Η αρνητική πλευρά της κυβερνητικής ανακοίνωσης για τα ΜΜΕ
Η αρνητική πλευρά της συγκεκριμένης ανακοίνωσης είναι ότι κινείται σε επίπεδο θεσμικής αυτοπαρουσίασης, αλλά αποφεύγει το βασικό ερώτημα: ποια είναι η πραγματική κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου και της πολυφωνίας στην Ελλάδα;
Η κυβέρνηση εμφανίζεται ως εγγυητής της διαφάνειας, της πολυφωνίας και της προστασίας του δημοσιογραφικού λειτουργήματος. Ωστόσο, αυτή η εικόνα συγκρούεται με διεθνείς αξιολογήσεις που καταγράφουν σοβαρά προβλήματα στο ελληνικό μιντιακό περιβάλλον. Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα κατατάσσουν την Ελλάδα χαμηλά στους διεθνείς δείκτες ελευθερίας του Τύπου, επισημαίνοντας ζητήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια των δημοσιογράφων, τις παρακολουθήσεις, τις δικαστικές πιέσεις και την ανεξιχνίαστη ακόμη υπόθεση της δολοφονίας του Γιώργου Καραϊβάζ.
Το θεσμικό πρόβλημα πίσω από τις διακηρύξεις
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο νομοθετικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Όταν η ανακοίνωση μιλά για «προστασία του δημοσιογραφικού λειτουργήματος», ο αντίλογος είναι ότι η προστασία αυτή δεν αποδεικνύεται με γενικές διακηρύξεις, αλλά με συγκεκριμένες εγγυήσεις: ανεξαρτησία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, διαφανή κρατική διαφήμιση, ουσιαστική θωράκιση των δημοσιογράφων από αγωγές εκφοβισμού, πλήρη διαλεύκανση παρακολουθήσεων και σαφή όρια στην κρατική παρέμβαση στον δημόσιο λόγο.
Η παραπληροφόρηση ως πρόσχημα ελέγχου
Αδύναμο σημείο της ανακοίνωσης είναι και η επίκληση της «αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης». Πρόκειται για υπαρκτό πρόβλημα, αλλά όταν το κράτος διεκδικεί κεντρικό ρόλο στον ορισμό και την καταπολέμησή του, δημιουργείται κίνδυνος διολίσθησης από την προστασία της ενημέρωσης στον έλεγχο της πληροφορίας.
Η επίθεση στην ανωνυμία μπορεί να παρουσιαστεί ως μέτρο κατά της απάτης, της συκοφαντίας ή της διαδικτυακής εγκληματικότητας. Όμως η άλλη όψη είναι ότι η ανωνυμία προστατεύει καταγγέλλοντες, ευάλωτους πολίτες, πηγές δημοσιογράφων και πρόσωπα που φοβούνται αντίποινα. Σε μια χώρα όπου υπάρχουν ήδη καταγγελίες για παρακολουθήσεις, δικαστικές πιέσεις και χαμηλή εμπιστοσύνη στα μέσα, μια τέτοια συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται με όρους επικοινωνιακής ευκολίας.
Το ζήτημα της ιδιοκτησίας και της κρατικής διαφήμισης
Υπάρχει επίσης ζήτημα αξιοπιστίας όταν η κυβέρνηση μιλά για «έλεγχο της ιδιοκτησίας των μέσων» και «αποτροπή συγκέντρωσης ισχύος». Οι ευρωπαϊκές αξιολογήσεις συνεχίζουν να επισημαίνουν ότι χρειάζεται μεγαλύτερη διαφάνεια στην ιδιοκτησία των μέσων, στη διανομή κρατικής διαφήμισης και στη λειτουργία των ρυθμιστικών αρχών.
Άρα, η αρνητική ανάγνωση είναι η εξής: η ανακοίνωση προσπαθεί να εμφανίσει την κυβέρνηση ως δύναμη εκσυγχρονισμού και θεσμικής εξυγίανσης των ΜΜΕ, χωρίς να απαντά επαρκώς στις ίδιες τις κατηγορίες που βαραίνουν το ελληνικό μιντιακό σύστημα. Μιλά για πολυφωνία, αλλά δεν εξηγεί πώς θα αντιμετωπιστεί η συγκέντρωση επιρροής. Μιλά για διαφάνεια, αλλά δεν δείχνει πώς θα ελεγχθεί η κρατική χρηματοδότηση και η ιδιοκτησία των μέσων. Μιλά για προστασία των δημοσιογράφων, αλλά δεν δίνει πειστικές απαντήσεις για παρακολουθήσεις, αγωγές εκφοβισμού και θεσμική πίεση.
Πίσω από τις εύηχες αναφορές στην πολυφωνία, τη διαφάνεια και την προστασία του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, η κυβερνητική ανακοίνωση αφήνει αναπάντητα τα πραγματικά ερωτήματα για την κατάσταση της ενημέρωσης στην Ελλάδα.
Διότι η πολυφωνία δεν κατοχυρώνεται με δηλώσεις κυβερνητικών εκπροσώπων, αλλά με ανεξάρτητα μέσα, καθαρή ιδιοκτησιακή δομή, διαφανή κρατική διαφήμιση, προστασία των δημοσιογραφικών πηγών και πλήρη λογοδοσία για υποθέσεις παρακολουθήσεων και εκφοβισμού.
Όταν η συζήτηση για την παραπληροφόρηση συνοδεύεται από ιδέες περί περιορισμού της ανωνυμίας στο διαδίκτυο, τότε το ζήτημα παύει να είναι μόνο η προστασία της αλήθειας και γίνεται ζήτημα ελέγχου του δημόσιου λόγου.
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται κρατικά πιστοποιητικά αλήθειας. Χρειάζεται ελεύθερη δημοσιογραφία, θεσμικά αντίβαρα και πολίτες που δεν φοβούνται να μιλήσουν.