Νέα μελέτη προειδοποιεί για φαιντανύλη και συνδυασμούς οπιοειδών

Σοβαρές διαφορές στον κίνδυνο αναπνευστικής καταστολής μεταξύ των συνταγογραφούμενων οπιοειδών καταγράφει νέα επιστημονική μελέτη, με τη φαιντανύλη να εμφανίζει την ισχυρότερη συσχέτιση με τη συγκεκριμένη επικίνδυνη επιπλοκή.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMC Medicine. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο κίνδυνος δεν είναι ίδιος για όλα τα οπιοειδή, ενώ αυξάνεται ανάλογα με το φάρμακο, τη δόση και τον συνδυασμό με άλλες ουσίες που επηρεάζουν το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Η αναπνευστική καταστολή προκαλεί επιβράδυνση ή μείωση του βάθους της αναπνοής. Σε βαριές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε πτώση του οξυγόνου, αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα, απώλεια συνείδησης, καρδιοαναπνευστική ανακοπή και θάνατο.

Τα οπιοειδή παραμένουν σημαντικά φάρμακα για την αντιμετώπιση ισχυρού πόνου, ιδιαίτερα μετά από σοβαρούς τραυματισμούς και χειρουργικές επεμβάσεις. Χρησιμοποιούνται επίσης σε χρόνιες παθήσεις και στην ανακουφιστική φροντίδα, όταν οι γιατροί κρίνουν ότι το προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνει τους κινδύνους.

Στην κατηγορία περιλαμβάνονται η κωδεΐνη, η μορφίνη, η οξυκωδόνη, η τραμαδόλη, η βουπρενορφίνη και η φαιντανύλη. Όλες δρουν σε υποδοχείς του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος, μειώνοντας την αίσθηση του πόνου, μπορούν όμως ταυτόχρονα να επηρεάσουν τα κέντρα που ελέγχουν την αναπνοή.

Πάνω από τριπλάσιος κίνδυνος σε σχέση με την κωδεΐνη

Η ερευνητική ομάδα εξέτασε ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία από 32.909 ενήλικους νοσηλευόμενους σε μεγάλο νοσοκομείο της βορειοδυτικής Αγγλίας. Οι ασθενείς είχαν λάβει οπιοειδή για πόνο που δεν συνδεόταν με καρκίνο.

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν πραγματικές καταγραφές χορήγησης των φαρμάκων και όχι μόνο ιατρικές συνταγές. Παράλληλα, αξιολόγησαν τον ρυθμό της αναπνοής, τα επίπεδα οξυγόνου, τη γενική κλινική εικόνα και τις περιπτώσεις στις οποίες χορηγήθηκε ναλοξόνη για την αναστροφή των επιδράσεων των οπιοειδών.

Από το σύνολο των ασθενών, 1.969, ποσοστό περίπου 6%, εμφάνισαν αναπνευστική καταστολή με βάση τον κύριο ορισμό της μελέτης. Σε 645 καταγράφηκε σοβαρή αναπνευστική καταστολή, ενώ 318 χρειάστηκαν ναλοξόνη κατά τη νοσηλεία τους.

Μετά την προσαρμογή για άλλους παράγοντες κινδύνου, η φαιντανύλη συνδέθηκε με 3,36 φορές υψηλότερο κίνδυνο αναπνευστικής καταστολής σε σύγκριση με την κωδεΐνη.

Η ταυτόχρονη χρήση περισσότερων οπιοειδών συνδέθηκε με περίπου 2,74 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο. Για την οξυκωδόνη ο κίνδυνος ήταν 2,10 φορές υψηλότερος, ενώ για τη μορφίνη 1,84 φορές υψηλότερος σε σύγκριση με την κωδεΐνη.

Όταν η φαιντανύλη συγκρίθηκε απευθείας με τη μορφίνη, διαπιστώθηκε ότι συνδεόταν με αύξηση του κινδύνου κατά περίπου 85%. Οι συνδυασμοί οπιοειδών παρουσίασαν επίσης σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο από τη μορφίνη.

Η φαιντανύλη είναι εξαιρετικά ισχυρό συνθετικό οπιοειδές, με ταχεία είσοδο στον εγκέφαλο. Τα χαρακτηριστικά αυτά την καθιστούν αποτελεσματική σε ορισμένες μορφές έντονου πόνου, αυξάνουν όμως την πιθανότητα απότομης καταστολής της αναπνοής όταν η δόση, η επιλογή του ασθενούς ή η παρακολούθηση δεν είναι κατάλληλες.

