Ναύπλιο: Ο θάνατος της νοσηλεύτριας, οι αντιφάσεις Γεωργιάδη και η σκληρή αλήθεια για τα «ξέφραγα» νοσοκομεία
Ο θάνατος της 55χρονης νοσηλεύτριας στο Νοσοκομείο Ναυπλίου δεν είναι ένα περιστατικό που μπορεί να κλείσει με μια βιαστική υπουργική ανάρτηση, ούτε με μια εύκολη συλλογική ενοχοποίηση. Είναι μια τραγωδία που απαιτεί ψυχραιμία, στοιχεία και κυρίως πολιτική ειλικρίνεια. Διότι εδώ δεν συζητάμε μόνο για το αν μια ομάδα συγγενών φώναζε, έκλαιγε ή προπηλάκιζε. Συζητάμε για το αν τα δημόσια νοσοκομεία της χώρας μπορούν πλέον να προστατεύσουν τους εργαζομένους τους, τους ασθενείς και την ίδια την έννοια της δημόσιας περίθαλψης.
Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι ο θάνατος της νοσηλεύτριας δεν πρέπει να «χρεωθεί» στους Ρομά που βρέθηκαν στο νοσοκομείο. Επικαλέστηκε τη δήλωση του προέδρου του Συλλόγου Εργαζομένων του Νοσοκομείου Ναυπλίου, Βασίλη Μπαβέλλα, σύμφωνα με την οποία οι συγγενείς δεν ήταν επιθετικοί, αλλά βρίσκονταν σε κατάσταση πανικού επειδή είχαν μαζί τους ένα 8χρονο παιδί αναίσθητο και πίστευαν ότι είχε πεθάνει. Ο ίδιος ο υπουργός υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για περιστατικό βίας σε βάρος εργαζομένων.
Από την άλλη πλευρά, η ΠΟΕΔΗΝ και ο πρόεδρός της, Μιχάλης Γιαννάκος, περιγράφουν μια πολύ διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, στο Νοσοκομείο Ναυπλίου, το οποίο δεν εφημέρευε, μεταφέρθηκαν πέντε τραυματίες από τροχαίο, ανάμεσά τους και ένα παιδί σε σοβαρή κατάσταση. Στα Επείγοντα υπήρχαν δύο νοσηλεύτριες, οι οποίες κλήθηκαν να διαχειριστούν το περιστατικό μέσα σε συνθήκες μεγάλης έντασης, με δεκάδες συνοδούς να φωνάζουν και, κατά την καταγγελία της ΠΟΕΔΗΝ, να βρίζουν το προσωπικό. Λίγο αργότερα, η 55χρονη νοσηλεύτρια υπέστη ανακοπή και κατέληξε, παρά τις προσπάθειες των συναδέλφων της.
Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αποφυγή συλλογικής ενοχής και στην αποσιώπηση της πραγματικότητας
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ζητήσει να φορτωθεί σε μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα η ευθύνη για τον θάνατο μιας εργαζόμενης. Η συλλογική ενοχοποίηση είναι άδικη, επικίνδυνη και πολιτικά ανεύθυνη. Άλλο όμως αυτό και άλλο να μετατρέπεται η ανάγκη αποφυγής γενικεύσεων σε εργαλείο αποσιώπησης υπαρκτών προβλημάτων.
