14 Ιουλίου 2026

ΝΔ: Όταν η αυτοδυναμία ξεθωριάζει, αρχίζουν τα σενάρια συγκυβέρνησης

Η παρέμβαση του Άδωνι Γεωργιάδη για τα σενάρια μετεκλογικών συνεργασιών δεν μπορεί να διαβαστεί ως μια τυχαία πολιτική αποστροφή. Ο αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας άνοιξε ξανά τη συζήτηση για κυβερνητικές συμπράξεις, βάζοντας στο κάδρο τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ένα πιθανό κόμμα του Αντώνη Σαμαρά, σε μια χρονική στιγμή που το Μέγαρο Μαξίμου εξακολουθεί επισήμως να επιμένει στον στόχο της αυτοδυναμίας.

Η αναφορά στο ΠΑΣΟΚ έχει περιορισμένο πραγματικό βάρος, καθώς η Χαριλάου Τρικούπη έχει δεσμευτεί πολιτικά ότι δεν πρόκειται να στηρίξει κυβέρνηση υπό τη Νέα Δημοκρατία. Το ουσιαστικό μήνυμα της τοποθέτησης Γεωργιάδη βρισκόταν αλλού: στην αναφορά στον Αντώνη Σαμαρά ως πιθανό μετεκλογικό εταίρο, με έναν καθοριστικό όρο, την αποδοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία.

Με αυτή τη διατύπωση, η Πειραιώς επιχειρεί να ανοίξει πρώτη το γήπεδο των συνεργασιών, χωρίς να εγκαταλείπει δημόσια το αφήγημα της αυτοδυναμίας. Πρόκειται για λεπτή πολιτική ισορροπία, καθώς η Νέα Δημοκρατία γνωρίζει ότι ένα τμήμα του εκλογικού σώματος αντιμετωπίζει πλέον θετικά τις κυβερνήσεις συνεργασίας και κουράζεται από την επίκληση του «όλα ή τίποτα».

Από την αυτοδυναμία στο σενάριο της συνεννόησης

Η παρατεταμένη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει δημιουργήσει φθορά, ενώ η επιμονή στην αυτοδυναμία μπορεί να εκληφθεί από μερίδα ψηφοφόρων ως ένδειξη πολιτικής αλαζονείας. Ο Άδωνις Γεωργιάδης, εμφανίζοντας τη ΝΔ ως δύναμη που διαθέτει και εναλλακτικές επιλογές, επιχειρεί να αποφορτίσει αυτή την εικόνα.

Η κίνηση έχει και δεύτερη ανάγνωση. Από τη στιγμή που η συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ μοιάζει πολιτικά κλειστή πριν καν ανοίξει, το μόνο σενάριο που μένει ζωντανό στον χώρο της κεντροδεξιάς είναι ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά. Εκεί ακριβώς παρεμβαίνει ο κ. Γεωργιάδης, γνωρίζοντας ότι η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί εύκολα να αποκλείσει δημοσίως κάθε δυνατότητα συνεννόησης με έναν πρώην πρωθυπουργό της παράταξης.

Άλλωστε, τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Άδωνις Γεωργιάδης, όπως και αρκετά σημερινά κυβερνητικά στελέχη, είχαν συμμετάσχει στην κυβέρνηση Σαμαρά. Θα ήταν πολιτικά αντιφατικό να υποστηρίξουν ότι δεν υπάρχει καμία βάση συνεργασίας με έναν πολιτικό χώρο που θα κινείται μέσα στο ίδιο ευρύτερο ιδεολογικό πεδίο.

Η πραγματική πολιτική παγίδα βρίσκεται στον όρο που τίθεται. Η αποδοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη ως πρωθυπουργού μετατρέπει την πρόταση συνεργασίας σε δοκιμασία για τον Αντώνη Σαμαρά. Ο πρώην πρωθυπουργός, εφόσον προχωρήσει σε νέο κόμμα, θα κληθεί αργά ή γρήγορα να απαντήσει αν μπορεί να στηρίξει κυβέρνηση υπό τον σημερινό αρχηγό της ΝΔ.