Τα ευρήματα αφορούν συνταγογραφούμενη και χορηγούμενη φαιντανύλη σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Η μελέτη δεν εξέτασε την παράνομη φαιντανύλη που κυκλοφορεί στη μαύρη αγορά και έχει συνδεθεί με μεγάλο αριθμό θανάτων από υπερδοσολογία, ιδιαίτερα στη Βόρεια Αμερική.

Μεγαλύτερος κίνδυνος με υψηλές δόσεις και γκαμπαπεντινοειδή

Η ανάλυση επιβεβαίωσε ότι όσο αυξάνεται η συνολική δόση των οπιοειδών τόσο ενισχύεται και ο κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής.

Οι ασθενείς που λάμβαναν τουλάχιστον 120 χιλιοστογραμμάρια ισοδύναμου μορφίνης ημερησίως παρουσίαζαν υπερδιπλάσιο κίνδυνο σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν λιγότερα από 50 χιλιοστογραμμάρια.

Αύξηση καταγράφηκε ακόμη και σε πιο περιορισμένες δόσεις. Στην κατηγορία των 31 έως 60 χιλιοστογραμμαρίων ισοδύναμου μορφίνης, ο κίνδυνος ήταν περίπου 18% υψηλότερος σε σύγκριση με δόσεις κάτω των 31 χιλιοστογραμμαρίων.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η συγχορήγηση οπιοειδών με γκαμπαπεντινοειδή, όπως η γκαμπαπεντίνη και η πρεγκαμπαλίνη. Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις νευροπαθητικού πόνου και επιληψίας και συχνά συνταγογραφούνται μαζί με παυσίπονα.

Η ταυτόχρονη χρήση γκαμπαπεντινοειδών και οπιοειδών συνδέθηκε με αύξηση του κινδύνου αναπνευστικής καταστολής κατά 73% σε σύγκριση με τη χορήγηση οπιοειδών χωρίς τα συγκεκριμένα φάρμακα.

Οι ερευνητές εντόπισαν ακόμη μεγαλύτερη ευαλωτότητα στους ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Στη συγκεκριμένη ομάδα, η φαιντανύλη συνδέθηκε με περίπου τετραπλάσιο κίνδυνο αναπνευστικής καταστολής σε σύγκριση με την κωδεΐνη.

Αυξημένος κίνδυνος καταγράφηκε επίσης στους πάσχοντες από ΧΑΠ που λάμβαναν περισσότερα από ένα οπιοειδή, καθώς και σε όσους έπαιρναν οξυκωδόνη ή μορφίνη.

Η επικεφαλής της μελέτης, δρ Μέγκνα Τζάνι, υπογράμμισε ότι τα οπιοειδή εξακολουθούν να έχουν ουσιαστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του σοβαρού οξέος πόνου. Τόνισε, ωστόσο, ότι οι κίνδυνοι διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των επιμέρους φαρμάκων και των δόσεων.

Τα αποτελέσματα ενισχύουν την ανάγκη εξατομικευμένης συνταγογράφησης, στενότερης παρακολούθησης των ασθενών και επανεξέτασης των φαρμακευτικών συνδυασμών, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, σε ανθρώπους με αναπνευστικά νοσήματα και σε όσους αρχίζουν για πρώτη φορά ισχυρή οπιοειδή θεραπεία.

Η έρευνα ήταν αναδρομική και παρατηρητική. Εντόπισε ισχυρές συσχετίσεις, χωρίς να μπορεί από μόνη της να αποδείξει ότι ένα συγκεκριμένο φάρμακο προκάλεσε κάθε περιστατικό αναπνευστικής καταστολής.

Οι ερευνητές αναγνωρίζουν ακόμη ότι ορισμένες κλινικές μετρήσεις ενδέχεται να μην είχαν καταγραφεί με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις νοσηλείες, ενώ δεν υπήρχαν πλήρη στοιχεία για τη σοβαρότητα όλων των συνοδών παθήσεων ή τις δόσεις ορισμένων συγχορηγούμενων φαρμάκων.

Η μελέτη εξέτασε την αναπνευστική καταστολή και όχι απευθείας τους θανάτους από υπερδοσολογία. Η επιπλοκή, ωστόσο, αποτελεί τον βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου μια υπερβολική δόση οπιοειδών μπορεί να αποβεί μοιραία.

Οι ασθενείς δεν πρέπει να διακόπτουν ή να αλλάζουν μόνοι τους μια θεραπεία με οπιοειδή, καθώς η απότομη διακοπή μπορεί να προκαλέσει στερητικά συμπτώματα και επιδείνωση του πόνου. Κάθε μεταβολή στη δόση ή στο φάρμακο απαιτεί αξιολόγηση από τον θεράποντα ιατρό.