Διότι εδώ υπάρχει ένα πραγματικό ερώτημα: όταν δεκάδες άτομα κατακλύζουν έναν χώρο επειγόντων περιστατικών, όταν το προσωπικό βρίσκεται ήδη σε οριακή κατάσταση, όταν ένα νοσοκομείο που δεν εφημερεύει αναγκάζεται να λειτουργήσει κάτω από έκτακτη πίεση, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη; Είναι αρκετό να πει ο υπουργός ότι «δεν υπήρξε βία»; Ή οφείλει να απαντήσει γιατί το νοσοκομείο δεν είχε μηχανισμό άμεσης αποφόρτισης, ελέγχου πρόσβασης, φύλαξης και προστασίας των εργαζομένων;
Η πολιτική ευθύνη δεν περιορίζεται στην απόδοση ποινικής ή ιατρικής αιτιότητας. Αφορά το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνουν οι τραγωδίες. Και το πλαίσιο αυτό είναι γνωστό: υποστελεχωμένα νοσοκομεία, εξαντλημένοι υγειονομικοί, ΤΕΠ που λειτουργούν σαν χώροι ανεξέλεγκτης πίεσης, ελλιπής φύλαξη και διοικήσεις που συχνά αφήνουν το προσωπικό να βγάζει μόνο του το φίδι από την τρύπα.
Ο κ. Γεωργιάδης έχει δίκιο σε ένα πράγμα: δεν πρέπει να αποδώσουμε συλλογική ευθύνη στους Ρομά. Όμως δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιήσει αυτή τη σωστή αρχή ως πολιτική ασπίδα για να κλείσει πρόωρα τη συζήτηση. Διότι η κοινωνία δεν ζητά να στοχοποιηθεί μια ομάδα πολιτών. Ζητά να μάθει αν οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία προστατεύονται. Ζητά να μάθει αν υπάρχουν κανόνες. Ζητά να μάθει αν οι υπουργοί βλέπουν την πραγματικότητα ή αν τη φιλτράρουν μέσα από επικοινωνιακές και εκλογικές ευαισθησίες.
Άλλο η αγωνία μιας οικογένειας και άλλο η κατάρρευση της τάξης στα ΤΕΠ
Είναι ανθρώπινο μια οικογένεια να πανικοβάλλεται όταν βλέπει ένα παιδί αναίσθητο. Είναι αυτονόητο ότι οι συγγενείς ενός τραυματισμένου παιδιού μπορεί να φωνάξουν, να κλάψουν, να χάσουν την ψυχραιμία τους. Αυτό πρέπει να το κατανοεί κάθε σοβαρός άνθρωπος. Όμως άλλο πράγμα η ανθρώπινη αγωνία μιας οικογένειας και άλλο πράγμα η ανεξέλεγκτη παρουσία δεκάδων ατόμων μέσα σε έναν κρίσιμο χώρο νοσοκομείου.
Τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών δεν είναι πλατείες, ούτε χώροι εκτόνωσης κοινωνικής έντασης. Είναι χώροι όπου κρίνονται ζωές. Εκεί χρειάζονται ψυχραιμία, τάξη, ιεράρχηση, ασφάλεια και σεβασμός στο προσωπικό. Όταν αυτά απουσιάζουν, το σύστημα δεν δοκιμάζεται απλώς. Διαλύεται.
Ο Μιχάλης Γιαννάκος έθεσε το ζήτημα στη σκληρή του βάση: τα νοσοκομεία δεν μπορούν να είναι «ξέφραγο αμπέλι». Η ΠΟΕΔΗΝ ζητά ειδικό σώμα ασφαλείας, εκπαιδευμένο προσωπικό, πραγματική αστυνομική συνδρομή όπου απαιτείται και σαφή προστασία των εργαζομένων. Αυτά δεν είναι ακραίες απαιτήσεις. Είναι τα ελάχιστα που οφείλει ένα κράτος στους ανθρώπους που κρατούν όρθιο το ΕΣΥ.
