Νόμος Κατσέλη και Άρειος Πάγος: Τι αλλάζει σε οφειλές, τόκους και προστασία πρώτης κατοικίας
Νέος υπολογισμός τόκων και κρίσιμες αλλαγές για τους δανειολήπτες
Ο Νόμος Κατσέλη υπήρξε για χρόνια το βασικό εργαλείο προστασίας των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Σε μια περίοδο κατάρρευσης εισοδημάτων και αδυναμίας εξυπηρέτησης δανείων, προσέφερε τη δυνατότητα δικαστικής ρύθμισης οφειλών και, υπό προϋποθέσεις, διάσωσης της κύριας κατοικίας. Η πρόσφατη νομολογιακή εξέλιξη, όμως, επανακαθορίζει κρίσιμες παραμέτρους αυτών των ρυθμίσεων. Ανάλογα με τον τρόπο εφαρμογής της, ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες επιβαρύνσεις ή ακόμη και σε αναδρομικές διαφοροποιήσεις, μεταβάλλοντας την ισορροπία που είχε διαμορφωθεί με δικαστικές αποφάσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο τι έκρινε το Δικαστήριο, αλλά πώς θα διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή της απόφασης δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους ήδη ευάλωτους. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ανάγκη συγκεκριμένων, στοχευμένων παρεμβάσεων που θα προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση στους δανειολήπτες.
Πρώτον, μια νομοθετική πρωτοβουλία μπορεί να καθορίσει ρητά ότι ο επανυπολογισμός των τόκων θα γίνεται με διαφανή, ενιαία μαθηματικό τρόπο, βασισμένο σε σαφώς ορισμένα χρονικά σημεία και επιτόκια. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγονται αυθαίρετες χρεώσεις και διαφορετικές πρακτικές ανά τράπεζα ή εταιρεία διαχείρισης. Ο δανειολήπτης θα γνωρίζει εκ των προτέρων ποιο είναι το πραγματικό ύψος της οφειλής του και δεν θα αιφνιδιάζεται από μεταγενέστερες απαιτήσεις.
Δεύτερον, μπορεί να προβλεφθεί ρητά ότι τυχόν αναδρομικές επιβαρύνσεις θα υπόκεινται σε ανώτατο όριο ή θα κατανέμονται σε βάθος χρόνου, ώστε να μην ανατρέπουν τη βιωσιμότητα των ρυθμίσεων. Ένας δανειολήπτης που επί χρόνια τηρεί δικαστική απόφαση και καταβάλλει τις δόσεις του δεν μπορεί να βρεθεί ξαφνικά αντιμέτωπος με ένα μη διαχειρίσιμο πρόσθετο ποσό. Η πρόβλεψη πλαφόν ή ειδικού μηχανισμού εξομάλυνσης θα λειτουργούσε ως δικλείδα κοινωνικής δικαιοσύνης.
Τρίτον, για τους ευάλωτους οφειλέτες θα μπορούσε να προβλεφθεί ειδικό καθεστώς προστασίας: παράταση περιόδου αποπληρωμής, επιδότηση μέρους των τόκων, ή δυνατότητα επαναρρύθμισης με κοινωνικά κριτήρια (εισόδημα, οικογενειακή κατάσταση, αναπηρία, ανεργία). Με αυτόν τον τρόπο η εφαρμογή της απόφασης δεν θα οδηγήσει σε απώλεια της κύριας κατοικίας για νοικοκυριά που αντικειμενικά αδυνατούν να ανταποκριθούν.
Τέταρτον, είναι κρίσιμο να διασφαλιστεί η πλήρης διαφάνεια. Κάθε δανειολήπτης πρέπει να λαμβάνει αναλυτική, κατανοητή κατάσταση επανυπολογισμού της οφειλής του, με σαφή αναφορά σε κεφάλαιο, τόκους, χρονικές περιόδους και εφαρμοζόμενα επιτόκια. Η υποχρεωτική τυποποίηση αυτών των ενημερώσεων θα περιορίσει τις αμφισβητήσεις και θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Μέσω δεσμευτικής κανονιστικής οδηγίας προς τα πιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, μπορεί να επιβάλει ενιαίο τρόπο συμμόρφωσης, να προβλέψει ελέγχους και κυρώσεις για αποκλίσεις και να θεσπίσει μηχανισμό ταχείας επίλυσης διαφορών. Έτσι, ο δανειολήπτης δεν θα αναγκάζεται να προσφεύγει εκ νέου στα δικαστήρια για να επιβεβαιώσει το αυτονόητο.
Επιπλέον, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ειδική γραμμή υποστήριξης ή πλατφόρμα ενημέρωσης, όπου οι πολίτες θα λαμβάνουν εξατομικευμένη πληροφόρηση για το πώς επηρεάζονται από την απόφαση και ποιες επιλογές έχουν. Η ενημέρωση αποτελεί ουσιώδες εργαλείο προστασίας· η άγνοια, αντίθετα, γεννά φόβο και ανασφάλεια.
Ασφαλώς, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι σημαντική. Όμως η σταθερότητα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την κοινωνική βιωσιμότητα. Μια ρύθμιση που είναι θεωρητικά ορθή αλλά πρακτικά ανεφάρμοστη για τον μέσο πολίτη, οδηγεί τελικά σε νέα αδιέξοδα, σε νέες καθυστερήσεις και σε νέα «κόκκινα» δάνεια. Αντιθέτως, ένα ρεαλιστικό και κοινωνικά ισορροπημένο πλαίσιο ενισχύει τόσο τη συνέπεια των οφειλετών όσο και τη σταθερότητα του συστήματος.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο. Η πρόκληση τώρα είναι να μετατραπεί αυτή η εξέλιξη σε ευκαιρία θεσμικής ωρίμανσης. Με καθαρές νομοθετικές ρυθμίσεις, με ενεργό εποπτεία, με διαφάνεια και με στοχευμένη προστασία των ευάλωτων, οι δανειολήπτες μπορούν να αισθανθούν ότι το κράτος δεν τους εγκαταλείπει σε μια γκρίζα ζώνη ερμηνειών.
Οι πολίτες που κατέφυγαν στον Νόμο Κατσέλη δεν ζήτησαν προνόμια. Ζήτησαν μια δίκαιη ευκαιρία επανεκκίνησης. Η Πολιτεία έχει σήμερα τη δυνατότητα να εγγυηθεί ότι αυτή η ευκαιρία δεν θα χαθεί μέσα σε ασάφειες και αντικρουόμενες πρακτικές. Η ασφάλεια δικαίου, η κοινωνική συνοχή και η προστασία της πρώτης κατοικίας δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι· είναι οι τρεις όψεις της ίδιας δημοκρατικής ευθύνης.
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Πιο Δημοφιλή
Προπαγάνδα παρακμής και καθρέφτες κατάρρευσης
«Το Νοσοκομείο της Εφημερίας και το Νοσοκομείο των Εγκαινίων»
Η Ευρώπη σε τροχιά σοβιετικού συγκεντρωτισμού
Πιο Πρόσφατα
Ανοιχτή η Μόσχα σε έναν ισότιμο και αμοιβαία επωφελή διάλογο