19 Ιουνίου 2026

Νέοι κανόνες ΕΕ για κυκλικότητα οχημάτων

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το Ευρωκοινοβούλιο ενέκρινε νέους κανόνες για τον σχεδιασμό, την ανακύκλωση και την απόσυρση οχημάτων.
  • Τα νέα οχήματα θα πρέπει να σχεδιάζονται για εύκολη αποσυναρμολόγηση και επαναχρησιμοποίηση εξαρτημάτων.
  • Θεσπίζονται στόχοι για ανακυκλωμένο πλαστικό: 15% σε 6 έτη και 25% σε 10 έτη.
  • Καθιερώνεται διευρυμένη ευθύνη παραγωγού για το κόστος συλλογής και επεξεργασίας οχημάτων στο τέλος του κύκλου ζωής τους.
  • Απαγορεύεται η εξαγωγή οχημάτων που έχουν κριθεί ακατάλληλα σε τεχνικό έλεγχο.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε μια νέα δέσμη κανόνων που αφορούν την κυκλικότητα των οχημάτων, καλύπτοντας ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους, από τον αρχικό σχεδιασμό έως και την τελική επεξεργασία τους κατά την απόσυρση. Η συμφωνία, η οποία επιτεύχθηκε μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου στα τέλη του 2025, έλαβε 437 ψήφους υπέρ, 112 κατά και 20 αποχές, σηματοδοτώντας μια σημαντική στροφή προς μια πιο βιώσιμη αυτοκινητοβιομηχανία.

Σχεδιασμός για αποσυναρμολόγηση και ανακύκλωση

Σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς, όλα τα νέα οχήματα που θα κυκλοφορούν στην αγορά της ΕΕ θα πρέπει να σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπουν την εύκολη αφαίρεση όσο το δυνατόν περισσότερων εξαρτημάτων και κατασκευαστικών στοιχείων. Αυτή η απαίτηση αποσκοπεί στη διευκόλυνση των διαδικασιών επισκευής, επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης. Ειδικότερα, εντός έξι ετών από την έναρξη ισχύος, τα πλαστικά που χρησιμοποιούνται σε κάθε νέο τύπο οχήματος θα πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 15% ανακυκλωμένο υλικό, ποσοστό το οποίο θα αυξηθεί στο 25% σε διάστημα δέκα ετών. Επιπλέον, τουλάχιστον το 20% αυτού του ανακυκλωμένου πλαστικού πρέπει να προέρχεται από υλικά που ανακτώνται από οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους ή από μεταχειρισμένα εξαρτήματα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με βάση μελέτες σκοπιμότητας, θα έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει στο μέλλον ανάλογους στόχους και για άλλα υλικά, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, το μαγνήσιο και οι κρίσιμες πρώτες ύλες.

Διαφάνεια στις συναλλαγές μεταχειρισμένων οχημάτων

Σημαντικές αλλαγές έρχονται και στη διαδικασία πώλησης μεταχειρισμένων οχημάτων. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων θα υποχρεούνται να αξιολογούν ότι το όχημα δεν βρίσκεται στο τέλος του κύκλου ζωής του ή, εναλλακτικά, ότι διαθέτει έγκυρο πιστοποιητικό τεχνικού ελέγχου. Για τις συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών, η διαδικασία απλοποιείται, καθώς θα απαιτείται μόνο ένα από τα δύο αυτά έγγραφα, εκτός εάν το όχημα έχει δηλωθεί ως ολική οικονομική ζημία ή η πώληση πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, οπότε και ισχύουν ειδικότερες προϋποθέσεις.

Διευρυμένη ευθύνη παραγωγού και αυστηρότερες εξαγωγές

Τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος των νέων κανόνων, θεσπίζεται η διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού. Αυτό σημαίνει ότι οι κατασκευαστές θα είναι υποχρεωμένοι να καλύπτουν το κόστος συλλογής και επεξεργασίας των οχημάτων που έχουν φτάσει στο στάδιο του τέλους του κύκλου ζωής τους, ανεξαρτήτως του τόπου εντός της ΕΕ όπου αυτά βρίσκονται. Παράλληλα, για την αντιμετώπιση του φαινομένου των "αγνοούμενων οχημάτων" και την πρόληψη της παράνομης διαχείρισης και αποσυναρμολόγησης, ο νόμος απαγορεύει την εξαγωγή οχημάτων που έχουν χαρακτηριστεί ως ακατάλληλα στο πλαίσιο τεχνικού ελέγχου. Η απαγόρευση αυτή θα τεθεί σε ισχύ πέντε έτη μετά την εφαρμογή του κανονισμού.

Οι συνεισηγητές της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Jens Gieseke (ΕΛΚ, Γερμανία), και της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς, Paulius Saudargas (ΕΛΚ, Λιθουανία), δήλωσαν σχετικά: "Λαμβάνουμε σημαντικά μέτρα για την τόνωση της μετάβασης του τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας σε μια κυκλική οικονομία. Προωθούμε την ασφάλεια των πόρων, προστατεύουμε το περιβάλλον και διασφαλίζουμε τη βιωσιμότητα. Για να αποφευχθεί η υπερβολική επιβάρυνση του τομέα, οι νέοι κανόνες θα εισαγάγουν ρεαλιστικούς στόχους, λιγότερη γραφειοκρατία και δικαιότερο ανταγωνισμό."

Επόμενα βήματα και χρονοδιάγραμμα εφαρμογής

Μετά την έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο νέος κανονισμός αναμένεται να λάβει την επίσημη έγκριση και από το Συμβούλιο της ΕΕ. Αμέσως μετά, θα τεθεί σε ισχύ και θα εφαρμοστεί 24 μήνες αργότερα, δίνοντας επαρκή χρόνο προσαρμογής στη βιομηχανία και στις εθνικές αρχές.