Το ζήτημα δεν είναι να επιλεγεί ένας εύκολος ένοχος. Το ζήτημα είναι να μη χαθεί η ουσία μέσα στην πολιτική προσοχή των λέξεων. Όταν ένας υπουργός εμφανίζεται πρωτίστως να αποφορτίζει τη συζήτηση, ενώ οι εργαζόμενοι μιλούν για καθεστώς φόβου και ανεπαρκούς προστασίας, τότε η κοινωνία δικαιούται να αναρωτηθεί: μήπως η πολιτική εξουσία φοβάται περισσότερο το πολιτικό κόστος από την αλήθεια των νοσοκομείων;
Η ευθύνη του κράτους είναι πάνω από κάθε εκλογικό υπολογισμό
Σε κάθε δημοκρατία, όλες οι κοινωνικές ομάδες έχουν δικαιώματα. Κανείς δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας. Αυτό όμως ισχύει για όλους: για τους Ρομά, για τους ασθενείς, για τους συγγενείς, αλλά και για τις νοσηλεύτριες, τους γιατρούς, τους τραυματιοφορείς, τους εργαζομένους που μπαίνουν κάθε μέρα σε βάρδιες εξουθενωτικές, συχνά χωρίς επαρκή στήριξη.
Το κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τους πολίτες με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Δεν μπορεί να δείχνει υπερευαισθησία όταν φοβάται ότι θα κατηγορηθεί για στοχοποίηση μιας κοινωνικής ομάδας και αδιαφορία όταν οι υγειονομικοί ζητούν απλή προστασία στον χώρο εργασίας τους. Δεν μπορεί να θυμάται τα ανθρώπινα δικαιώματα μόνο επικοινωνιακά και να ξεχνά το δικαίωμα των εργαζομένων να μη δουλεύουν μέσα σε συνθήκες χάους.
Η υπόθεση του Ναυπλίου δεν χρειάζεται κραυγές. Χρειάζεται έρευνα, επίσημα πορίσματα, καθαρή καταγραφή των πραγματικών περιστατικών και πολιτική ανάληψη ευθύνης. Αν δεν υπήρξε βία, να ειπωθεί καθαρά. Αν υπήρξε ανεξέλεγκτη ένταση, να καταγραφεί επίσης καθαρά. Αν το νοσοκομείο δεν εφημέρευε και βρέθηκε να διαχειρίζεται έκτακτο περιστατικό χωρίς επαρκές πλαίσιο ασφάλειας, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο από την ταυτότητα όσων μπήκαν στα ΤΕΠ.
Η τραγωδία της 55χρονης νοσηλεύτριας δεν πρέπει να γίνει ούτε άλλοθι ρατσισμού ούτε άλλοθι κυβερνητικής αθώωσης. Πρέπει να γίνει αφορμή για να ειπωθεί κάτι απλό: οι υγειονομικοί δεν είναι αναλώσιμοι. Τα νοσοκομεία δεν είναι χώροι όπου ο καθένας μπαίνει όπως θέλει, φωνάζει όπως θέλει και απαιτεί όπως θέλει. Και η πολιτεία δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από προσεκτικές διατυπώσεις όταν οι εργαζόμενοι ζητούν προστασία.
Κύριε Γεωργιάδη, άλλο είναι να υπερασπίζεσαι την ανθρώπινη αγωνία μιας οικογένειας και άλλο να αφήνεις αναπάντητο το ερώτημα της ασφάλειας ενός ολόκληρου νοσοκομείου. Άλλο είναι να αποφεύγεις τη συλλογική ενοχοποίηση και άλλο να δίνεις την εντύπωση ότι η πολιτική διαχείριση προηγείται της πραγματικής λογοδοσίας. Η κοινωνία ακούει και τις δύο εκδοχές. Τα συμπεράσματα είναι δικά της.
Πιο Δημοφιλή
Δίκη Τεμπών: Να μη θαφτεί η αλήθεια
Αρχιερείς: Αυξήσεις την ώρα που η κοινωνία πιέζεται
Έρευνα Berklee: Οι μουσικοί στρέφονται στην AI
Πιο Πρόσφατα
ΔΥΠΑ: Προσωρινοί πίνακες για 70 εκπαιδευτικούς
Αύξηση τιμών εισαγωγών στις ΗΠΑ τον Μάιο
Φιντάν: Αποφυγή επεισοδίων στη Μαύρη Θάλασσα