Η απάντηση αυτή είναι πολιτικά δύσκολη. Αν πει «ναι», θα αποδυναμώσει τον λόγο ύπαρξης ενός νέου κόμματος που θα έχει στηθεί πάνω στην κριτική προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αν πει «όχι», θα δώσει στη Νέα Δημοκρατία το επιχείρημα ότι η ψήφος στο κόμμα Σαμαρά οδηγεί σε αδιέξοδο, δεύτερες εκλογές και αστάθεια.

Το αφήγημα της χαμένης ψήφου

Αυτό είναι το κέντρο της στρατηγικής. Η Νέα Δημοκρατία θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη συνεννόησης, ενώ ταυτόχρονα να φορτώσει την ευθύνη της αδιαλλαξίας στους πιθανούς αντιπάλους της. Με αυτόν τον τρόπο, αν δεν προκύψει αυτοδυναμία, η Πειραιώς θα επιχειρήσει να δείξει ότι εκείνη αναζήτησε λύση και οι άλλοι την αρνήθηκαν.

Το αφήγημα της «χαμένης ψήφου» μπορεί να γίνει κρίσιμο εργαλείο στην προεκλογική περίοδο. Αν ο Αντώνης Σαμαράς αρνηθεί προκαταβολικά οποιαδήποτε στήριξη σε κυβέρνηση Μητσοτάκη, η ΝΔ θα υποστηρίξει ότι η ψήφος προς το κόμμα του δεν οδηγεί σε κυβερνητική λύση, αλλά μόνο σε αποσταθεροποίηση του κεντροδεξιού χώρου.

Η ίδια τακτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί και απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Εφόσον η Χαριλάου Τρικούπη απορρίπτει εκ των προτέρων κάθε στήριξη σε κυβέρνηση υπό τη ΝΔ, το Μαξίμου θα επιχειρήσει να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη άρνησης, η οποία δεν αναλαμβάνει ευθύνη διακυβέρνησης.

Η τοποθέτηση Γεωργιάδη, επομένως, δεν ήταν μια αφελής πρόταση συνεργασίας. Ήταν μια πολιτική κίνηση που στήνει από τώρα το πλαίσιο της επόμενης ημέρας. Η Νέα Δημοκρατία θέλει να διατηρήσει το προβάδισμα της πρωτοβουλίας, να πιέσει τους πιθανούς εταίρους και να προετοιμάσει το εκλογικό ακροατήριο για το ενδεχόμενο κυβερνήσεων συνεργασίας.

Το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι η συζήτηση για τις συνεργασίες θα επανέρχεται όσο οι δημοσκοπήσεις δεν εγγυώνται άνετη αυτοδυναμία. Γι’ αυτό επιχειρεί να μετατρέψει την αδυναμία σε τακτικό πλεονέκτημα: να δείξει ότι έχει σχέδιο, επιλογές και πολιτική ψυχραιμία, ενώ οι υπόλοιποι εμφανίζονται εγκλωβισμένοι σε αρνήσεις.

Το πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία είναι ότι η ίδια η συζήτηση περί συνεργασιών αποκαλύπτει και κάτι ακόμη: η αυτοδυναμία δεν θεωρείται πλέον βέβαιη. Η δημόσια αναφορά σε εναλλακτικά σενάρια, όσο προσεκτικά κι αν διατυπώνεται, επιβεβαιώνει ότι στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης υπολογίζουν ήδη την επόμενη ημέρα χωρίς απόλυτη κοινοβουλευτική κυριαρχία.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν άνοιξε απλώς ένα παράθυρο συνεργασίας. Έβαλε τον Αντώνη Σαμαρά μπροστά σε ένα πολιτικό δίλημμα, έστειλε μήνυμα στο ΠΑΣΟΚ και προετοίμασε το έδαφος για το επιχείρημα της ευθύνης. Σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, όπου η ακρίβεια, η φθορά και η διάσπαση του δεξιού χώρου θα πιέζουν τη Νέα Δημοκρατία, τέτοιες κινήσεις δεν γίνονται χωρίς υπολογισμό.