφώθηκε στο 58,0% έναντι 53,5% την ίδια περίοδο του 2024. Είναι γεγονός ότι τα μικρότερα ποσοστά ανεργίας με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης εντοπίζονται στις κατηγορίες κατόχων διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (4,7%) και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (7,7%) το δ' τρίμηνο του 2025. Επομένως, γίνεται αντιληπτό πως η υψηλού επιπέδου κατάρτιση εξασφαλίζει, σε μεγαλύτερο βαθμό, την ταχύτερη ένταξη στην αγορά εργασίας. Σε ανοδική τροχιά κινήθηκε η ελληνική οικονομία και σε επίπεδο ΑΕΠ, καθώς το 2025 πέτυχε αύξηση 2,1%, ποσοστό αντίστοιχο του 2024. Για ακόμα μία χρονιά ο ρυθμός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ ήταν υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο αύξησης των χωρών της Ε.Ε. Όσον αφορά την πρόβλεψη για το ΑΕΠ το 2026, σύμφωνα με εκτιμήσεις θεσμικών φορέων, αναμένεται και το τρέχον έτος να κλείσει με θετικό πρόσημο. Η τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης καθώς και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) θεωρούνται καταλυτικοί παράγοντες για τη διατήρηση της αναπτυξιακής πορείας της οικονομίας. Παρά τις αναπόφευκτες επιπτώσεις του διεθνούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος, η χώρα μας επιδεικνύει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα και εκτιμώ ότι η ελληνική οικονομία θα διατηρήσει τη θετική της τροχιά, μειώνοντας σταθερά τα ποσοστά ανεργίας."