Morgan Stanley: Ανάπτυξη άνω του 2% για Ελλάδα

Σύνοψη Άρθρου

  • Η Morgan Stanley προβλέπει ανάπτυξη 2,1% για το 2026 και 2,0% για το 2027, με την εγχώρια ζήτηση να αποτελεί τον κύριο μοχλό.
  • Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,5% ετησίως, υποστηριζόμενη από την αύξηση του κατώτατου μισθού και τις σφιχτές συνθήκες στην αγορά εργασίας.
  • Παρά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026, η τράπεζα δεν προβλέπει απότομη πτώση των επενδύσεων, λόγω της πιθανής αξιοποίησης άλλων ευρωπαϊκών κονδυλίων.
  • Η ισχυρή δημοσιονομική θέση της Ελλάδας, με μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα, παρέχει προστασία από μια ενδεχόμενη ενεργειακή κρίση.
  • Η Morgan Stanley εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων το 2026 και σε δύο μειώσεις το 2027.

Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα Morgan Stanley, σε πρόσφατη ανάλυσή της για τις προοπτικές των ευρωπαϊκών οικονομιών εν μέσω των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, διατηρεί ιδιαίτερα θετική στάση για την ελληνική οικονομία. Οι αναλυτές του οίκου προβλέπουν ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης άνω του 2% για την περίοδο 2026-2027, υποστηρίζοντας ότι η αφήγηση της υπεραπόδοσης της χώρας δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Ειδικότερα, η Morgan Stanley εκτιμά ότι το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) θα αυξηθεί κατά 2,1% το 2026 και κατά 2,0% το 2027. Η ανάπτυξη αυτή, σύμφωνα με την τράπεζα, θα στηριχθεί εξ ολοκλήρου από την εγχώρια ζήτηση, ενώ οι καθαρές εξαγωγές αναμένεται να λειτουργήσουν ανασταλτικά και για τα δύο έτη. Η σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού, σε συνδυασμό με μια σταθερή άνοδο της αμοιβής ανά εργαζόμενο, έχει ήδη οδηγήσει σε σωρευτική αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 15,5% την περίοδο 2019-2025.

Προοπτικές για την ιδιωτική κατανάλωση και την αγορά εργασίας

Για το προσεχές διάστημα, οι αναλυτές της τράπεζας αναμένουν μια ήπια επιβράδυνση στον ρυθμό αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης, ωστόσο η τάση θα παραμείνει θετική. Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συνεχίζει να ενισχύεται με σταθερό ρυθμό, λαμβάνοντας ώθηση από την πρόσθετη αύξηση του κατώτατου μισθού που εφαρμόστηκε τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους. Παράλληλα, οι συνθήκες στην αγορά εργασίας παραμένουν σφιχτές, δημιουργώντας ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την κατανάλωση. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Morgan Stanley προβλέπει ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα επεκταθεί με ετήσιο ρυθμό 1,5% κατά την περίοδο 2026-2027.

Ο ρόλος του Ταμείου Ανάκαμψης και οι επενδύσεις

Οι επενδύσεις αποτελούν έναν από τους βασικούς πυλώνες της ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, υποστηριζόμενες σε μεγάλο βαθμό από την υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), το οποίο αντιστοιχεί περίπου στο 16% του ΑΕΠ. Μέχρι σήμερα, η Ελλάδα έχει λάβει κεφάλαια ύψους περίπου 24,6 δισεκατομμυρίων ευρώ, που αντιστοιχούν στο 10% του ΑΕΠ. Από αυτά, τα 11,7 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούν δάνεια και τα 12,9 δισεκατομμύρια ευρώ επιχορηγήσεις. Από την έναρξη της εφαρμογής του προγράμματος στα τέλη του 2021, οι πάγιες επενδύσεις στη χώρα έχουν σημειώσει αύξηση άνω του 45%.

Παρότι η λήξη του προγράμματος το 2026 έχει εγείρει ανησυχίες για ένα ενδεχόμενο φαινόμενο απότομης πτώσης των επενδύσεων, η Morgan Stanley εμφανίζεται καθησυχαστική. Ο οίκος εκτιμά ότι οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται να μειωθούν μετά το 2026, για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, ένα μέρος της χρηματοδότησης του RRF είναι πιθανό να μην έχει εξαντληθεί έως τη λήξη του προγράμματος και θα μπορεί να αξιοποιηθεί τα επόμενα έτη. Δεύτερον, μόλις απορροφηθεί το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων του RRF, η τράπεζα αναμένει ότι η Ελλάδα θα επιταχύνει την αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων, όπως αυτά της Πολιτικής Συνοχής, διατηρώντας έτσι αμείωτη τη δυναμική των επενδύσεων.

Δημοσιονομική ανθεκτικότητα και ενεργειακή κρίση

Η ελληνική οικονομία είναι περισσότερο εκτεθειμένη σε κρίσεις τιμών ενέργειας σε σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης, λόγω του ενεργειακού της μείγματος και της υψηλής εξάρτησης από εισαγωγές. Ωστόσο, η Morgan Stanley επισημαίνει ότι η χώρα βρίσκεται σε ισχυρή δημοσιονομική θέση, η οποία της επιτρέπει να απορροφήσει τέτοιους κραδασμούς. Το πολύ μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα που καταγράφηκε το 2025 παρέχει στην κυβέρνηση άφθονο δημοσιονομικό χώρο για να παρέμβει και να προστατεύσει την οικονομία, σε περίπτωση που οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η τράπεζα προβλέπει ότι το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί από 1,7% του ΑΕΠ το 2025 σε 0,5% το 2026.

Πολιτικό σκηνικό και εκλογικές εξελίξεις

Στο πολιτικό μέτωπο, η Morgan Stanley σημειώνει ότι η διεξαγωγή εκλογών είναι προγραμματισμένη για τον Ιούλιο του 2027. Ωστόσο, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει πυροδοτήσει δημοσιεύματα για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, ένα σενάριο που η κυβέρνηση έχει μέχρι στιγμής απορρίψει. Οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία είναι πιθανό να παραμείνει στην εξουσία, αν και υπό δυσχερέστερες συνθήκες, όπως μια κυβέρνηση συνασπισμού ή μειοψηφίας, εφόσον δεν καταφέρει να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία. Το κόμμα βρίσκεται περίπου στο 31% στις δημοσκοπήσεις, ποσοστό χαμηλότερο από το 38-40% που απαιτείται συνήθως για μονοκομματική διακυβέρνηση. Οι πλησιέστεροι ανταγωνιστές της ΝΔ είναι το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και η Πλεύση Ελευθερίας. Σε περίπτωση που η ΝΔ δεν εξασφαλίσει πλειοψηφία, ενδέχεται να χρειαστεί να αναζητήσει εταίρους συνασπισμού ή να οδηγηθεί η χώρα σε επαναληπτικές εκλογές.

Νομισματική πολιτική και πληθωρισμός

Με φόντο τις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2026, με αποτέλεσμα το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων να διαμορφωθεί στο 2,5%. Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πορεία των τιμών της ενέργειας. Για το 2027, οι πληθωριστικές επιπτώσεις από την ενέργεια αναμένεται να αρχίσουν να εξασθενούν, ενώ η οικονομική δραστηριότητα θα παραμένει υποτονική. Σε αυτό το σενάριο, οι μισθοί επιβραδύνονται και ο γενικός πληθωρισμός μειώνεται κάτω από τον στόχο. Στο βασικό σενάριο της τράπεζας, η ΕΚΤ προβαίνει σε δύο μειώσεις επιτοκίων, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2027, επαναφέροντας το επιτόκιο στο 2,0%.